Πάλι τα μπερδέψαμε: Το ραδιόφωνο δεν είναι twitter!

Δημοσιεύθηκε στο dEasy, 16.11.2021

Επειδή η κίνηση στους δρόμους έχει αυξηθεί περνάω όλο και περισσότερη ώρα στο αυτοκίνητο και έτσι είχα τη δυνατότητα να ακούσω πολύ περισσότερο ραδιόφωνο από ό,τι συνήθως. Διέκρινα επομένως μόλις τώρα ένα φαινόμενο που δεν είχα αντιληφθεί: Την «τουιτεροποίηση» του ραδιοφώνου, μέσω της, σχεδόν υποχρεωτικής, ανάγνωσης στον αέρα από τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς όλων των μηνυμάτων των ακροατών τους.

Το φαινόμενο διαπιστώνεται εύκολα: Σε κάθε ραδιοφωνική εκπομπή (ομολογουμένως, ειδησεογραφικού περιεχομένου) οι παραγωγοί είναι αναγκασμένοι να διαβάζουν τα SMS ή όποιο άλλο μήνυμα τους στέλνουν οι ακροατές τους στον αέρα. Γιατί λέω «αναγκασμένοι», χωρίς να ξέρω; Υποθέτω ότι είναι αναγκασμένοι, αφενός επειδή το κάνουν όλοι ανεξαιρέτως (αποκλείεται όλοι να το βρίσκουν τόσο καλή ιδέα) και αφετέρου επειδή, αν καμιά φορά δεν συμβεί, ζητούν συγνώμη, εξίσου στον αέρα, που «δεν πρόλαβαν να διαβάσουν όλα τα μηνύματα».

Αυτή η πρακτική ίσως να φαίνεται μια καλή ιδέα σε κάποιους. Υποθέτω ότι θεωρούν πως εξασφαλίζουν έτσι αφοσιωμένους ακροατές. Γνέφουν επιδοκιμαστικά προς το κοινό τους, αφού η ανάγνωση των μηνυμάτων στον αέρα είναι μια μορφή επιβράβευσης. Τέλος, ίσως θεωρούν ότι έτσι λύνουν το φαινομενικά άλυτο πρόβλημα του ραδιοφώνου (και της τηλεόρασης) στην social media εποχή που ζούμε: Το ραδιόφωνο είναι μονόδρομη επικοινωνία ενώ τα social media και οι καιροί απαιτούν διάδραση – τι καλύτερο επομένως από το να διαβάζουμε τα μηνύματα στον αέρα; Δεν είναι σαν να επικοινωνούμε πχ. όπως στο twitter;

Σωστά; Κατά τη γνώμη μου, όχι. Κάνουν λάθος. Διαβάζοντας μηνύματα στον αέρα οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί δεν σέβονται ούτε τους εαυτούς τους, ούτε εμάς τους (υπόλοιπους) ακροατές τους, ούτε το μέσο.

Το ραδιόφωνο δεν είναι twitter. Ραδιόφωνο ακούει κανείς επειδή θέλει να ακούσει την άποψη του ραδιοφωνικού παραγωγού. Γνωρίζει, και αποδέχεται, ότι η επικοινωνία είναι μονόδρομη, ότι θα ακούει και δεν θα μιλάει. Αν δεν του αρέσει η εκπομπή μπορεί να αλλάξει σταθμό ή και να το κλείσει εντελώς. Δεν ανοίγει το ραδιόφωνο για να πιάσει ψιλή κουβέντα με τον παραγωγό. Ούτε για να απαντήσει live στον αέρα σε ό,τι ακούει. Ούτε για να σχολιάσει ή να αστειευτεί σε εθνικό δίκτυο με ό,τι του συνέβη σήμερα.

Όμως, πολύ περισσότερο, δεν θέλουμε εμείς οι υπόλοιποι (ή, έστω, κάποιοι από εμάς) να ακούμε μέσω ραδιοφώνου την άποψη ή το σχόλιο ή το αστειάκι των υπολοίπων. Δεν το ανοίγουμε γι αυτόν τον σκοπό, δεν ακούμε μια ραδιοφωνική εκπομπή για να μάθουμε τα νεότερα του stelnokalampouriaseolitinellada ή εκείνου που το κινητό του λήγει σε 944. Στο κάτω-κάτω έχουμε και εμείς την δική μας άποψη, τα δικά μας νέα και το δικό μας αστειάκι. Πιο σημαντικά είναι του διπλανού; Γιατί εκείνου να ακουστούν σε εθνικό δίκτυο και όχι και τα δικά μας; Τι θα γίνει όμως αν αποφασίσουμε μια μέρα να τα στείλουμε όλοι μαζί;

Τελικά, είναι αυτή ακριβώς η βίαιη επιβολή του μηνύματος που με ενοχλεί. Στο ραδιόφωνο είμαι αναγκασμένος να ακούσω τα μηνύματα των ακροατών. Δεν έχω άλλη λύση, αν θέλω να ακούσω την εκπομπή ενός ραδιοφωνικού παραγωγού.

Αντιθέτως, στα social media μπορώ και να σκρολάρω και να μπλοκάρω. Δεν είμαι υποχρεωμένος να διαβάσω ή να δω. Όμως στο ραδιόφωνο δεν έχω επιλογή. Το ραδιόφωνο σήμερα δίνει τη δυνατότητα σε οποιονδήποτε να εκπέμψει το μήνυμά του πανελλαδικά, με αναγκαστική ακρόασή του από όλους τους υπόλοιπους.

Βέβαια, για να ξαναγυρίσω εκεί που ξεκίνησα, παραπάνω ομολόγησα ότι ακούω ραδιόφωνο περιστασιακά: Η κίνηση με έκανε να αυξήσω τις ώρες ακρόασης ώστε να αντιληφθώ αυτό το φαινόμενο. Επομένως, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η συζήτηση αυτή δεν με αφορά: Μόλις με το καλό επανέλθουμε στο κανονικό, εγώ θα γυρίσω στο spotify και οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί θα συνεχίσουν με όσους τους στέλνουν μηνύματα. Στο άμεσο μέλλον είναι, νομίζω, πράγματι έτσι τα πράγματα. Η γνώμη μου για την «τουιτεροποίηση» του ραδιοφώνου δεν έχει καμία αξία. Σε βάθος όμως χρόνου, εγώ και όσοι συμφωνούν μαζί μου θα κόψουμε εντελώς το ραδιόφωνο: Γιατί να ασχοληθούμε με ένα off-line twitter, με αναγκαστική κιόλας ανάγνωση όλων των μηνυμάτων, ενώ μπορούμε να μπούμε στο κανονικό; Από την άλλη μεριά, αν θέλουμε να ακούμε την άποψη συγκεκριμένων ανθρώπων και το ραδιόφωνο πλέον δεν μας παρέχει αυτή τη δυνατότητα τότε μπορούμε να μετακινηθούμε προς τα podcasts – όπως, φαντάζομαι ότι έχετε παρατηρήσει, ότι όλο και περισσότερο συμβαίνει γύρω μας.

Κατά τη γνώμη μου η λύση δεν είναι η προσομοίωση στα social media, αλλά η επιμονή στην ποιότητα. Η αναγνώριση του πραγματικού ρόλου του ραδιοφώνου, ως μέσου άποψης και όχι λαϊκής συμμετοχής. Ραδιόφωνο ακούμε επειδή εμπιστευόμαστε και θέλουμε να ακούσουμε τους παραγωγούς και κανέναν άλλον. Αν μείνουν όλοι πιστοί στους ρόλους τους, τότε ίσως στο μέλλον πειστούμε να αντικαταστήσουμε τα podcast μας με ραδιοφωνικές εκπομπές. Προσωπικά, άλλη λύση για το ραδιόφωνο δεν μπορώ να φανταστώ.

Η Ελλάδα 2.0 χρειάζεται και τον Πολίτη 2.0

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 7.10.2021

Οι ψηφιακές δυνατότητες θέλουν και ψηφιακές δεξιότητες.

Οπως πλέον καθένας μας διαπιστώνει σχεδόν καθημερινά, η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του ελληνικού Δημοσίου, τουλάχιστον προς τον πολίτη, προχωρά με καταιγιστικό ρυθμό: Μέσα σε λίγο καιρό είχαμε την βελτίωση των διαδικασιών επίσημης μετάφρασης μέσω του metafraseis.services.gov. gr, την έκδοση προσωρινών αδειών οδήγησης μέσω της πλατφόρμας gov.gr, ή την ενημέρωση το myhealth app με το ιατρικό ιστορικό μας σχεδόν μιας δεκαετίας. Σχεδόν κάθε εβδομάδα το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης ανακοινώνει νέα έργα και πρωτοβουλίες που, επιτέλους, φέρνουν την Ελλάδα και τις υπηρεσίες του ελληνικού Δημοσίου προς τους πολίτες εκεί που όφειλαν να είναι εδώ και καιρό.

Κλειδί για όλες αυτές τις εργασίες είναι, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, η ταυτοποίηση του πολίτη με τη χρήση των κωδικών taxisnet. Αυτό ήταν ένα πρόβλημα δεκαετιών που έλυσε με επιτυχία το Υπουργείο. Από τη στιγμή που το ελληνικό Δημόσιο μπορεί με ασφαλή τρόπο να διαπιστώσει online ότι εγώ είμαι εγώ (ας μην ξεχνάμε ότι στο ίντερνετ «κανείς δεν γνωρίζει ότι είσαι σκύλος»…) τότε ανοίξει η πόρτα ώστε να μου παρέχει τις υπηρεσίες του αποκλειστικά online. Γι αυτό έχουν σημασία οι, περισσότερο τεχνικής φύσης, ανακοινώσεις του Υπουργείου ανά περιόδους που μας ενημερώνουν για «αύξηση των φορέων του Δημοσίου που επιτρέπουν την πρόσβαση των πολιτών σε ηλεκτρονικές υπηρεσίες με τη χρήση των κωδικών taxisnet», αφού όσο περισσότεροι φορείς δέχονται τους κωδικούς τόσο περισσότερες υπηρεσίες «ξεκλειδώνουν online» για τους πολίτες.

Αντίστοιχα, σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση «η διεύρυνση των ηλεκτρονικών υπηρεσιών (από 501 την πρώτη ημέρα λειτουργίας του gov.gr σε περισσότερες από 1.250 σήμερα) αποτυπώνεται και στην εκθετική αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Ενδεικτικά, από τις 8 εκατομμύρια ηλεκτρονικές συναλλαγές το 2018, το 2020 καταγράφηκαν περισσότερες από 94 εκατομμύρια και φέτος, μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2021 έχουμε ξεπεράσει τα 150 εκατομμύρια ηλεκτρονικές συναλλαγές».

Δηλαδή, με ποσοστό διείσδυσης Διαδικτύου στην Ελλάδα περίπου στο 70% και τα 2/3 του υπόλοιπου 30% να είναι υπερήλικες, μέσα στο 2021 μπορεί κανείς βάσιμα να υποθέσει ότι κάθε ένας Έλληνας πολίτης σε παραγωγική ηλικία θα έχει κάνει τουλάχιστον μια ηλεκτρονική συναλλαγή με το ελληνικό Δημόσιο.

H Ελλάδα στην ψηφιακή εποχή

Η διαπίστωση αυτή είναι, φυσικά, λόγος πανηγυρισμού. Επιτέλους, η Ελλάδα κλείνει αποφασιστικά πίσω της την πόρτα του ψηφιακού αναλφαβητισμού και εισέρχεται δυναμικά στην ψηφιακή εποχή. Αυτή η νέα ψηφιακή εποχή μας αφορά όλους, δεν απευθύνεται δηλαδή σε μια οικονομική και κοινωνική ελίτ. Καθένας πλέον στην Ελλάδα ακόμα και με ένα smartphone ή ένα tablet μπορεί να απολαύσει πλήρως και ελεύθερα ψηφιακές παροχές τόσο από τον ιδιωτικό όσο και από τον δημόσιο τομέα.

Υπάρχει ίσως κάποιο πρόβλημα σε αυτή τη ρόδινη εικόνα; Κατά τη γνώμη μου ναι, αυτό της ταχύτητας που κάτι τέτοιο επιτεύχθηκε. Οι αριθμοί του Υπουργείου είναι αποκαλυπτικοί:

Μέσα σε τρία χρόνια οι ηλεκτρονικές συναλλαγές με το Δημόσιο εκτινάχθηκαν από τα 8 εκ. σε, πιθανότατα, 300 εκ. ετησίως. Δηλαδή, από την πλήρη απραξία (αν όχι απαξία) πήγαμε στην σχεδόν καθολική χρήση μέσα σε τρία χρόνια. Είναι μόνο καλό αυτό;

Σε αυτό το σημείο οφείλει κανείς να ανοίξει μια παρένθεση, ώστε να μιλήσει για τον ψηφιακό κόσμο. Ενδεχομένως κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο για τους αναγνώστες του 2045.gr, οι οποίοι ίσως θελήσουν να προχωρήσουν απευθείας παρακάτω στα συμπεράσματα, όμως είναι σκόπιμο νομίζω κάποια πράγματα να επαναλαμβάνονται σε κάθε ευκαιρία.

Ο ψηφιακός κόσμος, λοιπόν, δεν είναι κάτι με το οποίο γεννηθήκαμε. Αυτό ισχύει όχι μόνο για εμάς τους σημερινούς 50άρηδες αλλά και, όσο και αν οι ίδιοι δεν θα ήθελαν να το παραδεχτούν, και για τους πιτσιρικάδες (και ημι-πιτσιρικάδες) σήμερα: Αν το Facebook μόλις έκλεισε τα 15 του, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ίντερνετ και η ψηφιακή κατάσταση ακόμα και για τον σημερινό 20άρη ήταν διαφορετικά όταν ήταν έφηβος/η και εντελώς διαφορετικά σήμερα.

Με λίγα λόγια, ο ψηφιακός κόσμος γύρω μας συνεχώς αλλάζει. Αυτό ίσχυε τη δεκαετία του 1990, όταν ξεκίνησε, και συνεχίζει να ισχύει ακόμα και σήμερα. Θεωρώ ότι θα περάσουν δεκαετίες (ίσως μέχρι το 2045;), μέχρι κάπως να οριστικοποιηθεί.

Το κοινωνικό ψηφιακό χάσμα

Αναπόφευκτα επομένως ο μέσος πολίτης αδυνατεί να τον παρακολουθήσει. Αυτό ίσως δεν ισχύει για τους λίγους εμάς που βγάζουμε το ψωμί μας από την τεχνολογία ή που θεωρούμε ότι η τεχνολογία είναι το χόμπι μας, όμως πρέπει κανείς πάντα να έχει στο μυαλό του ότι όλοι εμείς αποτελούμε μια, μικρή, μειοψηφία. Ο μέσος πολίτης χρησιμοποιεί την τεχνολογία περιστασιακά και χωρίς γνώση – ή, σωστότερα, επίγνωση.

Τα αποτελέσματα αυτού του κοινωνικού ψηφιακού χάσματος, της απόστασης δηλαδή μεταξύ της χρήσης και της επίγνωσης, τα ζούμε καθημερινά γύρω μας: Τα social media καθορίζουν εκλογικά αποτελέσματα σε Ευρώπη και Αμερική, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες νιώθουν ότι απειλούνται, οι πολίτες εκθέτουν ανεπανόρθωτα την προσωπική τους ζωή στο Διαδίκτυο, η ψηφιακή απάτη αποτελεί πραγματικό κίνδυνο, το κυβερνο-έγκλημα (για να μην πω, ο κυβερνο-πόλεμος) το ίδιο.

Με λίγα λόγια, ο μέσος πολίτης ακόμα κινδυνεύει και ταλαιπωρείται από τις παιδικές ασθένειες ενός μέσου, δηλαδή του Διαδικτύου, που ήρθε για να του αλλάζει τη ζωή με περισσότερους από έναν τρόπους, από την παγκοσμιοποίηση μέχρι την καθημερινότητά του.

Ποια θα ήταν η λύση, ή έστω μια απάντηση, σε αυτό το πρόβλημα; Δύο μόνο τρόπους μπορώ να φανταστώ, ώστε αυτό να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά: Ο ένας είναι αυτός της φυσικής επιλογής: Με το πέρασμα των δεκαετιών και την αντικατάσταση των γενιών θα έρθει κάποτε η στιγμή που η τεχνολογία και ο μέσος πολίτης θα συμβαδίσουν. Μπορεί να πάρει μερικές δεκαετίες ακόμα, αλλά αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα συμβεί.

Ο άλλος τρόπος είναι εκείνος της εκπαίδευσης και της ενημέρωσης, ώστε να «σωθούν» οι πολίτες ήδη από τώρα. Δηλαδή, να μην αφήσουμε μια ή και δύο γενιές να πάνε ψηφιακά «χαμένες». Να εκπαιδευτεί ο πολίτης τόσο ως προς τη χρήση των νέων μέσων, όσο και, κυρίως, ως προς το τι ακριβώς σημαίνουν τα νέα μέσα, πως λειτουργούν, ποιους περιορισμούς έχουν, ποιοι κίνδυνοι ελλοχεύουν. Μόνο έτσι θα μπορέσει να καταλάβει ότι ο ψηφιακός κόσμος έχει διαφορές από τον πραγματικό, ότι παρότι οι δύο φαίνεται να μοιάζουν, και, για παράδειγμα, την ίδια υπηρεσία παίρνει κανείς είτε πάει στον γκισέ είτε κάνει login με τα στοιχεία taxisnet του, οι δύο αυτοί κόσμοι ποτέ δεν είναι πραγματικά ίδιοι.

Ανάγκη η εκπαίδευση του πολίτη

Εδώ επομένως μπορεί κανείς να κλείσει την παρένθεση ώστε να γίνει η σύνδεση με την διαρκώς επιταχυνόμενη ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του Δημοσίου. Ο μέσος Έλληνας ξαφνικά διαπιστώνει ότι μπορεί να πάρει το δίπλωμα οδήγησής του ψηφιακά, ότι μπορεί να έχει όλο το ιατρικό ιστορικό του σε ένα app στο κινητό του ή ότι μπορεί να βγάλει ψηφιακές μεταφράσεις. Όμως, ακόμα και στους ψηφιακά ενήμερους, κανείς δεν τους εξηγεί τι σημαίνει αυτό στην, ψηφιακή, πράξη: Πως επιτεύχθηκε αυτή η τεχνική λύση, με ποια δεδομένα, με ποιες παραδοχές, με τι κινδύνους, με ποιες συνέπειες; Πέρα από την διευκόλυνση, υπάρχουν άλλοι λόγοι να προτιμήσει κανείς (ή και να μην προτιμήσει, τελικά) τον ψηφιακό από τον φυσικό τρόπο; (Μην παρεξηγηθώ, δεν μιλώ μόνο για προσωπικά δεδομένα και για κάτι που αντιμετωπίζεται με όρους χρήσης στο κάτω μέρος της ιστοσελίδας της υπηρεσίας, μιλώ για κάτι που αφορά όχι μόνο τον νόμο αλλά και την τεχνική και την κοινωνική ανάλυση.)

Εξίσου κανείς όμως δεν απευθύνεται και προς τους λιγότερο ψηφιακά ενήμερους. Όσοι δεν βρίσκονται στην πρώτη ταχύτητα της τεχνολογίας, είτε λόγω επαγγέλματος είτε από επιλογή, δεν είναι απαραίτητο ότι είναι εξοικειωμένοι με τις νέες δεξιότητες που απαιτούνται για τη χρήση των ηλεκτρονικών υπηρεσιών. Καθέναν τους μπορεί να ξενίζει είτε το εύρος των πληροφοριών που ζητείται κάθε φορά, είτε ο τρόπος χρήσης μιας online πλατφόρμας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι, άνθρωποι κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, καταφεύγουν π.χ. στα παιδιά τους ή σε ειδικούς (λογιστικά γραφεία, καταστήματα Η/Υ) για να κάνουν online τις εργασίες που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να κάνουν μόνοι τους.

Με άλλα λόγια, οι ψηφιακές δυνατότητες θέλουν και ψηφιακές δεξιότητες. Οι οποίες δεξιότητες δεν αφορούν μόνο τη χρήση αλλά και την πράγματι γνώση. Δεν αρκεί να αδειάζουμε έναν κουβά υπηρεσιών στον μέχρι προχτές ανυποψίαστο πολίτη, αλλά οφείλουμε και να τον εκπαιδεύσουμε, πως καλύτερα και σωστότερα να τις χρησιμοποιήσει.

Δεν χρειαζόμαστε ψηφιακό αλφαβητισμό, αλλά πολίτες power users. Δηλαδή, ο στόχος δεν μπορεί να είναι μόνο η Ελλάδα 2.0 αλλά και ο Πολίτης 2.0.

Προφανώς τα παραπάνω δεν είναι δουλειά του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης να τα επιτύχει, τουλάχιστον όχι σήμερα που όλη η προσπάθεια δίνεται να βγουν στον αέρα υπηρεσίες που είχαν χρονίσει. Απόλυτη προτεραιότητα είναι η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών, τουλάχιστον ως προς τον πολίτη, και εννοείται ότι τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Αφού η χώρα άργησε, τώρα πρέπει να τρέξει. Το μόνο πρόβλημα με το σπριντ είναι ότι ο δρομέας δεν προλαβαίνει να κοιτάξει γύρω του ούτε να πάρει ανάσες. Όμως, η πορεία προς την ψηφιακή ζωή είναι μαραθώνιος, όχι σπριντ. Έχει ήδη κρατήσει καιρό και έχει δρόμο ακόμα μπροστά της. Είναι επομένως απολύτως σκόπιμο η Ελλάδα να πάρει κάποια στιγμή τις ανάσες της και να στρέψει την προσοχή της στον πολίτη, στην ενημέρωση και στην εκπαίδευσή του. Αν θέλουμε η ψηφιακή κατάσταση, η Ελλάδα 2.0 να μας αφορά όλους, τότε ο μέσος Έλληνας πολίτης πρέπει και αυτός να αναβαθμιστεί στην επόμενη, 2.0, μορφή του.

Το δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 9.09.2021,

Το δικαίωμα του ανθρώπου στην κυβερνοασφάλεια μπορεί να μοιάζει δεδομένο, αλλά η πραγματικότητα είναι μάλλον διαφορετική. Τι χρειάζεται να γίνει για να αποτελέσει αυτονόητο μέρος της ασφάλειας;

Tο θέμα της κυβερνοασφάλειας απασχολεί ήδη πολύ (δείτε και σχετικό κείμενο εδώ, στο 2045.gr), και θα συνεχίσει να απασχολεί και στο μέλλον, καθώς η ζωή μας μετακομίζει σιγά-σιγά από τον πραγματικό στον ψηφιακό κόσμο. Παρότι όμως η σημασία του αυξάνεται καθημερινά, δεν είναι βέβαιο ότι ταυτόχρονα αυξάνεται και η κατανόηση των επιμέρους θεμάτων του. Ή ότι η προσέγγιση σε αυτό από τις οργανωμένες κοινωνίες εξελίσσεται ακολουθώντας τον ίδιο ρυθμό.

Νομική, τεχνική και ανθρώπινη προσέγγιση της κυβερνοασφάλειας

Πριν όμως συζητήσουμε για την ανάγκη εισαγωγής ενός, νέου, δικαιώματος στην κυβερνοασφάλεια, χρήσιμες είναι ορισμένες επισημάνσεις. Η πρώτη και σημαντικότερη αφορά το γεγονός της διάστασης μεταξύ των προσδοκιών του κοινού και της τεχνικής, και νομικής προσέγγισης στο θέμα. Το κοινό, καθένας δηλαδή από εμάς, παίρνει τον όρο κυβερνοασφάλεια κυριολεκτικά – και πολύ καλά κάνει: Η κυβερνοασφάλεια εξασφαλίζει ασφάλεια για όλους μας στο διαδίκτυο. Αντιθέτως όμως, η νομική προσέγγιση μέχρι σήμερα δεν επιδιώκει ακριβώς το ίδιο: Με τον όρο «κυβερνοασφάλεια» ο νόμος σήμερα εννοεί την ηλεκτρονική ασφάλεια ορισμένων κρίσιμων υποδομών (ενέργεια, μεταφορές, νοσοκομεία κα.). Το ίδιο και οι τεχνικοί, οι ειδικοί της κυβερνοασφάλειας: Επιδιώκουν να προστατεύσουν συστήματα υπολογιστών. Το άτομο, ο άνθρωπος, ο χρήστης δεν μπαίνει πουθενά στη νομική και τεχνική συλλογιστική – ή, στην καλύτερη, μπαίνει μόνο έμμεσα.

Η δεύτερη επισήμανση αφορά την τεχνική προσέγγιση στο θέμα. Εδώ μπορεί να ειπωθούν πολλά, αφού η τεχνική πλευρά της κυβερνοασφάλειας είναι μακράν πιο εξελιγμένη από τη νομική ή το ρυθμιστικό πλαίσιο. Το μόνο όμως που ενδιαφέρει αυτό εδώ το κείμενο είναι ότι όλα αυτά τα εργαλεία, όλα αυτά τα δισεκατομμύρια που έχουν δαπανηθεί και δαπανώνται, στοχεύουν να προστατεύσουν υποδομές. Για τους τεχνικούς δεν έχει σημασία ο άνθρωπος, ούτε καν το περιεχόμενο της πληροφορίας: Το μόνο που έχει σημασία είναι να μην «περάσουν» οι επιθέσεις, και να μην δοθεί πρόσβαση στην πληροφορία. Φυλούν τα τείχη, χωρίς να τους νοιάζει τι υπάρχει πίσω από αυτά.

Η τρίτη επισήμανση αφορά το γεγονός ότι η Ελλάδα στον τομέα αυτόν δεν νομοθετεί μόνη. Παρότι το θέμα ανήκει έμμεσα μόνο στην αρμοδιότητα της ΕΕ, στην Ελλάδα εφαρμόζουμε Κοινοτικούς κανόνες και έχουμε ιδρύσει αρχές (ιδίως, την Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας, που λειτουργεί ως Διεύθυνση του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και δεν φαίνεται μέχρι σήμερα να διαθέτει ιστότοπο…) σύμφωνα με Κοινοτικές απαιτήσεις. Αυτό βέβαια δεν αποκλείει τη δυνατότητα στο μέλλον να πάρουμε νομοθετική πρωτοβουλία και να πρωτοτυπήσουμε, όμως για την ώρα απλά ακολουθούμε τους υπόλοιπους Ευρωπαίους.

Τέλος, δεν μπορεί παρά να επισημανθεί ότι και ο ίδιος ο όρος «κυβερνοασφάλεια» (παρότι κατά το ήμισυ ελληνικός: «κυβερνο» / cybersecurity) έχει φιλολογικές καταβολές (από το cyberspace του Gibson),  και τελικά μπερδεύει: Εννοεί το ίντερνετ; Κάτι παραπάνω; Κάτι λιγότερο; Όμως, ομολογουμένως αυτή η επισήμανση τελικά περιττεύει, ο όρος από τη λογοτεχνία μπήκε σε νόμους σε όλη την υφήλιο, τελικά δηλαδή ήρθε για να μείνει.

Έχοντας πει τα παραπάνω, μπορούμε άραγε να μιλήσουμε για ένα δικαίωμα καθενός από εμάς στην κυβερνοασφάλεια;

Κατά τη γνώμη μου, ναι. Αλλά, το θέμα χρειάζεται επεξηγήσεις.

Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι η εποχή μας είναι η εποχή της σωρηδόν πρότασης νέων δικαιωμάτων: Από το δικαίωμα στο ίντερνετ μέχρι το δικαίωμα στο καθαρό νερό,  σε μια ταχυδρομική διεύθυνση, σε έναν τραπεζικό λογαριασμό, στο δικαίωμα της ώριμης ηλικίας, στην κυριολεξία έχει προταθεί να «δικαιωματοποιηθεί» οτιδήποτε βρίσκεται κάτω από τον ήλιο, κάθε πτυχή της καθημερινής μας ζωής. Αυτό φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τους «δικαιωματιστές» (μακριά από εμάς!). Είναι απλά η, ίσως σπασμωδική, προσπάθεια της ανθρωπότητας πρώτα να κατανοήσει και μετά να κατοχυρώσει την νέα πραγματικότητα γύρω της, αυτή την μεταβατική περίοδο που ζούμε.

Επομένως, η συζήτηση για ένα νέο δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια δεν μπορεί να ξεφύγει από το γενικό πλαίσιο της «δικαιωματοποίησης», που, αν μη τι άλλο, της αφαιρεί αξιοπιστία.

Το άλλο πλαίσιο από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει, είναι αυτό του γενικού δικαιώματος στην ασφάλεια.

“Το δικαίωμα στην ασφάλεια είναι, για εμένα τουλάχιστον, ο μόνος λόγος που δημιουργήθηκαν ανθρώπινες κοινωνίες και εξακολουθούμε να ζούμε όλοι μαζί.”

Το ξέρω ότι θυμίζει Λεβιάθαν, όμως για μένα είναι η μόνη πειστική εξήγηση – και για όλους τους υπόλοιπους έστω μια από τις βασικές αιτίες δημιουργίας ανθρώπινων κοινωνιών (οι άλλες που την ανταγωνίζονται είναι η δικαιοσύνη ή η εγγενής κοινωνικότητα του ανθρώπου – καθένας μπορεί να διαλέξει…). Σε κάθε περίπτωση το βασικό δικαίωμα στην ασφάλεια λέει ακριβώς αυτό, ότι καθένας μας δικαιούται να είναι ασφαλής. Ας μην μπούμε στη συζήτηση τι ακριβώς περιλαμβάνει αυτή η «ασφάλεια», δεν χωρά το ίντερνετ όλο για να απαντηθεί. Αντί γι αυτό, ας σκεφτούμε μόνο μήπως η κυβερνοασφάλεια είναι τελικά αυτονόητο μέρος της ασφάλειας.

Για να απαντηθεί αυτό, αν δηλαδή το γενικό μας δικαίωμα στην ασφάλεια καλύπτει και την κυβερνοασφάλεια, θα πρέπει να αρχίσουμε να αναλύουμε τι ακριβώς θα κάλυπτε ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια (αν φυσικά υποθέσουμε ότι συμφωνούμε τι καλύπτει το δικαίωμα στην ασφάλεια, κάτι που είμαι βέβαιος ότι δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα, όμως ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας…).

Κυβερνοασφάλεια για τον άνθρωπο και όχι για τα αντικείμενα

Ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια, νομίζω, ότι θα κάλυπτε άτομα και όχι αντικείμενα (assets). Αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο σήμερα. Όλοι οι νόμοι που παγκοσμίως έχουν εκδοθεί για την κυβερνοασφάλεια καλύπτουν αντικείμενα πληροφορικής (IT assets) και όχι τους ανθρώπους. Το ίδιο και όλες οι προσπάθειες των πληροφορικών: Προσπαθούν να «σώσουν» συστήματα και δίκτυα ή, το πολύ, τις πληροφορίες που τηρούνται σε αυτά, όχι όμως τους ανθρώπους που όλα αυτά αφορούν.

“Επίσης, ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια θα έδινε το δικαίωμα στα άτομα να αντιδράσουν, κάθε φορά που θα δέχονταν επίθεση. Ούτε αυτό συμβαίνει σήμερα.”

Όλοι οι νόμοι είναι στραμμένοι στις υποδομές και με μόνο συμμετέχοντα το Κράτος: Αν κάποια υποδομή (νοσοκομείο, ενέργεια κλπ) αποτύχει να πάρει μέτρα και συμβεί ζημιά, το πολύ να φάει πρόστιμο. Το πρόστιμο επιβάλλεται από κρατική αρχή και πάει στο κρατικό ταμείο. Τα άτομα, που τελικά θίχτηκαν, δεν συμμετέχουν πουθενά. Ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια θα το άλλαζε αυτό.

Τέλος, ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια θα έδινε στους τρίτους, τους κυβερνο-επιτιθέμενους, μια σαφή εικόνα παραβίασης. Τώρα δεν συμβαίνει αυτό. Οι κυβερνο-εγκληματίες (που συχνά είναι τα ίδια τα Κράτη, αλλά και αυτό δεν χωρά να αναλυθεί εδώ) δεν είναι σαφές τι ακριβώς έγκλημα κάνουν – ή, μάλλον, είναι σαφές ότι το έγκλημά τους δεν στρέφεται κατά ατόμων αλλά κατά οργανισμών (ή και κρατών). Είναι σαν να ληστεύουν τράπεζα ή να διαπράττουν ασφαλιστική απάτη: Παρανομούν, αλλά δεν βλάπτουν άμεσα ιδιώτες. Αυτό έχει (ή δεν έχει) την ηθική αξία του. Αντιθέτως, ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια (όπως, για παράδειγμα, ισχύει στα προσωπικά δεδομένα) θα έφερνε αντιμέτωπο απευθείας τον παραβάτη με το θύμα του. Ο πρώτος θα γνωρίζει ότι βλάπτει, ο δεύτερος θα έχει δικαίωμα (ή και υποχρέωση) να αμυνθεί.

Κάπου εκεί νομίζω ότι βρίσκεται η διαφορά με το γενικό δικαίωμα στην ασφάλεια: Η κυβερνοασφάλεια είναι, ή έστω μπορεί να γίνει, πολύ πιο συγκεκριμένη. Ενώ μπορούμε να συζητάμε για αιώνες τι ακριβώς περιλαμβάνει η «ασφάλεια» για τον άνθρωπο (όπως ήδη κάνουμε, άλλωστε…), η κυβερνοασφάλεια είναι κάτι απτό που συμβαίνει τώρα και χρειάζεται αντιμετώπιση. Ομολογουμένως μετά από δεκαετίες, για παράδειγμα το 2045, θα πρέπει να αλλάξει όνομα(!), καθώς η ψηφιακή ζωή μας πιθανότατα θα έχει γίνει αξεχώριστη με την πραγματική. Άρα μάλλον η γενική ασφάλεια θα περιλαμβάνει και την κυβερνοασφάλεια. Θα θεωρεί δηλαδή καθένας αυτονόητο ότι το περιπολικό της Αστυνομίας μπορεί να κληθεί για να προστατεύσει το σπίτι μας και από κυβερνοεπιθέσεις. Μέχρι να συμβεί αυτό όμως, ή, νομίζω σωστότερα, για να συμβεί αυτό όμως, πρέπει να γίνει ξεκάθαρο σε καθέναν ότι έχουμε δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια – εμείς, οι πολίτες, όχι τα λιμάνια και οι σταθμοί της χώρας.

New H2020 project: HARMONIA kick-off meeting

The kick-off meeting of the HARMONIA project took place on 17-18 June 2021. The project will run for 3,6 years and HARMONIA will leverage existing tools, services and novel technologies to deliver an integrated resilience assessment platform working on top of GEOSS, seeing the current lack of a dedicated process of understanding and quantifying Climate Change (CC) effects on urban areas using Satellite and auxiliary data available on GEOSS, DIAS, urban TEP, GEP etc. platforms. HARMONIA will focus on a solution for climate applications supporting adaptation and mitigation measures of the Paris Agreement. HARMONIA will test modern Remote Sensing tools and 3D-4D monitoring, Machine Learning/Deep Learning techniques and develop a modular scalable data-driven multi-layer urban areas observation information knowledge base, using Satellite data time series, spatial information and auxiliary data, in-situ observing systems, which will integrate detailed information on local level of neighborhoods/building blocks. HARMONIA focuses on two pillars: a) Natural and manmade hazards intensified by CC: urban flooding, soil degradation and geo-hazards (landslides, earthquake, ground deformation) and b) Manmade hazards: heat islands, urban heat fluxes, Air Quality, Gas emissions. Sustainable reconstruction of urban areas and the health of humans and ecosystems, are top priorities. HARMONIA will take into account the local ecosystems of European urban areas, following an integrated and sustainable approach by incorporating the active communities’ participation initiative, which will involve the use of a social platform. Paying extra attention to Sustainable Urban Development, one of the Societal Benefit Areas posits that use of EO is a crucial tool towards resilient cities and the assessment of urban footprints, to promote equity, welfare and shared prosperity for all, feed new indicators for the monitoring of progress towards the Sustainable Development Goals in an EU context.

MPlegal (Athens) is responsible for the legal and ethical compliance of the project as well as for the project’s outcomes’ adherence with the highest legal and ethical standards.