Εθνική κυριαρχία στην ψηφιακή εποχή

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 18.05.2021

Που (πρέπει να) βρίσκονται τα δεδομένα μας;

Πριν λίγες μέρες για τις ανάγκες μιας ακαδημαϊκής παρουσίασης σχετικά με «παραβιάσεις προσωπικών δεδομένων» (personal data breaches) θυμήθηκα εκείνη τη διαρροή δεδομένων των αεροπορικών εταιρειών που «άγγιξε» και την Ελλάδα, αφού σχετικές ενημερώσεις πήραμε και όσοι χρησιμοποιούμε συχνά την Aegean. Ψάχνοντας λίγο περισσότερο είδα ότι την παραβίαση στην ουσία την υπέστη η εταιρεία Sita, η οποία από ό,τι φαίνεται επεξεργάζεται όλα τα δεδομένα των ευρωπαίων που ταξιδεύουμε με αεροπλάνο, αφού εξυπηρετεί εκατοντάδες αεροπορικές εταιρείες μεταξύ των οποίων και όσες ανήκουν στη Star (Lufthansa group) αλλά και στην One World (British Airways group) alliance.

Τι εθνικότητας είναι η Sita; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει, επειδή το κρύβει επιμελώς (έβαλε άλλωστε και τον Guardian να κάνει διόρθωση σχετικά). Τυπικά έχει έδρα στην Ελβετία (Γενεύη), ουσιαστικά ίσως στην Αμερική (Ατλάντα), όμως κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Σε κάθε περίπτωση πάντως, αν κάτι γι αυτήν είναι σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται για ευρωπαϊκή εταιρεία.

Όλα τα δεδομένα, επομένως, από οποιαδήποτε πτήση κάθε Έλληνα πολίτη τηρούνται, άμεσα ή έμμεσα, στην Αμερική (ή, τέλοσπάντων, η αμερικανική κυβέρνηση μπορεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτά).

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για όλα τα οικονομικά δεδομένα κάθε Έλληνα πολίτη: Η Visa και η Mastercard είναι αμερικανικές εταιρείες.

Τι άλλο κάνει ένας άνθρωπος μέσα στην ημέρα του εκτός από το να καταναλώνει και ίσως να ταξιδεύει; Εργάζεται. Η Microsoft, η Google και η Apple είναι αμερικανικές εταιρείες. Θυμίζω επίσης ότι ενώ στο παρελθόν τα εργαλεία software τα αγόραζε κανείς «από το ράφι», τα εγκαθιστούσε στο εσωτερικό του δίκτυο και τα δεδομένα του τηρούνταν τοπικά, σήμερα όλα τα παραπάνω προϊόντα λειτουργούν στο cloud.

Φυσικά, δεν υπάρχει κανένας νομίζω λόγος να θυμίσω ότι και η διασκέδαση του μέσου Έλληνα παρέχεται απευθείας από αμερικανικές εταιρείες, από τα social media μέχρι το Netflix και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια-πλατφόρμες.

Σταματώ εδώ, όχι τόσο για λόγους οικονομίας κειμένου όσο γιατί εδώ σταματούν οι γνώσεις μου. Δεν γνωρίζω τι συμβαίνει με τα δεδομένα των οπλικών συστημάτων, ούτε με τις τεχνολογικές υποδομές πίσω από τα κρατικά δεδομένα ασφαλείας, ούτε καν τις τεχνολογικές υποδομές πίσω από τα απλά δεδομένα των Ελλήνων πολιτών που τηρεί η ελληνική κυβέρνηση. Φαντάζομαι ότι μέτρα ασφαλείας τήρησης των δεδομένων θα έχουν ληφθεί τόσο σε ελληνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αν και μάλλον θα έπρεπε κανείς να είναι αφελής για να πιστέψει ότι οι, Αμερικανοί κατασκευαστές τους δεν έχουν λάβει και εκείνοι τα δικά τους μέτρα πρόσβασης και σε αυτά τα δεδομένα αν χρειαστεί. Άλλωστε, αυτή ακριβώς η υποψία δεν βρίσκεται πίσω από την αμερικανική εναντίωση να χρησιμοποιούμε κινεζικά προϊόντα για τις αντίστοιχες χρήσεις;

Συνεπώς σήμερα όλα τα δεδομένα μας ή και του ελληνικού κράτους οποιαδήποτε ώρα και στιγμή μιας οποιασδήποτε ημέρας τα επεξεργάζονται αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες μάλιστα πιθανότατα, πολύ βολικά, παρέχουν και υπηρεσίες αποθήκευσης και τήρησής τους. Αντίστοιχα, ό,τι ισχύει για την Ελλάδα υποθέτω ότι ισχύει λιγότερο ή περισσότερο και για τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη.

Πως φτάσαμε ως εδώ;

Πριν 20-30 χρόνια αυτή δεν ήταν καθόλου αυτονόητη κατάσταση ούτε για τα κράτη ούτε για τους πολίτες. Το λογισμικό βέβαια ήταν σημαντικό στην Ευρώπη και ήδη χρησιμοποιούνταν από τη δεκαετία του 1970 από τη δημόσια διοίκηση και του 1980 από τον ιδιωτικό τομέα. Όμως, αφενός μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1990 τα αρχεία ήταν ακόμα κυρίως σε χαρτί και αφετέρου το λογισμικό ήταν προορισμένο να εγκατασταθεί και να λειτουργήσει τοπικά. Αυτό το δεύτερο έχει, κυρίως, σημασία: Μέχρι και τις αρχές του 2000 κάθε κράτος, κάθε επιχείρηση και κάθε πολίτης αγόραζε πακέτα λογισμικού «από το ράφι», τα εγκαθιστούσε τοπικά μόνος του σε υπολογιστές που ελάχιστα συνδεδεμένοι ήταν μεταξύ τους, και τηρούσε τα δεδομένα του «δίπλα του». Οι ενημερώσεις λογισμικού γίνονταν «με το χέρι». Η τεχνική υποστήριξη παρεχόταν τοπικά, αναγκαστικά με «δια ζώσης» παρουσία τεχνικού.

Το internet, το cloud αλλά και οι επιθετικές συνδρομητικές πολιτικές των (αμερικανικών) εταιρειών ανέτρεψαν για πάντα αυτό το μοντέλο. Οι υπολογιστές, τα smartphones ή τα tablets συνδέονται πλέον ήδη από το άνοιγμα του κουτιού τους με τον κατασκευαστή τους για διαρκή παροχή ενημερώσεων λογισμικού. Οι εφαρμογές μας εγκαθίστανται με download και όχι μέσω cd ή άλλων drives (που πια έχουν εξαφανιστεί). Η τεχνική υποστήριξη παρέχεται αποκλειστικά online, μέσω απομακρυσμένης πρόσβασης.

Έτσι, κατά τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια μπορεί οι τεχνολογικές λύσεις να έγιναν φθηνότερες, ταχύτερες και αποτελεσματικότερες όμως αυτό το πέτυχαν μέσω της αναγκαστικής διαρκούς μετάδοσης των δεδομένων στον (Αμερικανό) κατασκευαστή τους.

Στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη ανταλλάξαμε, δηλαδή, εθνική κυριαρχία με οικονομικά οφέλη. Δώσαμε έλεγχο, και πήραμε παραγωγικότητα.”

Αυτό περίπου είναι, όπως το βλέπω εγώ, το κοινωνικό, ιστορικό και τεχνολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο διεξάγεται σήμερα ο νομικός διάλογος για data sovereignty, data residency και data localisation. (Τους όρους τους αφήνω επίτηδες αμετάφραστους, όχι μόνο επειδή δεν υπάρχει γενικά αποδεκτή ελληνική απόδοση αλλά και προκειμένου να δώσω τη δυνατότητα σε όποιον ενδιαφέρεται να το ψάξει περισσότερο.) Όμως, όπως είπα, αυτή είναι η δική μου θεώρηση των πραγμάτων (για την οποία έχω ήδη γράψει στο 2045.gr και εδώ). Μια διαφορετική προσέγγιση των ίδιων ακριβώς γεγονότων και της ίδιας πραγματικότητας θα υποστήριζε ίσως ότι η ψηφιακή τεχνολογία έδωσε στην ανθρωπότητα πρωτοφανείς δυνατότητες να επεξεργαστεί δεδομένα φθηνά και γρήγορα και προς όφελος όλων μας. Και ότι δεν πειράζει που στη διαδικασία αυτή τα δεδομένα όλων μας τα τηρεί ένα και μόνο κράτος, επειδή το σύστημα των data centers είναι τόσο διάσπαρτο που κανείς στην ουσία δεν ξέρει που ακριβώς βρίσκεται τι.

Αυτές οι δύο διαμετρικά αντίθετες απόψεις (η σημερινή κατάσταση είναι ή δεν είναι πρόβλημα για τα κράτη και τους πολίτες τους) συγκρούονται σε παγκόσμιο ρυθμιστικό επίπεδο, σε έναν παγκόσμιο νομικό πόλεμο. Η Αμερική, εύλογα, επιθυμεί τη διατήρηση της παρούσας κατάστασης, ιδεολογικά μέσω της ελευθερίας των αγορών και του «ανοίγματος» της ψηφιακής οικονομίας και, πρακτικά, μέσω της συνεχιζόμενης ανοχής στον γιγαντισμό των ψηφιακών εταιρειών της, παρότι δημιουργούν πλέον και στο εσωτερικό της οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Η Ευρώπη θέλει να διατηρήσει κάπως τον έλεγχο, όμως γνωρίζει ότι για να το πετύχει αυτό διαθέτει μόνο νομικά εργαλεία: Ο GDPR, η νομοθεσία για την κυβερνοασφάλεια και τώρα ίσως και η νομοθεσία για την Τεχνητή Νοημοσύνη βάζουν έμμεσα κανόνες στο που και πως τηρούνται τα δεδομένα. Δεν διαθέτει όμως ακόμα τις τεχνολογικές λύσεις για να υποστηρίξει τα θέλω της. Η Κίνα λειτουργεί το εντελώς δικό της σύστημα, μακριά από την Αμερικανική παντοδυναμία: Δικές της τεχνολογίες, δικές της πιστωτικές κάρτες, δικά της data centers, δικά της social media. H Ρωσία λιγότερο ή περισσότερο ακολουθεί το παράδειγμά της.

Στον παραπάνω νομικό και τεχνολογικό πόλεμο κερδίζονται και χάνονται πολλές μάχες. Για παράδειγμα, ο GDPR ήταν μια κερδισμένη, παγκόσμια μάχη για την Ευρώπη. Η Αυστραλία έχασε από το Facebook. Η Microsoft και η Apple προσπάθησαν, καθεμία με διαφορετικό βαθμό επιτυχίας, να αντισταθούν σε αιτήματα πρόσβασης από τις αμερικανικές αρχές. Η, κινεζική, Huawei «ταλαιπωρήθηκε» από τις αμερικανικές αρχές. Το TikTok το ίδιο.

Και για το μέλλον; Αν με ρωτάτε, είμαι εντελώς πεπεισμένος ότι τα δεδομένα των Ελλήνων πολιτών και του ελληνικού κράτους πρέπει να παραμένουν στην Ελλάδα, προστατευμένα κατά το δυνατό από οποιαδήποτε πρόσβαση τρίτου. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι κάτι τέτοιο είναι εντελώς ανέφικτο, αφού οι τεχνολογικές ανάγκες για να συμβεί κάτι τέτοιο μας ξεπερνούν κατά πολύ.

Η Ευρώπη, επομένως, είναι η μόνη λύση. Η αναγκαστική επεξεργασία και τήρηση των δεδομένων σε ευρωπαϊκό έδαφος από ευρωπαϊκές εταιρείες είναι για εμένα μονόδρομος. Localisation, συνεπώς – το sovereignty ή το residency δεν αρκούν. Όπως θα σας πει οποιοσδήποτε νομικός, είναι πρακτικά αδύνατο να επιβάλεις δικό σου νόμο στο εσωτερικό τρίτου κράτους όταν στο κράτος αυτό δεν αρέσει ο νόμος σου. Αυτή όμως είναι η ουσία της εθνικής κυριαρχίας ακόμα και στην ψηφιακή εποχή, ο βασικός ρόλος του κράτους: Η προστασία των πολιτών του σύμφωνα με τους νόμους που οι ίδιοι ψήφισαν. Παλιά αυτό γινόταν εύκολα, με φυσικό τρόπο, εντός εθνικών συνόρων. Αν ψηφιακά σύνορα ίσως σήμερα δεν υπάρχουν (αν και οι Κινέζοι και οι Ρώσοι θα διαφωνούσαν με αυτό), είναι νομίζω καιρός σήμερα να τα δημιουργήσουμε.

Η εταιρεία μας σας εύχεται,
Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση
Για εσάς και την οικογένεια σας!

Ελλάδα 2.0: Εύστοχος όρος, τεκμηριωμένο σχέδιο, μήπως θα μπορούσε να γίνει ακόμα καλύτερο;

Δημοσιεύθηκε στο emea.gr, 27.04.2021

Ο όρος Ελλάδα 2.0 είναι εύστοχος, τουλάχιστον για τη γενιά μου – και αυτό ίσως είναι ένα πρόβλημα, αφού δεν είμαι βέβαιος αν σημαίνει κάτι για τους μεγαλύτερους και τους μικρότερους από εμάς.

Η εντυπωσιακή ακόμη και εν μέσω πανδημίας, παρουσίαση της Κυβέρνησης πριν ένα περίπου μήνα του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας, «Ελλάδα 2.0» έφερε τον όρο δυναμικά στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Για το περιεχόμενό του αρκετά έχουν γραφτεί ήδη (για παράδειγμα, εδώ και εδώ). Αν ήταν να διακρίνω κάτι ειδικά από όσα έχουν ήδη ειπωθεί, λόγω και προσωπικού ενδιαφέροντος, θα ήταν η έμφαση στη νεοφυή επιχειρηματικότητα και στην καινοτομία, αφού χωρίς αυτές ακόμα και οι καλύτερες «βαριές», δομικές αλλαγές θα έμεναν αχρησιμοποίητες.

Ο όρος Ελλάδα 2.0 είναι εύστοχος, τουλάχιστον για τη γενιά μου – και αυτό ίσως είναι ένα πρόβλημα, αφού δεν είμαι βέβαιος αν σημαίνει κάτι για τους μεγαλύτερους και τους μικρότερους από εμάς. Απαιτείται, επομένως, επεξήγηση. Η πρώτη γενικά του internet άρχισε περίπου το 1995 και κράτησε μια δεκαετία. Ήταν η εποχή που στήθηκε η τεχνική υποδομή, όμως έλειπε ακόμα το περιεχόμενο. Οι μεγαλύτεροι παγκόσμιοι οργανισμοί είχαν «σηκώσει» ιστοσελίδες, όμως κατά κανόνα ο μέσος πολίτης δεν είχε κανέναν ιδιαίτερο λόγο να μπαίνει στο ίντερνετ κάθε μέρα. Η επικοινωνία ήταν μονόδρομη: Από τους οργανισμούς και κάποιους μεγάλους πωλητές (το Amazon τότε ξεκίνησε, πουλούσε μόνο βιβλία) προς πολίτες-παθητικούς δέκτες. Όλα αυτά άλλαξαν στις αρχές του 2000, όταν ξεκίνησαν τα ιστολόγια. Ξαφνικά η επικοινωνία έγινε αμφίδρομη, δηλαδή και απλοί χρήστες μπορούσαν να δημοσιεύσουν περιεχόμενο. Ξεκίνησαν επομένως να μιλούν και μεταξύ τους, αντί να παραμένουν παθητικοί δέκτες πληροφοριών. Ήταν αυτή ακριβώς η αλλαγή που έφερε τα social networks και τις πλατφόρμες, που κυριαρχούν στη ζωή μας σήμερα. Για να σηματοδοτηθεί αυτή η αλλαγή χρησιμοποιήθηκε ο όρος Web 2.0 (ως τρυκ του marketing, δεν χρησιμοποιούσαμε πριν τον όρο Web 1.0, ούτε σήμερα πηγαίνουμε προς Web 3.0). Συμβολικά το χρονικό σημείο εντοπίζεται στο 2006, όταν το Time είπε ότι Person of the Year είμαστε Εμείς (You), στο πασίγνωστο πλέον εξώφυλλό του με τον καθρέφτη όπου καθένας μας έβλεπε τον εαυτό του.

Συνεπώς, η Ελλάδα 2.0 σηματοδοτεί την αλλαγή παραδείγματος, κάτι καινούργιο και διαφορετικό. Όπως τόνισαν τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη, «Τι είναι το πρόγραμμα Ελλάδα 2.0;  Είναι ένα συνεκτικό σχέδιο επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων που έχει σαν στόχο να κάνει update στο λειτουργικό της χώρας. Στο software και το hardware της Ελλάδας».

Η Ελλάδα 2.0 αποτελεί αναμφίβολα τεκμηριωμένο σχέδιο. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την σημαντική επιστημονική και τεχνοκρατική εργασία πίσω από την εκπόνησή του. Αυτό άλλωστε προκύπτει έμμεσα και από την, αμήχανη, αντίδραση της αντιπολίτευσης που είχε να αντιπροτείνει μόνο το «Χαβάη 5-0» (σημειολογικά, πάντως, εξίσου όρους που λέει κάτι μόνο στη γενιά μου!). Η λογική του συνέχεια είναι ξεκάθαρη: Το σχέδιο Πισσαρίδη εκπονήθηκε εγκαίρως, μελετήθηκε, και τώρα υλοποιείται. Τα απαραίτητα βήματα τόσο ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και στο ελληνικό Κοινοβούλιο ήδη εκτελούνται. Όπως συμβαίνει και με την αντιμετώπιση της πανδημίας, ιδίως με τους μαζικούς εμβολιασμούς, λίγοι μπορούν να αμφισβητήσουν ότι η Ελλάδα προχωρεί οργανωμένα, όπως είχαμε καιρό να δούμε, και με σχέδιο καλύτερο από των υπόλοιπων Ευρωπαίων.

Συγκεκριμένα, η Ελλάδα 2.0 μου θύμισε τον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όπως είναι γνωστό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή λειτουργεί εντελώς τεχνοκρατικά: Πρώτα αποφασίζει επιμέρους τομείς παρέμβασης, στη συνέχεια διαμορφώνει συγκεκριμένους στόχους, μετά ξοδεύει χρήματα και ανθρώπινους πόρους (νόμους) για να τους επιτύχει, και στο τέλος αξιολογεί τι πέτυχε και τι χρειάζεται ακόμα βελτίωση.

Αυτή η προσέγγιση δεν είναι όμως πάντα η ιδανική. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επανειλημμένα κατηγορηθεί ως ένας «στεγνός», γραφειοκρατικός μηχανισμός που είναι απομακρυσμένος από τον Ευρωπαίο πολίτη. Πιθανότατα αυτό οφείλεται στο ότι έτσι ακριβώς είχε σχεδιαστεί τότε, τη δεκαετία του 1950. Όμως, η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι εθνικές κυβερνήσεις πρέπει να την μιμηθούν. Ίσα ίσα. Οι εθνικές κυβερνήσεις χαράσσουν πολιτικές – δεν διαχειρίζονται απλώς λεφτά.

Λείπει επομένως κάτι από την Ελλάδα 2.0; Θα μπορούσε να γίνει κάτι παραπάνω; Κατά τη γνώμη μου, ναι. Νομίζω ότι είναι περιοριστικό η Ελλάδα 2.0 να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως οικονομικό φαινόμενο, αποκλειστικά ως αλλαγή του «παραγωγικού παραδείγματος». Μια τέτοια οπτική την κάνει αυτομάτως απλά και μόνο διαχειριστικό εργαλείο. Βέλτιστο, βιώσιμο, στοχοθετημένο και τεκμηριωμένο, αλλά πάντως οικονομικό και μόνο.

Θα μπορούσε να είναι και κάτι ακόμα; Ναι. Θα μπορούσε να αποτελέσει επιπλέον και κοινωνικό μοντέλο. Μαζί με τα χρήματα να έρθουν και ιδέες και πολιτικές για την κοινωνική αλλαγή της Ελλάδας. Για τη συνολική αναθεώρηση του κοινωνικού, και όχι μόνο του παραγωγικού, παραδείγματος. Με λίγα λόγια, στην Ελλάδα 2.0 το οικονομικό αφήγημα θα μπορούσε να συνοδεύεται και από, αντίστοιχο, κοινωνικό. Με αυτόν τον τρόπο η στοχοθεσία του θα ήταν ακόμα πιο φιλόδοξη – και πιο διαρκής.

Πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάλαβε τις ατέλειές της και θέσπισε θέση Επίτροπου για την «Προώθηση του Ευρωπαϊκού Τρόπου Ζωής Μας», ο οποίος μάλιστα ανατέθηκε σε Έλληνα. Το στοίχημά της είναι, πλέον, υπαρξιακό: Έναν καλό διαχειριστή όλοι τον αγαπούν, όμως κανείς δεν τον θεωρεί ισάξιο μιας κυβέρνησης, και έτσι θα συνεχίσει να κάθεται στον καναπέ και όχι στην πολυθρόνα. Η Ελλάδα 2.0 δεν θέτει, ευτυχώς, τέτοια διλήμματα. Παρουσιάζει όμως την μοναδική ευκαιρία να αφήσει κοινωνικό αποτύπωμα εξίσου σημαντικό με το οικονομικό.

Οι επέτειοι είναι χρήσιμες, επειδή βοηθούν να τραβήξει κανείς γραμμές. Κάθε Πρωτοχρονιά κάνουμε σχέδια για το νέο έτος. Κάθε συμπληρωμένη δεκαετία της ζωής μας γιορτάζουμε το γεγονός, κάνουμε απολογισμό και κοιτάμε μπροστά. Το ίδιο συμβαίνει και στους οργανισμούς: Τα «στρογγυλά» έτη της ζωής τους σηματοδοτούν αφενός την ευκαιρία για γιορτή και αφετέρου την ευκαιρία για επανακαθορισμό. Τα κράτη δεν διαφέρουν σε αυτό. Τα διακόσια χρόνια από την ελληνική επανάσταση δίνουν την ευκαιρία για αναδιάταξη και επαναπροσδιορισμό. Είναι η Ελλάδα 2.0 ο στόχος των επόμενων εκατό ετών; Αν αυτός είναι ο στόχος, τότε δεν πρέπει να μιλάμε για οικονομικό, αλλά για κοινωνικό μοντέλο. Εκτός από το New Deal οικονομικό μοντέλο ουδέποτε έμεινε στην ιστορία. Αν επομένως μιλάμε για τα επόμενα εκατό και όχι για τα επόμενα δέκα χρόνια, τότε η Ελλάδα 2.0 χρειάζεται και κάτι επιπλέον, εκτός από άριστη, τεκμηριωμένη και αδιαμφισβήτητη οικονομική ανάλυση και εκτέλεση: Χρειάζεται και ένα κοινωνικό μοντέλο, στο οποίο αυτή να αποσκοπεί.

Το «έξυπνο Κράτος»: Αφού για το εμβόλιο ειδοποιείσαι ατομικά, γιατί όχι και για το επίδομα;

Δημοσιεύθηκε στο dEASY, 8.3.2021

Το εκατομμυριοστό εμβόλιο κατά του COVID-19 που γιορτάσαμε πρόσφατα και ο υποδειγματικός εμβολιασμός του ελληνικού πληθυσμού («Επιχείρηση Ελευθερία») που μας φέρνει στις κορυφαίες θέσεις του πλανήτη δεν μπορούν παρά να μας ανοίξουν την όρεξη για το μέλλον: Αν τελικά είναι εφικτό το ελληνικό Κράτος να διαχειριστεί εξατομικευμένα έναν-έναν τους πολίτες του ώστε να καταφέρει να εμβολιάσει τον συνολικό πληθυσμό γρήγορα και οργανωμένα, μήπως τελικά μπορεί να επιτύχει και πολύ περισσότερα από αυτό, όταν με το καλό ο ιός μπει στην Ιστορία;

Όταν ο ιός μπει στην Ιστορία τίποτα δεν θα είναι το ίδιο όπως παλιά. Η κανονικότητα θα επανέλθει, όμως δεν θα είναι η κανονικότητα που γνωρίζαμε ως τώρα. Θεωρώ αδιανόητο ότι συνήθειες του παρελθόντος, όπως τα αεροπορικά ταξίδια για ψύλλου πήδημα, θα επαναληφθούν. Ούτε η αναγκαστική προσέλευση σε γραφεία όταν η εργασία μπορεί να γίνει εξίσου καλά εξ αποστάσεως. Ούτε η επίσκεψη σε φυσικό κατάστημα όταν δεν υπάρχει λόγος γι αυτό.

Και το Κράτος; Θα μείνει ανεπηρέαστο; Ίσα ίσα πιστεύω ότι εκεί θα πρέπει να σημειωθούν οι μεγαλύτερες αλλαγές. Το ελληνικό Κράτος απέδειξε με τον εμβολιασμό του πληθυσμού πως όταν θέλει, μπορεί. Υπάρχει και η γνώση και η τεχνική δυνατότητα. Οι εξατομικευμένες ειδοποιήσεις, η εξατομικευμένη υπηρεσία προς κάθε κάτοικο δείχνουν με τον σαφέστερο τρόπο ότι όχι μόνο δεν υστερούμε σε σχέση με οποιοδήποτε κράτος αλλά μπορούμε να δώσουμε και μερικά μαθήματα σε άλλους.

Το μέλλον οφείλει να είναι εξίσου δυναμικό. Η αντιμετώπιση της πανδημίας θα έχει αφήσει πολλούς συμπολίτες μας σε κατάσταση οικονομικής ανάγκης. Άλλοι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις μακροχρόνιες συνέπειες της νόσου στην υγεία τους.

Δεν υπέφεραν όμως όλοι το ίδιο. Κάποιοι ωφελήθηκαν από τις νέες συνθήκες εμπορίου ή εργασίας που δημιουργήθηκαν. Οι online επιχειρήσεις αύξησαν κατά πολύ τις πωλήσεις τους. Κάποιοι εργοδότες είδαν το προσωπικό τους και το ενοίκιό τους να επιδοτείται χωρίς η δουλειά τους, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, να έχει υποστεί αντίστοιχη μείωση. Το ίδιο και οι εργαζόμενοι ή οι ελεύθεροι επαγγελματίες: Άλλοι έχασαν οριστικά τις θέσεις εργασίας τους, άλλοι θα επιστρέψουν σε άλλο καθεστώς από αυτό στο οποίο βρίσκονταν, άλλοι θα ξανανοίξουν τα γραφεία τους όμως θα χρειαστούν χρήματα γρήγορα ώστε να ορθοποδήσουν, ενώ υπάρχουν και άλλοι που ωφελήθηκαν κατά το τελευταίο έτος αυξάνοντας τα έσοδά τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Με άλλα λόγια, καθένας μας αντιμετώπισε άλλες συνθήκες οικονομικές, κοινωνικές και υγείας κατά το τελευταίο έτος. Γιατί επομένως θα έπρεπε όλοι μας να αντιμετωπιστούμε το ίδιο από το Κράτος όταν επιστρέψουμε στη (νέα) κανονικότητα;

Ρόλος του Κράτους δεν είναι να σταθεί απέναντι, αλλά δίπλα στον πολίτη. Δεν είναι να αδειάσει αδιακρίτως έναν κουβά χρήματα στην αγορά μήπως και επιτευχθεί η ανάκαμψη, αλλά να βοηθήσει καθέναν ατομικά, όπως και όποτε το χρειαστεί. Τα νέα τεχνολογικά εργαλεία προσφέρουν αυτή τη δυνατότητα. Όπως ακριβώς το εμβόλιο παρέχεται ατομικά σε καθέναν όταν έρθει η σειρά του, το ίδιο ακριβώς θα πρέπει να γίνει και με τη βοήθεια, οικονομική ή άλλη, μετά τον ιό. Άλλος χρειάζεται άμεση οικονομική υποστήριξη, άλλος έμμεση και άλλος καθόλου. Άλλος χρειάζεται βοήθεια από κοινωνικές υπηρεσίες ή έχει ειδικά θέματα υγείας ενώ άλλος τα καταφέρνει μια χαρά μόνος του. Η τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα της εξατομικευμένης αντιμετώπισης από το Κράτος. Τα οριζόντια μέτρα πλέον δεν είναι αρκετά.

Το ίδιο και στο μέλλον. Το Κράτος οφείλει να επικεντρώσει στις ανάγκες καθενός από τους πολίτες του χωριστά. Κάποιος μπορεί να χρειάζεται χρήματα ενώ κάποιος άλλος μπορεί να χρειάζεται μόνο πληροφόρηση πως να τα βρει. Κάποιος μπορεί να χρειάζεται επίδομα ενώ κάποιος άλλος μπορεί να χρειάζεται επανεκπαίδευση ώστε να αλλάξει εργασία. Το μοντέλο της επίσκεψης του πολίτη στον γκισέ κάθε μιας υπηρεσίας ώστε να πάρει αποσπασματική πληροφόρηση από έναν δημόσιο υπάλληλο που και ο ίδιος δεν γνωρίζει καλύτερα, έχει παρέλθει. Όπως ακριβώς η Επιχείρηση Ελευθερία επιχειρεί να μας απελευθερώσει από τον ιό, έτσι ακριβώς μια διαρκής αντίστοιχη επιχείρηση από το ελληνικό Κράτος οφείλει να μας μεταφέρει σε μια νέα, πολύ καλύτερα οργανωμένη Ελλάδα, που όλοι πλέον βλέπουμε ότι είναι απολύτως εφικτή.

Μπορεί η τηλεργασία να αποτελέσει εθνικό στόχο;

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 15.2.2021

Να επενδύσω τώρα στο home office; Να περιμένω να επιστρέψω στο γραφείο; Ή να αφήσω τον νόμο ν’ αποφασίσει για μένα;

Στην έναρξη τώρα πια του τρίτου lockdown τα συναισθήματα είναι ανάμικτα. Από τη μια μεριά η κόπωση είναι φανερή σε όλους μας: Παππούδες και γιαγιάδες, γονείς και singles, πιτσιρικάδες και μαθητές, όλοι έχουμε φτάσει σε οριακό σημείο με τον αναγκαστικό εγκλεισμό μας στο σπίτι. Πολλοί αντιμετωπίζουμε πρόβλημα στην εργασία μας, μακριά από τις συνηθισμένες μας παραγωγικές δραστηριότητες εδώ και ένα χρόνο τώρα πια και με τα έξοδα να τρέχουν σχεδόν κανονικά. Από την άλλη μεριά, υπάρχει επίσης έντονο και το αίσθημα της προσμονής, ότι αυτό θα είναι το τελευταίο lockdown και ότι σύντομα με τον εμβολιασμό όλων θα επανέλθουμε στην κανονικότητα.

Ποια θα είναι όμως αυτή η κανονικότητα, στον εργασιακό τουλάχιστον τομέα; Θα είναι νέα ή θα επιστρέψουμε στην παλιά; Πρακτικά δηλαδή σκεπτόμενος, αξίζει να αγοράσει κανείς τώρα καινούργια οθόνη και εργονομική καρέκλα για το γραφείο στο σπίτι, αν και το απέφυγε τόσο καιρό; Ή είναι καλύτερα να κάνει λίγη ακόμα υπομονή μέχρι να επιστρέψει στο γραφείο;

Προφανώς, αυτό το άρθρο αφορά τις δουλειές γραφείου. Για όσους δεν μπορούν έτσι ή αλλιώς να απομακρυνθούν από τους χώρους εργασίας τους (καταστήματα, εργοστάσια, ο δημόσιος τομέας που έρχεται σε επαφή με τον πολίτη, οι γιατροί) δεν τίθεται θέμα. Οι περισσότεροι άλλωστε από όσους ανήκουν σε αυτή την κατηγορία εργάζονται και αυτή την περίοδο λιγότερο ή περισσότερο κανονικά, τα lockdown δεν τους επηρέασαν.

Όλοι οι υπόλοιποι διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Εκείνοι που μπορούν να τηλε-εργαστούν εν μέρει και εκείνοι που μπορούν να τηλε-εργαστούν πλήρως. Οι πρώτοι, εκείνοι δηλαδή που μπορούν να τηλε-εργαστούν εν μέρει, είναι για παράδειγμα οι δικηγόροι: Δεν είναι ανάγκη κάθε ημέρα της εβδομάδας να πηγαίνουν στο γραφείο τους. Το ίδιο και οι λογιστές. Το ίδιο και οι δημοσιογράφοι.

Να τηλε-εργαστούν πλήρως μπορούν όλοι όσοι κάνουν back-office εργασίες, δηλαδή εργάζονται σε εσωτερικές ομάδες στον οργανισμό τους και έτσι έρχονται σε μηδενική ή ελάχιστη ή πάντως πλήρως ελεγχόμενη (πότε και που) επαφή με πελάτες ή με πολίτες. Σχεδόν όλα τα μεσαία στελέχη επιχειρήσεων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.

Όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μπορούσε κανείς να τις κάνει εδώ και καιρό, όμως τις επέβαλε ο κορωνοϊός. Η πανδημία, εκτός από όλα τα άλλα, προκάλεσε ένα τεράστιο, παγκόσμιο ψηφιακό τσουνάμι στους χώρους εργασίας. Μπορεί εδώ και χρόνια όλες οι επαγγελματικές μας εφαρμογές να διαφήμιζαν τα collaboration tools τους, όμως ελάχιστοι τα χρησιμοποιούσαν αφού ο συνάδελφος βρισκόταν στο δίπλα γραφείο. Μπορεί στο Λονδίνο ή σε μια-δυο εταιρείες στην Ελλάδα προ κορωνοϊού να εφαρμόζονταν τηλεργασία και clean desk policies, όμως όλα αυτά αποτελούσαν επιστημονική φαντασία για όλους τους υπόλοιπους. Τώρα αναγκαστικά όλα τα παραπάνω εφαρμόστηκαν στην πράξη.

“Ο καταλύτης του ψηφιακού άλματος στους χώρους εργασίας δεν ήταν ούτε το cloud, ούτε τα social media, ούτε καν το ίντερνετ. Ήταν ο κορoνοϊός”

Δύο δρόμοι μπροστά μας

Και τώρα; Τώρα, όταν με το καλό έρθει η «κανονικοποίηση» έχουμε να διαλέξουμε μεταξύ δύο δρόμων μπροστά μας: Ο ένας είναι ο συναισθηματικός και ο άλλος είναι ο νομικός. Ιδανικά οι δύο συμπίπτουν, στην πράξη όμως σπάνια συμβαίνει αυτό.

Ο συναισθηματικός δρόμος θα αφήσει καθέναν μας να διαλέξει. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Σε άλλους αρέσει το σπίτι τους ενώ άλλοι δεν βλέπουν την ώρα να κλείσουν την πόρτα πίσω τους. Άλλοι βολεύονται με ένα laptop στο τραπέζι της κουζίνας ενώ άλλοι χρειάζονται πλήρως εξοπλισμένο home office που να είναι ίδιο με εκείνο του γραφείου. Επομένως, αν μας αφήσουν ελεύθερους να διαλέξουμε, καθένας μας θα κάνει ακριβώς αυτό. Κάποιοι δικηγόροι θα πηγαίνουν κάθε μέρα γραφείο ενώ κάποιοι άλλοι θα εφαρμόσουν πολιτική μιας ή δύο ημερών στο σπίτι. Κάποιοι λογιστές ή δημοσιογράφοι το ίδιο. Η τεχνολογία εδώ δίνει τη δυνατότητα της επιλογής, διευκολύνει – αν δεν υπάρξει εξαναγκασμός καθένας θα είναι ελεύθερος να τραβήξει τον δρόμο του.

Ο εξαναγκασμός έρχεται μέσω του νόμου, ή έστω μέσω τον κανόνων στους χώρους εργασίας. Οι εργοδότες είναι πολύ πιθανό να έχουν ήδη διαπιστώσει τα οφέλη της τηλεργασίας: Μικρότεροι χώροι γραφείων κάτι που σημαίνει σημαντικά μικρότερα έξοδα. Αύξηση των επιλογών προσλήψεων από όλη την Ελλάδα, αφού η εργασία δεν παρέχεται αναγκαστικά τοπικά. Και οι δύο παράγοντες είναι αρκετά σημαντικοί ώστε η τηλεργασία για συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων να γίνει αναγκαστική και όχι επιλογή τους.

Και ο νόμος; Ο νόμος μπορεί να κάνει αναγκαστική την τηλεργασία προκειμένου, για παράδειγμα, να βοηθήσει το περιβάλλον. Ή την απασχόληση. Ή την αποκέντρωση. Ή προκειμένου να σπρώξει την ελληνική κοινωνία προς την ψηφιοποίηση.

“Η εφαρμογή της τηλεργασίας έχει αναδείξει πλήθος ζητημάτων που χρειάζονται, συχνά επείγουσα, νομοθετική παρέμβαση”

Μπορούν οι κανόνες, οι νόμοι, να διευκολύνουν; Να προσφέρουν μια δυνατότητα, χωρίς εξαναγκασμό; Φυσικά και μπορούν. Η τηλεργασία έχει αναδείξει ένα σωρό ζητήματα που χρειάζονται, συχνά επείγουσα, νομοθετική παρέμβαση. Τα δικαιώματα των εργαζομένων πρέπει, για παράδειγμα, να προστατευτούν: Το γεγονός ότι εργάζονται στο σπίτι δεν σημαίνει ότι πρέπει το γραφείο να μεταφερθεί στο σπίτι τους, δηλαδή να έχουν διαρκώς τον εργοδότη τους πάνω από το κεφάλι τους. Ούτε ότι επειδή δεν πηγαίνουν γραφείο οφείλουν να είναι διαθέσιμοι μέρα-νύχτα για τηλε-διασκέψεις, κλήσεις στα κινητά ή ανταλλαγή e-mails. Ή, ότι η παραγωγικότητά τους πλέον θα μετριέται με αυτοματοποιημένα εργαλεία παρακολούθησης.

Εξίσου σημαντική είναι η προσαρμογή του νόμου στα νέα δεδομένα. Η μερική απασχόληση δύσκολα συνδυάζει δύο εργοδότες στην «πραγματική ζωή», όμως στο ψηφιακό περιβάλλον ο ίδιος εργαζόμενος με πολύ μεγαλύτερη ευκολία μπορεί να ανταπεξέλθει σε δύο, ή περισσότερες, θέσεις εργασίας, αφού δεν θα έχει υποχρέωση μετακίνησης. Ο νόμος οφείλει να προσφέρει τη δυνατότητα πολλαπλών απασχολήσεων άκοπα. Δεν έχει νόημα να τηλε-εργάζεσαι και ταυτόχρονα να επιβαρύνεσαι με τους παραδοσιακούς περιορισμούς ενός παλαιού τύπου εργασιακού περιβάλλοντος.

Τι από τα παραπάνω θα συμβεί; Αν χρησιμοποιήσω το παρελθόν ως δείκτη προβλέπω έναν συνδυασμό των παραπάνω με χαρακτηριστική καθυστέρηση για την Ελλάδα. Ή, αλλιώς, θα αφήσουμε το συναίσθημα για άλλη μια φορά να μας παρασύρει: Άλλοι θα επιστρέψουν στα γραφεία τους και άλλοι όχι, αναλόγως των τυχαίων κάθε φορά προτιμήσεων κάθε εργοδότη. Ο νόμος στην Ελλάδα ούτε θα διευκολύνει ούτε θα ακολουθήσει, απλά θα αδρανήσει. Όταν μετά από πέντε-δέκα χρόνια γίνει μέτρηση του παγκόσμιου δείκτη τηλεργασίας και διαπιστώσουμε ότι πάλι καταλαμβάνουμε τον πάτο της Ευρώπης τότε μόνο μπορεί να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε ότι ίσως θα ήταν μια καλή ιδέα να αντιγράψουμε τους άλλους και να αρχίσουμε επιτέλους να τηλε-εργαζόμαστε με σύστημα.

Τι θα μπορούσε ίσως να συμβεί; Η τηλεργασία να αποτελέσει εθνικό στόχο. Με αναγκαστική εφαρμογή σε όλες τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, περιλαμβανομένου του Δημοσίου. Με αναγκαστική απασχόληση προσωπικού, εκ περιτροπής ή κυρίως, με αυτόν τον τρόπο. Και, προφανώς, με πλήρη νομική κάλυψη και διευκόλυνση των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Με αυτόν τον τρόπο και η απασχόληση θα αυξανόταν, και η αποκέντρωση θα διευκολυνόταν, και το περιβάλλον θα προστατευόταν καλύτερα. Επιπλέον, η Ελλάδα επιτέλους θα έκανε ψηφιακό άλμα μπροστά, αντί να προσπαθεί αγκομαχώντας να καλύψει τα αυτονόητα.

Επομένως, να αγοράσει κανείς σήμερα εργονομική καρέκλα γραφείου για το σπίτι του; Λογικά σκεπτόμενος θα έλεγα όχι. Συναισθηματικά σκεπτόμενος θα ήθελα να πω ναι. Υποθέτω ότι τελικά είναι θέμα προσωπικότητας: Αγοράζετε πράγματα που ίσως χρειαστείτε στο μέλλον, μπορεί όμως και να μείνουν στην αποθήκη σας για πάντα; Ή παίρνετε τη ζωή όπως σας τα φέρει κάθε φορά;