Είναι το software, η μουσική, τα βιβλία μας προϊόν ή υπηρεσία;

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 10.06.2024

Ολόκληρη η βιομηχανία σήμερα μετατρέπει τα προϊόντα της σε υπηρεσία. Από τη μουσική και τις ταινίες που ισχύει ήδη, μέχρι τα αυτοκίνητα -και ποιος ξέρει τι άλλο- στο μέλλον.

Αφορμή γι αυτό το κείμενο στάθηκε ένα άλλο, πιο νομικό, για την ανάγκη να αποκτήσουμε ένα δικαίωμα στην εξατομίκευση της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI individualization) – πιο πολλά γι αυτό το θέμα σύντομα, όμως εδώ σχολιάζω κάτι διαφορετικό: μια τάση που ίσως για πάρα πολύ καιρό έχει μείνει ασχολίαστη, σε βαθμό που οι επόμενες γενιές θα την παίρνουν ως δεδομένο. Πρόκειται για την παροχή των πάντων, ακόμα και των πιο «υλικών» αγαθών, ως υπηρεσία. Με άλλα λόγια, για την «από-προϊοντοποίηση» των πάντων γύρω μας, κάτι που έκανε εφικτό η ψηφιακή τεχνολογία.

Η περίπτωση είναι απλή, αν κανείς (κάπως μεγαλύτερης ηλικίας…) την σκεφτεί έστω και για ένα λεπτό. Πριν λίγα χρόνια η μουσική μας «καθόταν» στο σαλόνι ή στο υπνοδωμάτιό μας, με την έννοια ότι η συλλογή μας από βινύλια ή CD ήταν αγορασμένη ως προϊόν, δική μας να την κάνουμε ό,τι θέλουμε για όσο χρόνο θέλουμε. Το ίδιο και οι ταινίες μας: είτε αγορασμένες (σε βιντεοκασέτα ή σε DVD) είτε νοικιασμένες για λίγες μέρες, σε κάθε περίπτωση πάντως σαν απτό, υλικό προϊόν. Ομοίως και με τα βιβλία μας: τα αγοράζαμε από το βιβλιοπωλείο σε χαρτί, δικά μας να τα διαβάσουμε, δανείσουμε ή σημειώσουμε πάνω τους όσο θέλουμε.

Τίποτα από αυτά δεν ισχύει σήμερα. Η μουσική μας και οι ταινίες μας δεν μας ανήκουν πια σαν προϊόντα, παρά μόνο πληρώνουμε συνδρομή πρόσβασης σε υπηρεσία διάθεσής τους online. Το ίδιο και με τα βιβλία: τα «αγοράζουμε» σε ψηφιακή μορφή από online βιβλιοπωλεία όμως είναι πολύ περιορισμένες οι χρήσεις σε αυτά που μας επιτρέπονται, και πολύ σπάνια μας ανήκουν πραγματικά για πάντα.

Με άλλα λόγια, το (πολιτιστικό) προϊόν έγινε πλέον (ψηφιακή) υπηρεσία.

Το software ως υπηρεσία

Αυτή είναι μια τάση που ξεκίνησε από το software. Όπως θυμούνται οι παλιότεροι, στην αρχή το software έφτανε σε εμάς σε κουτιά (αρχικά με δισκέτες, μετά με άλλα ψηφιακά μέσα) που «κάθονταν» σε καταστήματα. Κάθε (νόμιμος) χρήστης έμπαινε στο κατάστημα, τα κατέβαζε από το ράφι, τα πήγαινε στον χώρο του του και τα εγκαθιστούσε στον υπολογιστή του, δικά του για πάντα (έστω, για όσο καιρό ήταν συμβατά με το λειτουργικό σύστημα, το hardware κοκ.). Αυτό όμως άλλαξε, με ξαφνικό και βίαιο τρόπο, με το ίντερνετ: μόλις κάθε υπολογιστής μας συνδέθηκε online οι εταιρείες πληροφορικής βρήκαν έναν καταπληκτικό νέο τρόπο να αυξήσουν τα έσοδά τους, να βελτιστοποιήσουν τους φόρους τους και να εξασφαλίσουν την συνεχιζόμενη ύπαρξή τους για πάντα: το λογισμικό-ως-υπηρεσία / software-as-a-service (SaaS).

To SaaS είναι το καταπληκτικότερο business model όλων των εποχών για τη βιομηχανία πληροφορικής και ταυτόχρονα ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα τόσο για τον χρήστη όσο και για τις κυβερνήσεις/κράτη. Με μια απλή κίνηση οι εταιρείες πληροφορικής αφαίρεσαν από τον χρήστη έλεγχο τόσο του λογισμικού του (που πλέον ελέγχεται online, από τις ίδιες) όσο και του υπολογιστή του (που παραμένει μόνιμα συνδεδεμένος με αυτές) αλλά και των χρημάτων του, αφού εκεί που κάποτε πλήρωνε ένα ποσό για απεριόριστη χρήση τώρα πληρώνει συνδρομή με τον μήνα.

Ταυτόχρονα το SaaS αφαίρεσε από τις κυβερνήσεις των κρατών φορολογικά έσοδα εκατομμυρίων: αφού το software έγινε υπηρεσία, μπορεί να παρέχεται (θεωρητικά!) εξ αποστάσεως. Με άλλα λόγια, εκεί που για κάθε Windows και Office που πουλούσε σε Έλληνες χρήστες από ελληνικό κατάστημα η Microsoft πλήρωνε στο ελληνικό κράτος φόρο, τώρα δεν πληρώνει ούτε ένα ευρώ, αφού η τιμολόγηση της υπηρεσίας γίνεται από την Ιρλανδία – όπως ακριβώς συμβαίνει με όλες, μα όλες, τις εταιρείες πληροφορικής σήμερα. Τα μαθηματικά της απώλειας εισοδήματος για κάθε μια χώρα του πλανήτη (και συνεπώς, για τους πολίτες τους, αφού οι φόροι θα επέστρεφαν σε αυτούς σε κρατική υπηρεσία) είναι εύκολο να γίνουν από καθέναν.

Η παραπάνω αλλαγή, παρότι βίαιη, ήταν, όπως είδαμε, σταδιακή: στην αρχή το λογισμικό έγινε υπηρεσία, όταν το ίντερνετ σύνδεσε μεταξύ τους όλους τους υπολογιστές του πλανήτη. Στη συνέχεια αυτό έγινε με τη μουσική, όταν το internet bandwidth το επέτρεψε και η μουσική βιομηχανία (εκούσα άκουσα) το ανέχτηκε. Πριν λίγα χρόνια αυτό συνεχίστηκε με τις ταινίες, επίσης όταν το internet bandwidth αυξήθηκε κι άλλο και η αντίστοιχη βιομηχανία υπέκυψε. Τώρα, σιγά-σιγά συμβαίνει με τα βιβλία. Φαντάζομαι ότι επόμενος στόχος θα είναι ο Τύπος.

Γιατί ανεχτήκαμε αυτή την κατάσταση; Πιθανότατα επειδή κανείς δεν ασχολήθηκε – αν δεν μας βόλεψε κιόλας. Ο μέσος άνθρωπος είδε ξαφνικά ότι από τα 100-200 βινύλια ή CD που είχε στο σπίτι του ξαφνικά, με μηνιαίο κόστος αγοράς ενός μόνο CD, απέκτησε πρόσβαση σε ολόκληρη τη μουσική βιβλιοθήκη του κόσμου. Το ίδιο και με τις ταινίες. Γιατί, επομένως, να παραπονεθεί;

Οι κυβερνήσεις, από τη μεριά τους, υποθέτω ότι πείστηκαν ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος αποτελεσματικής καταπολέμησης της πειρατείας (λογισμικού, μουσικής, ταινιών κοκ.) – ενδεχομένως, πήραν και μερικές δωρεάν άδειες χρήσης για το Δημόσιό τους σε αντάλλαγμα (το ψηφιακό αντίστοιχο με τις «χάντρες και τα καθρεφτάκια» που έδιναν οι αποικιοκράτες στους ιθαγενείς).

Φυσικά, η τάση αυτή δεν περιορίζεται στα πολιτισμικά προϊόντα. Ολόκληρη η βιομηχανία σήμερα προσπαθεί να μας πείσει ότι τα προϊόντα της (κλιματιστικά, καφετιέρες, αυτοκίνητα, τηλεοράσεις κλπ.) δεν είναι προϊόντα αλλά end-points σε υπηρεσία – δικαιολογώντας, φυσικά, μηνιαίες συνδρομές και μια μόνιμη, πλέον, σχέση με τον κατασκευαστή. Κάπως έτσι, άλλωστε, εξηγείται (με την έννοια ότι κάποιος πληρώνει για τη συνεχιζόμενη ανάπτυξή του) και το IoT (internet of things).

Απώλεια ιδιοκτησίας

Η παραπάνω όμως «συμφωνία» μεταξύ μέσου χρήστη και βιομηχανίας πληροφορικής είχε μια παγίδα – ή, έστω, ένα αντάλλαγμα που δεν πολύ-εξηγήθηκε, νομίζω: την απώλεια του ελέγχου, της ιδιοκτησίας. (Η «συμφωνία» με τις κυβερνήσεις είναι ανεξήγητη για τους πολίτες τους ούτως ή άλλως.)  Δηλαδή, ναι μεν έχουμε πρόσβαση με, αντικειμενικά χαμηλή τιμή για όσα προσφέρει, σε όλη τη μουσική βιβλιοθήκη που υπάρχει ή σε περισσότερες ταινίες που θα μπορούσαμε ποτέ να δούμε, όμως αυτό είναι το μόνο που έχουμε: πρόσβαση. Αν ποτέ σταματήσουμε να πληρώνουμε τότε δεν θα έχουμε απολύτως τίποτα: ούτε ένα τραγούδι, ούτε ένα μουσικό κομμάτι, ούτε μια ταινία δικά μας.

Αυτή ακριβώς είναι η βασική διαφορά μεταξύ υπηρεσίας και προϊόντος. Η υπηρεσία είναι παροδική (ή, έστω, ενσωματώνεται και πάμε παρακάτω) ενώ το προϊόν, θεωρητικά, μόνιμο. Επίσης, η υπηρεσία ελέγχεται από εκείνον που την παρέχει, ενώ το προϊόν από εκείνον που το αγοράζει. Τέλος, το προϊόν είναι κάτι απτό, κάτι που παραδοσιακοί μηχανισμοί όπως το Κράτος καταλαβαίνουν και μεταχειρίζονται αντίστοιχα, ενώ η υπηρεσία κάτι άυλο, που συχνά ούτε καν μπορεί να περιγραφεί με απλό τρόπο.

Επομένως, τι είναι το λογισμικό μας, η μουσική μας και τα βιβλία μας; Προϊόντα που αγοράσαμε ή υπηρεσίες που μας παρέχονται κάθε μήνα; Αυτό εδώ το κείμενο απλά επισημαίνει την αλλαγή: από προϊόντα που ήταν στην αρχή έγιναν όλα, ψηφιακή, υπηρεσία μέσα σε λίγα χρόνια. Γι αυτή την αλλαγή κανείς μας δεν ρωτήθηκε και, κυρίως, σε κανέναν μας δεν προσφέρθηκε εναλλακτική. Είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να αλλάξει: ακόμα και αν κάποιοι από εμάς απεχθάνονται την παραδοσιακή έννοια της ιδιοκτησίας, δηλαδή του απόλυτου ελέγχου πάνω σε κάτι, και πάλι σε καθέναν μας θα έπρεπε να δίνεται η επιλογή: αφού η βιομηχανία πληροφορικής μας απέδειξε ότι κάθε προϊόν μπορεί να γίνει και υπηρεσία τότε θα πρέπει να ισχύσει και το αντίστροφο κάθε δηλαδή υπηρεσία να μπορεί να γίνει προϊόν.

Το internet, ο πόλεμος και η Ευρώπη

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα tomanifesto.gr, 30.10.2023

Αφού το ίντερνετ αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της ζωής μας, δεν θα μπορούσε να μείνει μακριά από τον πόλεμο. Η σημασία του έχει ήδη αναδειχτεί από πολλές πλευρές. Η πιο σημαντική είναι αυτή των θυμάτων: Το ίντερνετ αποτελεί το μέσο απόδειξης και κοινοποίησης των εγκλημάτων εναντίον τους. Διαφορετική εντελώς είναι η χρήση του για παραπληροφόρηση και διάδοση fake news. Επιπλέον, κανείς δεν θα πρέπει να αγνοήσει τη σημασία του ως εργαλείο επικοινωνιών – μπορεί να είναι ανασφαλές για στρατιωτικές επικοινωνίες, όμως όλες οι υπόλοιπες συνεννοήσεις (ανθρωπιστικές, ανθρώπινες, οικονομικές) γίνονται με τη βοήθειά του.
Ο χώρος εδώ δεν επαρκεί για ανάλυση όλων των παραπάνω, είναι όμως αρκετός για ανάδειξη αυτού του ίδιου του γεγονότος, της σημασίας δηλαδή του ίντερνετ (και) σε πολεμικές συρράξεις. Η συζήτηση είναι ευρύτερη και συνδέεται με τα ερωτήματα αν τελικά το ίντερνετ έχει γίνει δημόσια παροχή (μαζί με το ηλεκτρικό ρεύμα ή το νερό), ή αν χρειαζόμαστε ένα (νέο) ατομικό δικαίωμα στην πρόσβαση σε αυτό.
Σε κάθε περίπτωση, γεγονός παραμένει ότι σε περίπτωση πολέμου αφενός η πρόσβαση στο ίντερνετ είναι σημαντική και αφετέρου οι πληροφορίες που μεταδίδονται μέσω αυτού δεν μπορεί να είναι ανεξέλεγκτες.
Τι κάνουμε γι αυτά; Για την ώρα όχι πολλά. Ο ΟΗΕ φαίνεται ότι για πρώτη φορά άρχισε πλέον να μετρά την αποκοπή ή τη μείωση της ταχύτητας του ίντερνετ ως μέρος μιας πολεμικής σύγκρουσης. Στην Ευρώπη έχουμε (πλέον) νομοθεσία για τη λειτουργία των μεγάλων online πλατφορμών, ενώ ήδη γίνονται συζητήσεις για την αντιμετώπιση των fake news και του disinformation με τη βοήθειά τους. Θα έλεγε κανείς ότι όλα αυτά είναι πολύ λίγα σε σχέση με ένα πρόβλημα που ήδη εμφανίζεται οξύ δίπλα μας. Πολύ σωστά, όμως το γεγονός ότι ήδη εντοπίστηκε και ήδη αρχίσαμε να κάνουμε κάτι γι αυτό έχει και αυτό τη σημασία του.

Τo hacking της Δημοκρατίας: Η αξία των μεσαζόντων

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 6.10.2022

Οι μεσάζοντες επιστρέφουν και στο ίντερνετ επειδή η ανάγκη τους δεν έλειψε ποτέ. Το ίδιο θα συμβεί και στην πολιτική.

Tο αφιέρωμα του 2045 για το hacking της δημοκρατίας δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρο – και, ταυτόχρονα, πιο «πολυφορεμένο»: πολιτικοί, επιστήμονες, δημοσιογράφοι, απλοί πολίτες όλοι αναρωτιούνται, γράφουν, συζητούν και ερευνούν τι άραγε πηγαίνει στραβά αυτή την περίοδο με τις Δυτικές δημοκρατίες μας. Οι ψηφιακές τεχνολογίες όξυναν παλιά, ήδη εντοπισμένα προβλήματα (πχ. η ποιότητα των πολιτικών, η σχέση τους με τους ψηφοφόρους τους, συστημικές δυσλειτουργίες). Αν κάποτε το «ρουσφέτι» και η «ανταλλακτική ψήφος» ήταν τα μεγαλύτερα προβλήματά μας, σήμερα έχουν προστεθεί τα fake news, τα social media, τα bots του ίντερνετ κοκ. Ούτε άλλωστε τα παλιά προβλήματα εξαφανίστηκαν: Ίσα-ίσα, στην Αμερική φαίνεται ότι θέλουν να φτιάξουν «πλατφόρμα παρακολούθησης αιτημάτων ψηφοφόρων», δηλαδή ρουσφετιών(!). Σε κάθε περίπτωση, η δική μου συνεισφορά στο θέμα σκοπεύω να είναι διπλή: Ένα πρώτο, γρήγορο, σημείο θα ακολουθηθεί από ένα δεύτερο, για το οποίο όμως θα χρειαστεί λίγο μεγαλύτερη ανάλυση.

Σημείο 1ο. Οι δημοκρατίες μας δεν πάσχουν από τίποτα απολύτως – είναι μια χαρά!

Λίγο τα προβλήματα hacking της δημοκρατίας και λίγο οι πρόσφατες θεαματικές εκλογικές επιτυχίες λαϊκίστικων κομμάτων στη Δύση έχουν οδηγήσει σε κατήφεια. Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες, υποστηρίζεται, περνούν κρίση. Δεν πείθουν πλέον τους οπαδούς τους και γι αυτό έχουμε παντού στην Ευρώπη και στην Αμερική (τα προπύργια, δηλαδή, της φιλελεύθερης δημοκρατίας) αυτά τα εκλογικά αποτελέσματα που έχουμε.

Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο λάθος. Η φιλελεύθερη δημοκρατία μας είναι μια χαρά στην υγεία της. Αν κάτι δείχνουν οι επανειλημμένες εκλογικές επιτυχίες λαϊκιστών δεν είναι ότι πάσχει η ίδια η δημοκρατία, αλλά οι μέχρι τότε πολιτικές και οι πολιτικοί. Τα λαϊκίστικα κόμματα της Αριστεράς και της Δεξιάς εκλέγονται με δημοκρατικές διαδικασίες. Αντικατοπτρίζουν μια αντίδραση του κόσμου στα «παραδοσιακά» πολιτικά κόμματα, των οποίων οι άνθρωποι και οι πολιτικές έπαψαν να πείθουν. Η αντιστροφή του προβλήματος από τους πολιτικούς που θίγονται από αυτές τις ανατροπές («δεν φταίμε εμείς, φταίει η δημοκρατία και οι ψηφοφόροι») αποτελεί κλασσική περίπτωση άρνησης αποδοχής της πραγματικότητας, εθελοτυφλίας, και, τελικά, επικίνδυνης υστέρησης μπροστά στις ανάγκες των καιρών.

Άλλο θέμα, φυσικά, η ζημιά που μπορεί να κάνουν οι εκλεγμένοι λαϊκιστές πολιτικοί στις δημοκρατίες τους. Εκεί τα πράγματα διαφέρουν από χώρα σε χώρα – και μπορεί να είναι πραγματικά άσχημα για όσες δεν έχουν ισχυρούς Θεσμούς (Τύπο, Σώματα Ασφαλείας, Δικαστήρια, Πανεπιστήμια, Δημόσια Διοίκηση) που θα αντισταθούν σε κάθε αντιδημοκρατική προσπάθεια. Γι αυτό, αν κανείς θέλει να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε «κρίση της δημοκρατίας» σήμερα θα ήταν προτιμότερο να ενισχύσει τους Θεσμούς παρά να κάνει οτιδήποτε άλλο. Το ίντερνετ το πολύ να ενισχύσει μια τάση που ήδη υπάρχει, δεν μπορεί να δημιουργήσει πολιτική αντίδραση από το μηδέν – περισσότερα όμως γι αυτό, αμέσως παρακάτω.

Σημείο 2ο. Το ίντερνετ εξαφάνισε τους μεσάζοντες (και) στις δημοκρατίες

Αναμφίβολα ζούμε την εποχή της εξαφάνισης των μεσαζόντων. Μέχρι να εμφανιστεί το ίντερνετ οι κοινωνίες μας στηρίζονταν κυριολεκτικά στους μεσάζοντες: εμπορικοί αντιπρόσωποι μεσολαβούσαν μεταξύ αλλοδαπών κατασκευαστών και της εγχώριας αγοράς, ταξιδιωτικοί πράκτορες μεταξύ αεροπορικών εταιρειών και ταξιδιωτών, εκδότες μεταξύ συγγραφέων και αναγνωστών, δισκογραφικές μεταξύ μουσικών και ακροατών, κοκ. Εξίσου, κριτικοί λογοτεχνίας μας πρότειναν τα βιβλία που διαβάζαμε, γευσιγνώστες τα εστιατόρια που θα βγαίναμε, παραγωγοί ραδιοφώνου τη μουσική που θα αγοράζαμε. Κυριολεκτικά η ζωή μας στηριζόταν σε μεσάζοντες, μέσα από τους οποίους το προϊόν, η υπηρεσία ή το μήνυμα «περνούσαν» από τους κατασκευαστές και παραγωγούς τους σε εμάς, τους τελικούς καταναλωτές.

Το ίδιο ακριβώς και στην πολιτική. Το μήνυμα των πολιτικών περνούσε στους ψηφοφόρους με τη βοήθεια μεσαζόντων – στην ουσία, του Τύπου, έμπειρων δημοσιογράφων και πολιτικών αναλυτών (δημόσιων διανοούμενων). Στην αρχή το μέσο ήταν οι εφημερίδες, στη συνέχεια προστέθηκαν το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Οι πολιτικοί και οι ιδέες τους μπορούσαν να γίνουν γνωστοί στους δυνάμει ψηφοφόρους τους μόνο μέσω αυτού του φίλτρου. Τα Μέσα, δηλαδή οι ειδικοί, επέλεγαν ποιους πολιτικούς και πολιτικές θα προβάλουν. Εύλογα, τα κριτήρια κάθε Μέσου ήταν διαφορετικά: Σε γενικές γραμμές όμως νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσουμε ότι κάθε Μέσο πρόβαλε τους καλύτερους από το είδος πολιτικής που υπηρετούσε έτσι ή αλλιώς (κάθε Μέσο, σε όλη την υφήλιο, έχει συγκεκριμένο πολιτικό στίγμα). Δηλαδή, τα σοβαρά κεντροδεξιά Μέσα προωθούσαν κατά κανόνα σοβαρούς κεντροδεξιούς πολιτικούς, τα σοβαρά σοσιαλδημοκρατικά Μέσα το ίδιο, όπως άλλωστε το ίδιο έκαναν και τα λαϊκίστικα Μέσα, προβάλλοντας τους καλύτερους από τους δικούς τους εκπροσώπους, της Αριστεράς ή της Δεξιάς αντίστοιχα. Από καθέναν μας αναμενόταν μόνο να αγοράζουμε τις εφημερίδες ή να παρακολουθούμε τα κανάλια που μας ταίριαζαν.

Η ιντερνετική επίθεση εναντίον των μεσαζόντων

Το πρώτο που έκανε το ίντερνετ όταν πλέον έπρεπε να βγάλει χρήματα (όταν δηλαδή, κατά τη δεκαετία του 1990 έπαψε να είναι χόμπι μεταξύ ακαδημαϊκών) ήταν να επιτεθεί στους μεσάζοντες. Οι υπηρεσίες, τα προϊόντα και οι πληροφορίες πλέον έφταναν από την πηγή τους απευθείας σε εκείνους στους οποίους προορίζονταν. Βιβλία, ηλεκτρονικά είδη, ακόμα και ρούχα μπορέσαμε να προμηθευτούμε απευθείας από τους κατασκευαστές τους, οπουδήποτε στον κόσμο. Συγγραφείς μπόρεσαν να αυτο-εκδοθούν, μουσικοί να δημιουργήσουν τα δικά τους κανάλια. Αεροπορικά εισιτήρια και πακέτα ξενοδοχείων αγοράζαμε πλέον απευθείας από τις αεροπορικές και τους ξενοδόχους αντίστοιχα.

Ομολογουμένως, μεσάζοντες και πάλι υπήρχαν, όπως το Amazon ή το Booking. Όμως αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με τους τοπικούς μικρομεσαίους μεσάζοντες του «πραγματικού» κόσμου – ήταν παγκόσμιοι παίκτες με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη από κατασκευαστές και παρόχους μαζί.

Εξίσου, η γνώση των «ειδικών», που ήταν ακριβή, αντικαταστάθηκε από τη γνώση του πλήθους: Η Wikipedia αντικατέστησε την Britannica, οι influencers τους δημόσιους διανοούμενους, οι γνώμες του κοινού τους κριτικούς λογοτεχνίας, μουσικής, γεύσης, ακόμα και τους κριτικούς τέχνης.

Τελικά, το ίδιο συνέβη και στους πολιτικούς. Ο παραδοσιακός Τύπος εξαφανίστηκε (ποιος αγοράζει ακόμα εφημερίδα;) ή αντικαταστάθηκε (πόσοι ενημερώνονται από την τηλεόραση και πόσοι από το ίντερνετ;). Ταυτόχρονα, τα social media έδωσαν στους πολιτικούς την ευκαιρία να συνομιλήσουν απευθείας με τους ψηφοφόρους τους, και μάλιστα χωρίς κόστος! Πρωτοφανή, συνεπώς, πράγματα και για τους μεν και για τους δε. Μοντέλα πολιτικής επικοινωνίας διαμορφωμένα μέσα από τους αιώνες αντικαταστάθηκαν πλήρως μέσα σε λίγα μόνο χρόνια.

Έκανε τελικά καλό η εξαφάνιση των μεσαζόντων;

Αρχικά η χαρά όλων μας ήταν μεγάλη. Ξαφνικά μπορούσαμε να προμηθευτούμε οτιδήποτε από οποιονδήποτε – και μάλιστα, σε καλύτερη τιμή, αφού το κόστος των μεσαζόντων εξαφανίστηκε μέσα σε μια νύχτα. Φάνηκε τότε ότι το κέρδος μας θα ήταν διπλό: Όχι μόνο οικονομικό αλλά και προσωπικό, με την έννοια ότι δεν θα επέλεγαν πια άλλοι για εμάς. Καθένας θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του χωρίς το φίλτρο του ενδιάμεσου.

Η πραγματικότητα, βέβαια, αποδείχτηκε τελείως διαφορετική. Μπορεί κανείς να αγοράσει προϊόντα απευθείας, αλλά χωρίς καθοδήγηση κινδυνεύει να χαθεί στον κυκεώνα των άπειρων, παγκόσμιων επιλογών. Μπορεί κανείς να κλείσει αεροπορικά εισιτήρια μόνος του, αλλά αν χρειαστεί κάτι πιο δύσκολο από ένα απλό ταξίδι η ανθρώπινη παρέμβαση του ταξιδιωτικού πράκτορα έγινε απαραίτητη. Ομοίως, μπορεί κανείς να βρει τα πάντα στην Wikipedia, όμως συχνά οι πληροφορίες της χρειάζονται διασταύρωση. Η σοφία του πλήθους βοηθά κυρίως όταν τα πράγματα είναι απλά, όταν όμως γίνουν πιο σύνθετα τότε η γνώμη των ειδικών είναι απαραίτητη.

Και στην πολιτική; Βοήθησε η εξαφάνιση του Τύπου; Έκανε καλό η απευθείας επικοινωνία του πολιτικού με τους ψηφοφόρους του; Ή μήπως έβλαψε τη δημοκρατία, επειδή χάθηκε η το ενδιάμεσο φίλτρο, δηλαδή η γνώμη των ειδικών;

Απάντηση, ακόμα, δεν υπάρχει. Ομολογουμένως οι λαϊκιστές πολιτικοί τύπου Τραμπ (για να μην αναγκαστώ να αναφέρω τους Ευρωπαίους αντίστοιχους σε Αριστερά και Δεξιά) επωφελήθηκαν από την εξαφάνιση των μεσαζόντων. Χωρίς τα social media ένα σωρό λαϊκίστικα κόμματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποκτήσουν τη δύναμη που απολαμβάνουν σήμερα. Όμως, από την άλλη μεριά, ήταν το ίντερνετ που βοήθησε, για παράδειγμα, τον Μακρόν να δημιουργήσει το κόμμα του από το μηδέν. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ο λαϊκισμός, παρά την άνοδό του, δεν έχει επικρατήσει ούτε στην Ευρώπη ούτε και στην Αμερική. Δηλαδή, και οι σοβαρές πολιτικές δυνάμεις χρησιμοποιούν το ίντερνετ και τα social media – αυτή τη φορά προς όφελός τους, και προς όφελος της δημοκρατίας.

Αντί συμπερασμάτων: Η κανονικοποίηση του ίντερνετ

Το θέμα της πολιτικής και του ίντερνετ παραμένει ανοιχτό. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι στην Αμερική για πρώτη φορά απέκτησε σημασία μόλις κατά την πρώτη εκλογή Ομπάμα (το 2008), ενώ στην Ευρώπη πολύ αργότερα. Είναι επομένως πολύ νωρίς για να κρίνει κανείς. Αν κάτι όμως μπορεί να παρατηρηθεί ήδη από τους συγγενείς χώρους που παρατηρήθηκε πολύ νωρίτερα η εξαφάνιση των μεσαζόντων είναι η σταδιακή κανονικοποίηση.

Όπως έχω αναφέρει και αλλού, το ίντερνετ καθώς ωριμάζει μοιάζει στην πραγματική ζωή: Ταινίες δεν νοικιάζουμε πια από video clubs όμως πληρώνουμε μηνιαίες συνδρομές, μουσική το ίδιο. Η Britannica έγινε συνδρομητική online, το ίδιο και οι σημαντικότερες συλλογές βιβλίων (πχ. Loeb). Τους ειδικούς στην μουσική, στη λογοτεχνία ή όπου αλλού μπορεί πλέον να μην τους διαβάζουμε σε εφημερίδες, όμως επισκεπτόμαστε τα προσωπικά τους blog ή ιστοσελίδες. Με άλλα λόγια, οι μεσάζοντες επιστρέφουν, επειδή η ανάγκη τους ποτέ δεν έλειψε, όμως πλέον με άλλο τρόπο και μορφή. Θεωρώ ότι το ίδιο θα συμβεί και στην πολιτική: Ο Τύπος θα επιστρέψει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (για πόσο καιρό άραγε δεν θα ντρεπόμαστε να απαντάμε ότι «ενημερωνόμαστε από τα social media»;), όμως μετά από όλη αυτή τη διαδικασία ωρίμανσης ο ρόλος του θα είναι ακόμα πιο ουσιαστικός για τις δημοκρατίες μας.

Το δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 9.09.2021,

Το δικαίωμα του ανθρώπου στην κυβερνοασφάλεια μπορεί να μοιάζει δεδομένο, αλλά η πραγματικότητα είναι μάλλον διαφορετική. Τι χρειάζεται να γίνει για να αποτελέσει αυτονόητο μέρος της ασφάλειας;

Tο θέμα της κυβερνοασφάλειας απασχολεί ήδη πολύ (δείτε και σχετικό κείμενο εδώ, στο 2045.gr), και θα συνεχίσει να απασχολεί και στο μέλλον, καθώς η ζωή μας μετακομίζει σιγά-σιγά από τον πραγματικό στον ψηφιακό κόσμο. Παρότι όμως η σημασία του αυξάνεται καθημερινά, δεν είναι βέβαιο ότι ταυτόχρονα αυξάνεται και η κατανόηση των επιμέρους θεμάτων του. Ή ότι η προσέγγιση σε αυτό από τις οργανωμένες κοινωνίες εξελίσσεται ακολουθώντας τον ίδιο ρυθμό.

Νομική, τεχνική και ανθρώπινη προσέγγιση της κυβερνοασφάλειας

Πριν όμως συζητήσουμε για την ανάγκη εισαγωγής ενός, νέου, δικαιώματος στην κυβερνοασφάλεια, χρήσιμες είναι ορισμένες επισημάνσεις. Η πρώτη και σημαντικότερη αφορά το γεγονός της διάστασης μεταξύ των προσδοκιών του κοινού και της τεχνικής, και νομικής προσέγγισης στο θέμα. Το κοινό, καθένας δηλαδή από εμάς, παίρνει τον όρο κυβερνοασφάλεια κυριολεκτικά – και πολύ καλά κάνει: Η κυβερνοασφάλεια εξασφαλίζει ασφάλεια για όλους μας στο διαδίκτυο. Αντιθέτως όμως, η νομική προσέγγιση μέχρι σήμερα δεν επιδιώκει ακριβώς το ίδιο: Με τον όρο «κυβερνοασφάλεια» ο νόμος σήμερα εννοεί την ηλεκτρονική ασφάλεια ορισμένων κρίσιμων υποδομών (ενέργεια, μεταφορές, νοσοκομεία κα.). Το ίδιο και οι τεχνικοί, οι ειδικοί της κυβερνοασφάλειας: Επιδιώκουν να προστατεύσουν συστήματα υπολογιστών. Το άτομο, ο άνθρωπος, ο χρήστης δεν μπαίνει πουθενά στη νομική και τεχνική συλλογιστική – ή, στην καλύτερη, μπαίνει μόνο έμμεσα.

Η δεύτερη επισήμανση αφορά την τεχνική προσέγγιση στο θέμα. Εδώ μπορεί να ειπωθούν πολλά, αφού η τεχνική πλευρά της κυβερνοασφάλειας είναι μακράν πιο εξελιγμένη από τη νομική ή το ρυθμιστικό πλαίσιο. Το μόνο όμως που ενδιαφέρει αυτό εδώ το κείμενο είναι ότι όλα αυτά τα εργαλεία, όλα αυτά τα δισεκατομμύρια που έχουν δαπανηθεί και δαπανώνται, στοχεύουν να προστατεύσουν υποδομές. Για τους τεχνικούς δεν έχει σημασία ο άνθρωπος, ούτε καν το περιεχόμενο της πληροφορίας: Το μόνο που έχει σημασία είναι να μην «περάσουν» οι επιθέσεις, και να μην δοθεί πρόσβαση στην πληροφορία. Φυλούν τα τείχη, χωρίς να τους νοιάζει τι υπάρχει πίσω από αυτά.

Η τρίτη επισήμανση αφορά το γεγονός ότι η Ελλάδα στον τομέα αυτόν δεν νομοθετεί μόνη. Παρότι το θέμα ανήκει έμμεσα μόνο στην αρμοδιότητα της ΕΕ, στην Ελλάδα εφαρμόζουμε Κοινοτικούς κανόνες και έχουμε ιδρύσει αρχές (ιδίως, την Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας, που λειτουργεί ως Διεύθυνση του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και δεν φαίνεται μέχρι σήμερα να διαθέτει ιστότοπο…) σύμφωνα με Κοινοτικές απαιτήσεις. Αυτό βέβαια δεν αποκλείει τη δυνατότητα στο μέλλον να πάρουμε νομοθετική πρωτοβουλία και να πρωτοτυπήσουμε, όμως για την ώρα απλά ακολουθούμε τους υπόλοιπους Ευρωπαίους.

Τέλος, δεν μπορεί παρά να επισημανθεί ότι και ο ίδιος ο όρος «κυβερνοασφάλεια» (παρότι κατά το ήμισυ ελληνικός: «κυβερνο» / cybersecurity) έχει φιλολογικές καταβολές (από το cyberspace του Gibson),  και τελικά μπερδεύει: Εννοεί το ίντερνετ; Κάτι παραπάνω; Κάτι λιγότερο; Όμως, ομολογουμένως αυτή η επισήμανση τελικά περιττεύει, ο όρος από τη λογοτεχνία μπήκε σε νόμους σε όλη την υφήλιο, τελικά δηλαδή ήρθε για να μείνει.

Έχοντας πει τα παραπάνω, μπορούμε άραγε να μιλήσουμε για ένα δικαίωμα καθενός από εμάς στην κυβερνοασφάλεια;

Κατά τη γνώμη μου, ναι. Αλλά, το θέμα χρειάζεται επεξηγήσεις.

Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι η εποχή μας είναι η εποχή της σωρηδόν πρότασης νέων δικαιωμάτων: Από το δικαίωμα στο ίντερνετ μέχρι το δικαίωμα στο καθαρό νερό,  σε μια ταχυδρομική διεύθυνση, σε έναν τραπεζικό λογαριασμό, στο δικαίωμα της ώριμης ηλικίας, στην κυριολεξία έχει προταθεί να «δικαιωματοποιηθεί» οτιδήποτε βρίσκεται κάτω από τον ήλιο, κάθε πτυχή της καθημερινής μας ζωής. Αυτό φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τους «δικαιωματιστές» (μακριά από εμάς!). Είναι απλά η, ίσως σπασμωδική, προσπάθεια της ανθρωπότητας πρώτα να κατανοήσει και μετά να κατοχυρώσει την νέα πραγματικότητα γύρω της, αυτή την μεταβατική περίοδο που ζούμε.

Επομένως, η συζήτηση για ένα νέο δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια δεν μπορεί να ξεφύγει από το γενικό πλαίσιο της «δικαιωματοποίησης», που, αν μη τι άλλο, της αφαιρεί αξιοπιστία.

Το άλλο πλαίσιο από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει, είναι αυτό του γενικού δικαιώματος στην ασφάλεια.

“Το δικαίωμα στην ασφάλεια είναι, για εμένα τουλάχιστον, ο μόνος λόγος που δημιουργήθηκαν ανθρώπινες κοινωνίες και εξακολουθούμε να ζούμε όλοι μαζί.”

Το ξέρω ότι θυμίζει Λεβιάθαν, όμως για μένα είναι η μόνη πειστική εξήγηση – και για όλους τους υπόλοιπους έστω μια από τις βασικές αιτίες δημιουργίας ανθρώπινων κοινωνιών (οι άλλες που την ανταγωνίζονται είναι η δικαιοσύνη ή η εγγενής κοινωνικότητα του ανθρώπου – καθένας μπορεί να διαλέξει…). Σε κάθε περίπτωση το βασικό δικαίωμα στην ασφάλεια λέει ακριβώς αυτό, ότι καθένας μας δικαιούται να είναι ασφαλής. Ας μην μπούμε στη συζήτηση τι ακριβώς περιλαμβάνει αυτή η «ασφάλεια», δεν χωρά το ίντερνετ όλο για να απαντηθεί. Αντί γι αυτό, ας σκεφτούμε μόνο μήπως η κυβερνοασφάλεια είναι τελικά αυτονόητο μέρος της ασφάλειας.

Για να απαντηθεί αυτό, αν δηλαδή το γενικό μας δικαίωμα στην ασφάλεια καλύπτει και την κυβερνοασφάλεια, θα πρέπει να αρχίσουμε να αναλύουμε τι ακριβώς θα κάλυπτε ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια (αν φυσικά υποθέσουμε ότι συμφωνούμε τι καλύπτει το δικαίωμα στην ασφάλεια, κάτι που είμαι βέβαιος ότι δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα, όμως ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας…).

Κυβερνοασφάλεια για τον άνθρωπο και όχι για τα αντικείμενα

Ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια, νομίζω, ότι θα κάλυπτε άτομα και όχι αντικείμενα (assets). Αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο σήμερα. Όλοι οι νόμοι που παγκοσμίως έχουν εκδοθεί για την κυβερνοασφάλεια καλύπτουν αντικείμενα πληροφορικής (IT assets) και όχι τους ανθρώπους. Το ίδιο και όλες οι προσπάθειες των πληροφορικών: Προσπαθούν να «σώσουν» συστήματα και δίκτυα ή, το πολύ, τις πληροφορίες που τηρούνται σε αυτά, όχι όμως τους ανθρώπους που όλα αυτά αφορούν.

“Επίσης, ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια θα έδινε το δικαίωμα στα άτομα να αντιδράσουν, κάθε φορά που θα δέχονταν επίθεση. Ούτε αυτό συμβαίνει σήμερα.”

Όλοι οι νόμοι είναι στραμμένοι στις υποδομές και με μόνο συμμετέχοντα το Κράτος: Αν κάποια υποδομή (νοσοκομείο, ενέργεια κλπ) αποτύχει να πάρει μέτρα και συμβεί ζημιά, το πολύ να φάει πρόστιμο. Το πρόστιμο επιβάλλεται από κρατική αρχή και πάει στο κρατικό ταμείο. Τα άτομα, που τελικά θίχτηκαν, δεν συμμετέχουν πουθενά. Ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια θα το άλλαζε αυτό.

Τέλος, ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια θα έδινε στους τρίτους, τους κυβερνο-επιτιθέμενους, μια σαφή εικόνα παραβίασης. Τώρα δεν συμβαίνει αυτό. Οι κυβερνο-εγκληματίες (που συχνά είναι τα ίδια τα Κράτη, αλλά και αυτό δεν χωρά να αναλυθεί εδώ) δεν είναι σαφές τι ακριβώς έγκλημα κάνουν – ή, μάλλον, είναι σαφές ότι το έγκλημά τους δεν στρέφεται κατά ατόμων αλλά κατά οργανισμών (ή και κρατών). Είναι σαν να ληστεύουν τράπεζα ή να διαπράττουν ασφαλιστική απάτη: Παρανομούν, αλλά δεν βλάπτουν άμεσα ιδιώτες. Αυτό έχει (ή δεν έχει) την ηθική αξία του. Αντιθέτως, ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια (όπως, για παράδειγμα, ισχύει στα προσωπικά δεδομένα) θα έφερνε αντιμέτωπο απευθείας τον παραβάτη με το θύμα του. Ο πρώτος θα γνωρίζει ότι βλάπτει, ο δεύτερος θα έχει δικαίωμα (ή και υποχρέωση) να αμυνθεί.

Κάπου εκεί νομίζω ότι βρίσκεται η διαφορά με το γενικό δικαίωμα στην ασφάλεια: Η κυβερνοασφάλεια είναι, ή έστω μπορεί να γίνει, πολύ πιο συγκεκριμένη. Ενώ μπορούμε να συζητάμε για αιώνες τι ακριβώς περιλαμβάνει η «ασφάλεια» για τον άνθρωπο (όπως ήδη κάνουμε, άλλωστε…), η κυβερνοασφάλεια είναι κάτι απτό που συμβαίνει τώρα και χρειάζεται αντιμετώπιση. Ομολογουμένως μετά από δεκαετίες, για παράδειγμα το 2045, θα πρέπει να αλλάξει όνομα(!), καθώς η ψηφιακή ζωή μας πιθανότατα θα έχει γίνει αξεχώριστη με την πραγματική. Άρα μάλλον η γενική ασφάλεια θα περιλαμβάνει και την κυβερνοασφάλεια. Θα θεωρεί δηλαδή καθένας αυτονόητο ότι το περιπολικό της Αστυνομίας μπορεί να κληθεί για να προστατεύσει το σπίτι μας και από κυβερνοεπιθέσεις. Μέχρι να συμβεί αυτό όμως, ή, νομίζω σωστότερα, για να συμβεί αυτό όμως, πρέπει να γίνει ξεκάθαρο σε καθέναν ότι έχουμε δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια – εμείς, οι πολίτες, όχι τα λιμάνια και οι σταθμοί της χώρας.

Ανωνυμία στο Διαδίκτυο: Μια σχέση που (δικαίως) φθίνει

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 11.06.2021

Σχεδόν 30 χρόνια μετά την πρώτη μας επαφή με το Ίντερνετ, οι επιχειρήσεις, αλλά και εμείς συνειδητοποιούμε ότι η ανωνυμία στο Διαδίκτυο πρέπει να περιοριστεί.

Tο ίντερνετ είναι γνωστό ότι έχει στρατιωτικές καταβολές (όπως άλλωστε τα περισσότερα πράγματα γύρω μας). Όταν οι στρατιωτικοί βρήκαν άλλες, καλύτερες, τεχνολογίες, το έδωσαν στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Η ακαδημαϊκή κοινότητα ασχολήθηκε μαζί του για καμιά δεκαπενταριά χρόνια πριν το δώσει στην αγορά, περίπου γύρω στο 1995.

Τότε όμως συνέβη κάτι σημαντικό για την εξέλιξή του: Η «σοβαρή» επιχειρηματική αγορά δεν το πίστεψε. Οι οικονομικοί κολοσσοί της εποχής έμειναν λιγότερο ή περισσότερο αδιάφοροι προς το νέο μέσο. Έτσι, δόθηκε η ευκαιρία σε νέους παίκτες να μπουν στην αγορά. Η πρώτη γενιά «κυρίαρχων» του ίντερνετ εξαφανίστηκε μέσα σε λίγα μόλις χρόνια: Ποιος θυμάται σήμερα την Netscape (παρότι πολλοί διαβάζετε αυτό εδώ το κείμενο σε Firefox) ή την μηχανή αναζήτησης AltaVista; Η Amazon ακόμα τότε πουλούσε μόνο βιβλία, από το γκαράζ του Bezos. Σήμερα ζούμε τη δεύτερη γενιά «κυρίαρχων» του ίντερνετ, που ομολογουμένως τα πηγαίνει πολύ καλύτερα από τους προηγούμενους: Το Facebook είναι ήδη δεκαπέντε ετών, η Google λίγο παραπάνω.

Το «Φαρ Ουέστ» περιβάλλον του Διαδικτύου της δεκαετίας του 1990 δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει και τον χαρακτήρα του. Τότε είχαμε την εποχή του ενθουσιασμού, των ατελείωτων νέων δυνατοτήτων. Όπως ακριβώς και στον εποικισμό των δυτικών ΗΠΑ άνθρωποι φιλόδοξοι, ριψοκίνδυνοι και με ταλέντο ρίσκαραν τα πάντα και έσπασαν κάθε κανόνα του «πολιτισμένου κόσμου» που άφησαν πίσω τους προκειμένου να τα καταφέρουν, έτσι και στο Διαδίκτυο εξαιρετικά μορφωμένοι άνθρωποι παράτησαν τα πάντα και ασχολήθηκαν με ένα νέο μέσο που υποσχόταν να αλλάξει την ανθρωπότητα και το οποίο ούτε κυβερνήσεις ούτε πολυεθνικές είχαν ακόμα προσέξει.

Επομένως, το σπάσιμο των κανόνων και μια, περίεργη, αίσθηση ελευθερίας ήταν εγγενή κατά το διάστημα κοινωνικοποίησης του ίντερνετ.”

Για να καταλάβετε, όλη τη δεκαετία του 1990 ασχολούμασταν με το αν σε αγοραπωλησίες στο ίντερνετ οφείλονται φόροι(!), αν τα εθνικά κράτη δικαιούνται ή όχι να επιβάλλουν κανόνες στο Διαδίκτυο(!), και αν γενικά καθένας είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει σε αυτό.

Γιατί επιτράπηκε αρχικά η ανωνυμία στο Internet;

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται η κουβέντα περί ανωνυμίας στο Διαδίκτυο. Η ανωνυμία ήταν περίπου αναγκαστική τη δεκαετία του 1990, όταν μηνύματα μπορούσες να ανταλλάξεις στο ίντερνετ μόνο με συντομεύσεις του ονόματός σου και μάλιστα μόνο με λατινικούς χαρακτήρες. Αν είναι έτσι, τότε γιατί να μην «πειράξει» κανείς το όνομά του ώστε να μην αναγνωρίζεται καν; Άλλωστε, ακόμα τότε ολόκληρο το ίντερνετ ήταν ένα παιχνίδι, ελάχιστα λεφτά ή ιδέες ανταλλάσσονταν σε αυτό.

Το ίδιο και με τα email accounts. Για πολλά, μα πάρα πολλά χρόνια (και σε κάποιο βαθμό ακόμα και σήμερα) οποιοσδήποτε μπορούσε να δημιουργήσει ένα email account με οποιαδήποτε στοιχεία και στη συνέχεια να αρχίσει να στέλνει μαζικά μηνύματα σε συνανθρώπους του με αυτό. Φαντάζομαι ότι κάποτε στο μέλλον η ανθρωπότητα θα κοιτάξει πίσω της με απορία, γιατί ακριβώς δόθηκε τόση επικοινωνιακή δύναμη σε ψεύτικα accounts, όμως ό,τι έγινε έγινε.

Το ίδιο ακριβώς και με τα social media. Τα social media δεν ήταν μια ανάγκη εγγενής στον άνθρωπο. Μάθαμε ότι μας αρέσουν και ότι τα χρειαζόμαστε, δεν γεννηθήκαμε με αυτά. Προκειμένου να τα μάθουμε και να μας γίνουν απαραίτητα, οι επιχειρηματίες που τα δημιούργησαν έκαναν ένα σωρό εκπτώσεις στην ασφάλεια και σε ό,τι ήταν σωστό ευθύς εξαρχής να γίνει, ώστε να προσελκύσουν πελάτες. (Αυτό δεν ήταν ανήκουστο, στην ουσία αντέγραψαν την Microsoft, η οποία για πάρα πολλά χρόνια διέθετε τα Windows και το Office «ξεκλείδωτα», όταν ακόμα προσπαθούσε να μας μάθει να τα χρησιμοποιούμε.). Έτσι λοιπόν το Facebook και οι υπόλοιποι επέτρεψαν τα ανώνυμα ή τα ψευδώνυμα accounts. Αυτό ήταν αναγκαστικό, αν ήθελαν να επιβιώσουν στην αγορά.

Το «Φαρ Ουέστ» εποικήθηκε, και μας έδωσε την Καλιφόρνια και τα γουέστερν και τελικά άλλαξε την ανθρωπότητα για πάντα (αναμφίβολα προς το καλύτερο!), όμως ταυτόχρονα μας έδωσε και τα λιντσαρίσματα και τους robber Barons. Δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να έχει το ένα χωρίς το άλλο. Το μόνο που ίσως μπορεί να κάνει είναι να προσπαθήσει, μέσω νομοθεσίας, να ενισχύσει κάπως τα πρώτα και να περιορίσει κάπως τα δεύτερα.

Έτσι και με το Διαδίκτυο. Το Διαδίκτυο άλλαξε την ανθρωπότητα για πάντα, ξεκάθαρα προς το καλύτερο. Η παγκοσμιοποίηση στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μια ή η άλλη πλευρά του. Όμως ό,τι κακό αναπόφευκτα έφεραν οι συνθήκες ανάπτυξής του τώρα πια είναι σκόπιμο να αντιμετωπιστεί.

Είναι η ανωνυμία κάτι κακό;

Απάντηση στην ουσία σε αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει, μπορούμε να μιλάμε για ώρες ή και για χρόνια εξετάζοντάς το. Οι ψηφοφορίες είναι μυστικές για κάποιο λόγο. Όμως στις επιτροπές που λαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις η ψήφος είναι ονομαστική. Το whistleblowing είναι σημαντικό, όμως τελικά υπάρχει νομοθεσία που το ρυθμίζει. Η Δικαιοσύνη δεν αρνείται να εξετάσει ανώνυμες καταγγελίες, όμως δεν τους δίνει φυσικά την ίδια σημασία με αντίστοιχες επώνυμες.

Και στο Διαδίκτυο; Καλή ή κακή η ανωνυμία στο Διαδίκτυο; Κατά τη γνώμη μου το Διαδίκτυο «κανονικοποιείται» σιγά σιγά, αναπαράγοντας τη ζωή όπως ήδη τη γνωρίζαμε. Επομένως, αν και ο κανόνας πρέπει να είναι η αληθινή, «επώνυμη» δραστηριοποίηση σε αυτό, λίγη ανωνυμία δεν βλάπτει.

Αυτό που βλάπτει είναι η πολλή, η γενικευμένη ανωνυμία. Η με ίσους όρους δραστηριοποίηση ενός ανώνυμου με ένα επώνυμο προφίλ.”

Υπάρχει λόγος που η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί ονόματα, αστυνομικές ταυτότητες και υπογραφές – είναι η λογοδοσία, η ατομική ευθύνη. Σε συνθήκες ανωνυμίας η λογοδοσία χάνεται. Αν χαθεί η λογοδοσία καταστρέφεται ο μόνος συνδετικός κρίκος που μας κρατά οργανωμένους σε κοινωνία.

Επομένως, όταν με το καλό το Διαδίκτυο κανονικοποιηθεί πλήρως τότε λίγη ανωνυμία καλό είναι να επιτραπεί. Μέχρι τότε πρέπει να περιοριστεί. Μέχρι να κατανοήσει και ο πιο πρόσφατος χρήστης ότι «στο ίντερνετ κανείς δεν γνωρίζει ότι είσαι σκύλος», επομένως καθένας μπορεί ανεξέλεγκτα να λέει ό,τι θέλει, οφείλουμε αυτή τη δυνατότητα να την περιορίσουμε – ή και να την εξαλείψουμε εντελώς.

Ήδη πάντως είμαι ικανοποιημένος που η γενική κατεύθυνση είναι ακριβώς αυτή, της ταυτοποίησης των χρηστών. Για να φτάσουμε εδώ και πάλι επικράτησε η, αμείλικτη, λογική της αγοράς: Το Facebook και τα λοιπά social media αφενός έχουν πια αρκετούς χρήστες και αφετέρου συνειδητοποίησαν ότι η ζημιά που μπορεί να πάθουν από την ανωνυμία κάποιων από αυτούς είναι μεγαλύτερη από το όφελος που πιθανώς έχουν επιτρέποντάς τους να συνεχίσουν να υπάρχουν. Επομένως, σιγά-σιγά αρχίζει η ταυτοποίηση των χρηστών, έμμεσα, με τον εν τοις πράγμασι εξαναγκασμό να συνδέσουμε στα προφίλ μας και τα κινητά μας τηλέφωνα. (Τα οποία, μην ξεχνάμε, σχεδόν παντού πλέον στον κόσμο είναι ταυτοποιημένα – η εποχή των «ανώνυμων καρτοκινητών» πέρασε, έχοντας διανύσει παράλληλη τροχιά με αυτήν που εξετάζουμε εδώ). Όταν με το καλό ο αριθμός κινητού θα είναι απαραίτητος για να έχει διατηρεί κανείς λογαριασμό στα internet social media, τότε το πρόβλημα θα έχει σε μεγάλο βαθμό λυθεί. Στο μεταξύ όλοι ελπίζουμε ότι μέχρι τότε η ανθρωπότητα θα έχει βρει το επόμενο «Φαρ Ουεστ» για να εκτονώσει τις δημιουργικές της δυνάμεις – για το καλό όλων μας.