Eίναι το δικαίωμα στη λήθη απαραίτητο βοήθημα στην ψηφιακή εποχή;

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 3.12.2020

Ή τελικά μία μορφή ψηφιακής λογοκρισίας;

Αυτή τη φορά ας ξεκινήσουμε καλύτερα από το τέλος: Δικαίωμα στη λήθη δεν υπάρχει, ή έστω δεν υπάρχει έτσι όπως κανείς θα το φανταζόταν από την εκφώνησή του και μόνο. Το δικαίωμα στη λήθη πρέπει καλύτερα να γίνει αντιληπτό ως σχήμα λόγου, ως μια λογοτεχνική κατασκευή παρά ως ένα κλασσικό, συνηθισμένο νομικό δικαίωμα.

Αφού ξεκινήσαμε μειώνοντας τις προσδοκίες ας δούμε τώρα το τι και το γιατί σχετικά με ένα δικαίωμα που γοήτευσε όλον τον πλανήτη όσο καμία άλλη νομική διάταξη κατά τη δεκαετία που τώρα σιγά σιγά ολοκληρώνουμε.

Τυπικά το «δικαίωμα στη λήθη» κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων, του γνωστού σε όλους μας GDPR. Τα προβλήματα αρχίζουν αμέσως με την πρώτη ανάγνωση: Άρθρο 17, Δικαίωμα Διαγραφής («Δικαίωμα στη Λήθη»). Σε παρένθεση, επομένως, το δικαίωμα στη λήθη. Ουσιαστικά το άρθρο 17 μιλά για το δικαίωμα στη διαγραφή. Ισοδυναμεί η διαγραφή με τη λήθη; Θα το δούμε σε λίγο, όταν στο προσκήνιο θα μπει, δυναμικά, η Google.

“Το άρθρο 17 του Κανονισμού GDPR μιλά για το δικαίωμα στη διαγραφή. Ισοδυναμεί η διαγραφή με τη λήθη;”

Η πρώτη παράγραφος δίνει το περιεχόμενο του δικαιώματος στη λήθη: «Το υποκείμενο των δεδομένων  έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τη διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν […] εάν ισχύει ένας από τους ακόλουθους λόγους». Παρακάτω δίνονται έξι συνολικά λόγοι, ο πρώτος όμως έχει μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν είναι αυτονόητος: «[εάν] τα δεδομένα δεν είναι πλέον απαραίτητα σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέχθηκαν ή υποβλήθηκαν κατ’ άλλον τρόπο σε επεξεργασία». Διαγραφή επομένως μπορούμε να ζητήσουμε και αν η χρησιμότητα της επεξεργασίας των δεδομένων μας έχει πια ολοκληρωθεί.

Για να καταλάβουμε πως περίπου λειτουργεί αυτό το κριτήριο καλό είναι να δούμε πως φτάσαμε ως εκεί. Η Κομισιόν είχε δηλώσει ήδη από το 2010 ότι σκόπευε να εισαγάγει ένα «δικαίωμα στη λήθη (right to be forgotten)» στον GDPR, που όπως είναι γνωστό εκδόθηκε το 2016, όμως το Δικαστήριο την πρόλαβε το 2014: Στην υπόθεση Google Spain ένας Ισπανός διαμαρτυρήθηκε επειδή δεδομένα πλειστηριασμoύ οικίας του για χρέη παρέμεναν δημοσιευμένα για πολλά χρόνια στον ιστότοπο εφημερίδας και εμφανίζονταν στις αναζητήσεις στην Google με το όνομά του. Ζήτησε επομένως τη διαγραφή των στοιχείων. Το Δικαστήριο δικαίωσε την εφημερίδα, όχι όμως και την Google: Θεώρησε ότι η Google καθορίζει τον σκοπό και τα μέσα της επεξεργασίας και ότι ως προς αυτήν, την Google δηλαδή, ο σκοπός της συλλογής και επεξεργασίας για τον συγκεκριμένο Ισπανό είχαν ολοκληρωθεί. Επομένως, η Google διατάχθηκε να διαγράψει.

Οι συνέπειες αυτής της απόφασης του Δικαστηρίου ταρακούνησαν το παγκόσμιο ίντερνετ. Άλλο πράγμα να το συζητάει η Κομισιόν για νόμο που ίσως ισχύσει σε πέντε χρόνια και άλλο το Δικαστήριο να διατάζει διαγραφή εδώ και τώρα. Οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές: Μέσα σε λίγες εβδομάδες η Google έστησε ολόκληρο (ημι-αυτοματοποιημένο) μηχανισμό εξέτασης αιτήσεων για διαγραφή, αφού άλλωστε εντός ολίγων ημερών από την έκδοση της απόφασης είχε προλάβει να λάβει ήδη πάνω από 40.000 τέτοιες αιτήσεις.

          Το σύνολο των αιτήσεων διαγραφής στη Google πλησιάζουν πλέον το 1 εκατομμύριο.

Επομένως το περιεχόμενο του άρθρου 17 που ήρθε το 2016 ήταν προδικασμένο. Εν μέρει τουλάχιστον, αφού ο Κανονισμός επιβεβαίωσε όσα μάθαμε από το Δικαστήριο και προτίμησε να μην πάει παρακάτω ούτε να κάνει κάτι θεαματικά καινούργιο.

Τα πράγματα βέβαια δεν σταμάτησαν εκεί. Με απανωτές, σχεδόν, αποφάσεις το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι οι διαγραφές ισχύουν μόνο για την Ευρώπη (επομένως η Google δεν υποχρεούται να διαγράψει γενικώς) και ότι αιτήματα διαγραφής πχ. «παράνομων» σχέσεων με πολιτικούς ή καταδικαστικές αποφάσεις για σεξουαλικές επιθέσεις δεν πρέπει να δικαιωθούν. Σε όλη την Ευρώπη οι εθνικές Αρχές Προστασίας Δεδομένων εξετάζουν πλέον αιτήσεις διαγραφής που αρνείται η Google (ο γράφων υπηρετεί για την ώρα στην ελληνική Αρχή, όμως οι απόψεις εδώ είναι αυστηρά προσωπικές), με τον αντίστοιχο όγκο εργασίας τους να έχει αυξηθεί σημαντικά.

Όμως η νομική ανάλυση πρέπει να σταματήσει εδώ, για τα υπόλοιπα ας αναζητηθεί βοήθεια από τους ειδικούς. Σκοπός εδώ είναι να δούμε αν το, όποιο, δικαίωμα στη λήθη, αν υποτεθεί ότι λήθη σήμερα αποτελεί η διαγραφή από τον κατάλογο αποτελεσμάτων της Google (delisting), είναι απαραίτητο ψηφιακό βοήθημα για το άτομο ή ψηφιακή λογοκρισία.

Είναι απαραίτητο ψηφιακό βοήθημα για το άτομο, επειδή μια πληροφορία που θα ήταν δύσκολο να εντοπίσει κανείς, κρυμμένη από την κοινή θέα σε δημοσιεύματα εφημερίδων μικρής κυκλοφορίας ή σε βιβλία εκτός κυκλοφορίας ή σε ιστολόγια (blogs) ή σε σχόλια (comments) ο (εξαιρετικός) αλγόριθμος της Google την φέρνει πανεύκολα και εντός δευτερολέπτων μπροστά μας. Τίποτα πια δεν μπορεί να κρυφτεί, να ξεχαστεί μέσω της μη διαρκούς υπενθύμισης. Το χειρότερο μάλιστα είναι ότι το κουτσομπολιό και το «σχολιάκι» εμφανίζονται δίπλα, σαν ίσα, στην έγκυρη ανάλυση ή στην επίσημη διάψευση ή στην απαλλακτική δικαστική απόφαση. Ή, ακόμα χειρότερα, αν το «πικάντικο» έχει προσελκύσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον (περισσότερα «κλικ») τότε εμφανίζεται πρώτο στα αποτελέσματα αναζήτησης, ως περισσότερο σχετικό. Η «ρετσινιά» ενός στιγμιαίου λάθους μας ή ένα ψέμα παρότι τελικά φανερώθηκε μπορεί να συνοδεύουν ψηφιακά το όνομά μας για πάντα.

“Που σταματά το δικαίωμα στην ενημέρωση ή και στην ασφάλεια του προσώπου και ξεκινούν τα δικαιώματα στην προσωπικότητα ή στα προσωπικά δεδομένα ή στην προσωπική ζωή;”

Ψηφιακή λογοκρισία είναι επειδή δεν είναι δουλειά της Google (αν με ρωτήσετε, ούτε και των Αρχών Προστασίας Δεδομένων) να κρίνει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να μείνει στη λαϊκή μνήμη («λαϊκή» με την έννοια ότι σχεδόν για όλους μας σήμερα η Google είναι η βασική μηχανή αναζήτησης γνώσης). Πρέπει ή δεν πρέπει να μπορούμε εύκολα να μάθουμε ότι ο γείτονάς μας απασχόλησε την αστυνομία κάποτε; Ότι ο γιατρός ή ο δικηγόρος μας κάποτε είχαν προβλήματα με τους συλλόγους τους; Ότι ο δάσκαλος των παιδιών μας όταν ήταν φοιτητής είχε κακοδιαχειριστεί το ταμείο του φοιτητικού συλλόγου του; Ότι ο ιερέας της ενορίας μας είχε τσακωθεί με το ποίμνιό του στο παρελθόν; Ότι ο φούρναρής μας είχε κατηγορηθεί online ως ακροδεξιός ή ακροαριστερός; Ή ότι συμμετείχε σε πορεία; Που σταματά το δικαίωμα στην ενημέρωση ή και στην ασφάλεια του προσώπου και ξεκινούν τα δικαιώματα στην προσωπικότητα ή στα προσωπικά δεδομένα ή στην προσωπική ζωή; Που σταματά η απαραίτητη ή χρήσιμη γνώση και ξεκινά το περιττό κουτσομπολιό;

Δύσκολα θέματα που απάντηση δεν έχουν. Η γνώμη μου, αν με ρωτήσετε, είναι ότι η περίοδος που περνάμε είναι μεταβατική και ότι όλα θα λυθούν από μόνα τους. Σήμερα, ο άνθρωπος χρειάζεται κάθε βοήθεια που μπορεί να του προσφερθεί στο ίντερνετ επειδή όλα κι όλα δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει στη νέα πραγματικότητα που ζούμε, επομένως το, όποιο, δικαίωμα στη λήθη κάνει καλό. Από την άλλη μεριά, η ψηφιακή λογοκρισία από ιδιωτικές εταιρείες ή ακόμα και από κρατικές αρχές πρέπει κάποια στιγμή στο μέλλον να σταματήσει: Η πληροφορία πρέπει να παραμείνει ελεύθερη και προσβάσιμη από όλους με τους ίδιους όρους – αρκεί καθένας μας να έχει μάθει στο μεταξύ να ξεχωρίζει ανάμεσα σε κάτι που διάβασε στο τοονομαμουειναιβαγγελης.com και στον ιστότοπο της Britannica.

To Internet ως υπηρεσία κοινής ωφέλειας

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 2.11.2020

Η ιδέα της πρόσβασης στο Internet ως υπηρεσία κοινής ωφέλειας δεν είναι καινούργια. Είναι όμως αρκετά ώριμη για να υιοθετηθεί;

Υποθέτω ότι όλοι εμείς οι (πολύ) παλαιότεροι θα θυμόμαστε τις ραδιοφωνικές διαφημίσεις της δεκαετίας του 1980 που διαβεβαίωναν ότι τα οικόπεδα προς πώληση κάπου στην Ανατολική Αττική (δηλαδή, τότε, πολύ μακριά από την πόλη) είχαν πράγματι «φως, νερό, τηλέφωνο», δηλαδή τα βασικά. Το ερώτημα τώρα όμως πλέον είναι, μήπως στα βασικά έχει πια προστεθεί και το ίντερνετ;

Υπάρχουν δύο τουλάχιστον τρόποι να αντιμετωπίσει κανείς το ερώτημα αυτό, ένας κοινωνικός και ένας νομικός. Ο πρώτος αφορά την κατάσταση γύρω μας, το πως δηλαδή καθένας μας αντιλαμβάνεται το ίντερνετ. Ο δεύτερος, ο νομικός, αφορά ένα ενδεχόμενο «δικαίωμα στο ίντερνετ».

H κοινωνική διάσταση του θέματος

Κοινωνικά κατά τη γνώμη μου η κατάσταση είναι διφορούμενη: Από τη μια μεριά, καθένας μας (τουλάχιστον από όσους επικοινωνούμε εδώ) έχει σύνδεση στο ίντερνετ σταθερή και κινητή (data), διαθέτει περισσότερες από μία συσκευές για να συνδέεται (smartphone, υπολογιστή, tablet, wearable ή ό,τι άλλο), θεωρεί αυτονόητο ότι πρώτη κίνηση σε νέο κατάλυμα ή σπίτι είναι η σύνδεση στο ίντερνετ, και γενικά δεν διανοείται τη ζωή του off-line παρά μόνο ίσως σε περίοδο διακοπών.

Είναι όμως πράγματι έτσι τα πράγματα; Παρόλα τα παραπάνω, κατά τη γνώμη μου δεν είμαστε ακόμα βέβαιοι ότι το ίντερνετ αποτελεί αυτονόητη παροχή. Για παράδειγμα, θα διαφήμιζε κανείς ποτέ σήμερα την παροχή «ζεστού νερού» στα ξενοδοχεία; Ή την ύπαρξη χωριστής τουαλέτας ανδρών-γυναικών στα καφέ; Προφανώς όχι, επειδή θεωρούνται αυτονόητα. Τότε γιατί τόσο τα ξενοδοχεία όσο και τα καφέ εξακολουθούν να διαφημίζουν την παροχή «δωρεάν Wi-Fi» στους πελάτες τους;

Το ίδιο και στους χώρους εργασίας: Θα δήλωνε ποτέ κανείς στο βιογραφικό του σημείωμα ότι γνωρίζει να γράφει και να διαβάζει; Προφανώς όχι – τότε όμως γιατί νιώθει την ανάγκη να διευκρινίσει τη «γνώση χρήσης Η/Υ και ίντερνετ»; Ομοίως και από τη μεριά του εργοδότη, θα είχε ποτέ κανένας οργανισμός εσωτερικό κανονισμό, πόσο νερό ή καφέ δικαιούται κάθε εργαζόμενος να καταναλώνει την ημέρα; Τότε γιατί έχει εσωτερικούς κανόνες για τη χρήση του ίντερνετ;

Μια μεταβατική εποχή

Κατά τη γνώμη μου επομένως ζούμε σε μεταβατική εποχή που το ίντερνετ θεωρείται ακόμα πρόσθετη και όχι βασική παροχή. Μπορεί σιγά-σιγά αυτό να αλλάζει και κανένας μας, για παράδειγμα, να μην διέμενε ποτέ σε κατάλυμα χωρίς «Wi-Fi», όμως το ίντερνετ δεν έχει φτάσει ακόμα στο μυαλό μας να εξομοιωθεί πλήρως με το «φως, νερό, τηλέφωνο».

Η κοινωνική απάντηση θεωρητικά προδικάζει και τη νομική – και σε αυτή την περίπτωση ευτυχώς αυτό πράγματι συμβαίνει. Ο νόμος δεν μπορεί να είναι μακριά, ή έστω πολύ μακριά, από την κοινωνία. Αν η κοινωνία ακόμα θεωρεί το ίντερνετ πρόσθετη παροχή ο νομοθέτης θα ήταν λάθος να την κάνει βασική.

Το θέμα εξετάστηκε σε κάποιο βάθος πριν καμιά δεκαριά χρόνια, αφού και η νομική άλλωστε έχει τις μόδες της (σήμερα, για παράδειγμα, αν δεν μιλήσεις για αλγόριθμους είσαι εκτός κλίματος). Το ερώτημα τότε ήταν αν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι υπάρχει κάτι σαν «δικαίωμα στο ίντερνετ», που θα το προσθέταμε στον κατάλογο των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Προσοχή όμως, εδώ χρειάζεται μια απαραίτητη διευκρίνιση: Αυτό εδώ το κείμενο εξετάζει την πρόσβαση στο ίντερνετ, όχι τη συμμετοχή στο ίντερνετ. Πρόσβαση στο ίντερνετ σημαίνει ακριβώς αυτό, να έχει κανείς δηλαδή τη δυνατότητα σύνδεσης. Συμμετοχή στο ίντερνετ, η οποία ως συμμετοχή στην Κοινωνία της Πληροφορίας ρυθμίζεται και στο Σύνταγμά μας, μπορεί να σημαίνει πολλά άλλα πράγματα επιπλέον της πρόσβασης – ή και τίποτα απολύτως.

Η απάντηση και στη νομική ανάλυση ήταν τελικά αρνητική. Ούτε σε υπάρχοντα κείμενα μπορούσαμε να θεμελιώσουμε έμμεσα ένα τέτοιο νέο δικαίωμα, ούτε ήταν σκόπιμο να εισαχθούν νέες διατάξεις. Οι λόγοι ήταν τόσο πρακτικοί όσο και τεχνικοί: Τι θα πει «πρόσβαση»; Δυνατότητα ή πράγματι σύνδεση; Αρκεί οποιαδήποτε πρόσβαση, ακόμα και χαμηλής ταχύτητας; Μήπως αυτό το δικαίωμα τελικά κατέληγε να επιβαρύνει κυρίως ιδιώτες;

Μετεξέλιξη, άλλωστε, αυτής της συζήτησης είναι η σημερινή αντιπαράθεση, κυρίως στην Αμερική, για το αν τα online social media (δεν χρειάζεται να αναφέρω, νομίζω, ποιον αφορά κυρίως αυτό…) πρέπει να αντιμετωπιστούν ως utilities ή όχι.

Έχει βάση “το δικαίωμα στο Ίντερνετ”;

Επομένως το δικαίωμα στο ίντερνετ δεν υπάρχει σήμερα και μάλλον δεν πρόκειται να υπάρξει ούτε και στο μέλλον. Η νομική επιστήμη αντικατοπτρίζει την καθημερινότητα που, για την ώρα τουλάχιστον, αντιμετωπίζει το ίντερνετ ως πρόσθετη παροχή και δεν το εξομοιώνει με τα βασικά.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι τα πράγματα δεν πρόκειται να αλλάξουν, ότι το ίντερνετ δεν θα προστεθεί στον κατάλογο των βασικών παροχών σύντομα. Η δική μου γενιά, των σημερινών 45-50άρηδων, δεν μεγάλωσε με το ίντερνετ, ίσα ίσα το ίντερνετ μας συνάντησε σε ώριμη ηλικία. Οι νεότερες γενιές όμως γεννήθηκαν με αυτό. Ό,τι για εμάς χρειάζεται διευκρίνιση («δωρεάν WiFi», «γνώση χειρισμού Η/Υ») σε λίγα χρόνια θα θεωρείται αυτονόητο. Ίσως τότε πάψουμε να ρωτάμε πριν μπούμε σε καφέ αν «έχετε ίντερνετ», με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κανένας (ή, έστω, οι περισσότεροι) δεν θα αγόραζε ποτέ οικόπεδο χωρίς «φως, νερό, τηλέφωνο» σαράντα χρόνια πριν.