New H2020 project: HARMONIA kick-off meeting

The kick-off meeting of the HARMONIA project took place on 17-18 June 2021. The project will run for 3,6 years and HARMONIA will leverage existing tools, services and novel technologies to deliver an integrated resilience assessment platform working on top of GEOSS, seeing the current lack of a dedicated process of understanding and quantifying Climate Change (CC) effects on urban areas using Satellite and auxiliary data available on GEOSS, DIAS, urban TEP, GEP etc. platforms. HARMONIA will focus on a solution for climate applications supporting adaptation and mitigation measures of the Paris Agreement. HARMONIA will test modern Remote Sensing tools and 3D-4D monitoring, Machine Learning/Deep Learning techniques and develop a modular scalable data-driven multi-layer urban areas observation information knowledge base, using Satellite data time series, spatial information and auxiliary data, in-situ observing systems, which will integrate detailed information on local level of neighborhoods/building blocks. HARMONIA focuses on two pillars: a) Natural and manmade hazards intensified by CC: urban flooding, soil degradation and geo-hazards (landslides, earthquake, ground deformation) and b) Manmade hazards: heat islands, urban heat fluxes, Air Quality, Gas emissions. Sustainable reconstruction of urban areas and the health of humans and ecosystems, are top priorities. HARMONIA will take into account the local ecosystems of European urban areas, following an integrated and sustainable approach by incorporating the active communities’ participation initiative, which will involve the use of a social platform. Paying extra attention to Sustainable Urban Development, one of the Societal Benefit Areas posits that use of EO is a crucial tool towards resilient cities and the assessment of urban footprints, to promote equity, welfare and shared prosperity for all, feed new indicators for the monitoring of progress towards the Sustainable Development Goals in an EU context.

MPlegal (Athens) is responsible for the legal and ethical compliance of the project as well as for the project’s outcomes’ adherence with the highest legal and ethical standards.

Ανωνυμία στο Διαδίκτυο: Μια σχέση που (δικαίως) φθίνει

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 11.06.2021

Σχεδόν 30 χρόνια μετά την πρώτη μας επαφή με το Ίντερνετ, οι επιχειρήσεις, αλλά και εμείς συνειδητοποιούμε ότι η ανωνυμία στο Διαδίκτυο πρέπει να περιοριστεί.

Tο ίντερνετ είναι γνωστό ότι έχει στρατιωτικές καταβολές (όπως άλλωστε τα περισσότερα πράγματα γύρω μας). Όταν οι στρατιωτικοί βρήκαν άλλες, καλύτερες, τεχνολογίες, το έδωσαν στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Η ακαδημαϊκή κοινότητα ασχολήθηκε μαζί του για καμιά δεκαπενταριά χρόνια πριν το δώσει στην αγορά, περίπου γύρω στο 1995.

Τότε όμως συνέβη κάτι σημαντικό για την εξέλιξή του: Η «σοβαρή» επιχειρηματική αγορά δεν το πίστεψε. Οι οικονομικοί κολοσσοί της εποχής έμειναν λιγότερο ή περισσότερο αδιάφοροι προς το νέο μέσο. Έτσι, δόθηκε η ευκαιρία σε νέους παίκτες να μπουν στην αγορά. Η πρώτη γενιά «κυρίαρχων» του ίντερνετ εξαφανίστηκε μέσα σε λίγα μόλις χρόνια: Ποιος θυμάται σήμερα την Netscape (παρότι πολλοί διαβάζετε αυτό εδώ το κείμενο σε Firefox) ή την μηχανή αναζήτησης AltaVista; Η Amazon ακόμα τότε πουλούσε μόνο βιβλία, από το γκαράζ του Bezos. Σήμερα ζούμε τη δεύτερη γενιά «κυρίαρχων» του ίντερνετ, που ομολογουμένως τα πηγαίνει πολύ καλύτερα από τους προηγούμενους: Το Facebook είναι ήδη δεκαπέντε ετών, η Google λίγο παραπάνω.

Το «Φαρ Ουέστ» περιβάλλον του Διαδικτύου της δεκαετίας του 1990 δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει και τον χαρακτήρα του. Τότε είχαμε την εποχή του ενθουσιασμού, των ατελείωτων νέων δυνατοτήτων. Όπως ακριβώς και στον εποικισμό των δυτικών ΗΠΑ άνθρωποι φιλόδοξοι, ριψοκίνδυνοι και με ταλέντο ρίσκαραν τα πάντα και έσπασαν κάθε κανόνα του «πολιτισμένου κόσμου» που άφησαν πίσω τους προκειμένου να τα καταφέρουν, έτσι και στο Διαδίκτυο εξαιρετικά μορφωμένοι άνθρωποι παράτησαν τα πάντα και ασχολήθηκαν με ένα νέο μέσο που υποσχόταν να αλλάξει την ανθρωπότητα και το οποίο ούτε κυβερνήσεις ούτε πολυεθνικές είχαν ακόμα προσέξει.

Επομένως, το σπάσιμο των κανόνων και μια, περίεργη, αίσθηση ελευθερίας ήταν εγγενή κατά το διάστημα κοινωνικοποίησης του ίντερνετ.”

Για να καταλάβετε, όλη τη δεκαετία του 1990 ασχολούμασταν με το αν σε αγοραπωλησίες στο ίντερνετ οφείλονται φόροι(!), αν τα εθνικά κράτη δικαιούνται ή όχι να επιβάλλουν κανόνες στο Διαδίκτυο(!), και αν γενικά καθένας είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει σε αυτό.

Γιατί επιτράπηκε αρχικά η ανωνυμία στο Internet;

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται η κουβέντα περί ανωνυμίας στο Διαδίκτυο. Η ανωνυμία ήταν περίπου αναγκαστική τη δεκαετία του 1990, όταν μηνύματα μπορούσες να ανταλλάξεις στο ίντερνετ μόνο με συντομεύσεις του ονόματός σου και μάλιστα μόνο με λατινικούς χαρακτήρες. Αν είναι έτσι, τότε γιατί να μην «πειράξει» κανείς το όνομά του ώστε να μην αναγνωρίζεται καν; Άλλωστε, ακόμα τότε ολόκληρο το ίντερνετ ήταν ένα παιχνίδι, ελάχιστα λεφτά ή ιδέες ανταλλάσσονταν σε αυτό.

Το ίδιο και με τα email accounts. Για πολλά, μα πάρα πολλά χρόνια (και σε κάποιο βαθμό ακόμα και σήμερα) οποιοσδήποτε μπορούσε να δημιουργήσει ένα email account με οποιαδήποτε στοιχεία και στη συνέχεια να αρχίσει να στέλνει μαζικά μηνύματα σε συνανθρώπους του με αυτό. Φαντάζομαι ότι κάποτε στο μέλλον η ανθρωπότητα θα κοιτάξει πίσω της με απορία, γιατί ακριβώς δόθηκε τόση επικοινωνιακή δύναμη σε ψεύτικα accounts, όμως ό,τι έγινε έγινε.

Το ίδιο ακριβώς και με τα social media. Τα social media δεν ήταν μια ανάγκη εγγενής στον άνθρωπο. Μάθαμε ότι μας αρέσουν και ότι τα χρειαζόμαστε, δεν γεννηθήκαμε με αυτά. Προκειμένου να τα μάθουμε και να μας γίνουν απαραίτητα, οι επιχειρηματίες που τα δημιούργησαν έκαναν ένα σωρό εκπτώσεις στην ασφάλεια και σε ό,τι ήταν σωστό ευθύς εξαρχής να γίνει, ώστε να προσελκύσουν πελάτες. (Αυτό δεν ήταν ανήκουστο, στην ουσία αντέγραψαν την Microsoft, η οποία για πάρα πολλά χρόνια διέθετε τα Windows και το Office «ξεκλείδωτα», όταν ακόμα προσπαθούσε να μας μάθει να τα χρησιμοποιούμε.). Έτσι λοιπόν το Facebook και οι υπόλοιποι επέτρεψαν τα ανώνυμα ή τα ψευδώνυμα accounts. Αυτό ήταν αναγκαστικό, αν ήθελαν να επιβιώσουν στην αγορά.

Το «Φαρ Ουέστ» εποικήθηκε, και μας έδωσε την Καλιφόρνια και τα γουέστερν και τελικά άλλαξε την ανθρωπότητα για πάντα (αναμφίβολα προς το καλύτερο!), όμως ταυτόχρονα μας έδωσε και τα λιντσαρίσματα και τους robber Barons. Δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να έχει το ένα χωρίς το άλλο. Το μόνο που ίσως μπορεί να κάνει είναι να προσπαθήσει, μέσω νομοθεσίας, να ενισχύσει κάπως τα πρώτα και να περιορίσει κάπως τα δεύτερα.

Έτσι και με το Διαδίκτυο. Το Διαδίκτυο άλλαξε την ανθρωπότητα για πάντα, ξεκάθαρα προς το καλύτερο. Η παγκοσμιοποίηση στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μια ή η άλλη πλευρά του. Όμως ό,τι κακό αναπόφευκτα έφεραν οι συνθήκες ανάπτυξής του τώρα πια είναι σκόπιμο να αντιμετωπιστεί.

Είναι η ανωνυμία κάτι κακό;

Απάντηση στην ουσία σε αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει, μπορούμε να μιλάμε για ώρες ή και για χρόνια εξετάζοντάς το. Οι ψηφοφορίες είναι μυστικές για κάποιο λόγο. Όμως στις επιτροπές που λαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις η ψήφος είναι ονομαστική. Το whistleblowing είναι σημαντικό, όμως τελικά υπάρχει νομοθεσία που το ρυθμίζει. Η Δικαιοσύνη δεν αρνείται να εξετάσει ανώνυμες καταγγελίες, όμως δεν τους δίνει φυσικά την ίδια σημασία με αντίστοιχες επώνυμες.

Και στο Διαδίκτυο; Καλή ή κακή η ανωνυμία στο Διαδίκτυο; Κατά τη γνώμη μου το Διαδίκτυο «κανονικοποιείται» σιγά σιγά, αναπαράγοντας τη ζωή όπως ήδη τη γνωρίζαμε. Επομένως, αν και ο κανόνας πρέπει να είναι η αληθινή, «επώνυμη» δραστηριοποίηση σε αυτό, λίγη ανωνυμία δεν βλάπτει.

Αυτό που βλάπτει είναι η πολλή, η γενικευμένη ανωνυμία. Η με ίσους όρους δραστηριοποίηση ενός ανώνυμου με ένα επώνυμο προφίλ.”

Υπάρχει λόγος που η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί ονόματα, αστυνομικές ταυτότητες και υπογραφές – είναι η λογοδοσία, η ατομική ευθύνη. Σε συνθήκες ανωνυμίας η λογοδοσία χάνεται. Αν χαθεί η λογοδοσία καταστρέφεται ο μόνος συνδετικός κρίκος που μας κρατά οργανωμένους σε κοινωνία.

Επομένως, όταν με το καλό το Διαδίκτυο κανονικοποιηθεί πλήρως τότε λίγη ανωνυμία καλό είναι να επιτραπεί. Μέχρι τότε πρέπει να περιοριστεί. Μέχρι να κατανοήσει και ο πιο πρόσφατος χρήστης ότι «στο ίντερνετ κανείς δεν γνωρίζει ότι είσαι σκύλος», επομένως καθένας μπορεί ανεξέλεγκτα να λέει ό,τι θέλει, οφείλουμε αυτή τη δυνατότητα να την περιορίσουμε – ή και να την εξαλείψουμε εντελώς.

Ήδη πάντως είμαι ικανοποιημένος που η γενική κατεύθυνση είναι ακριβώς αυτή, της ταυτοποίησης των χρηστών. Για να φτάσουμε εδώ και πάλι επικράτησε η, αμείλικτη, λογική της αγοράς: Το Facebook και τα λοιπά social media αφενός έχουν πια αρκετούς χρήστες και αφετέρου συνειδητοποίησαν ότι η ζημιά που μπορεί να πάθουν από την ανωνυμία κάποιων από αυτούς είναι μεγαλύτερη από το όφελος που πιθανώς έχουν επιτρέποντάς τους να συνεχίσουν να υπάρχουν. Επομένως, σιγά-σιγά αρχίζει η ταυτοποίηση των χρηστών, έμμεσα, με τον εν τοις πράγμασι εξαναγκασμό να συνδέσουμε στα προφίλ μας και τα κινητά μας τηλέφωνα. (Τα οποία, μην ξεχνάμε, σχεδόν παντού πλέον στον κόσμο είναι ταυτοποιημένα – η εποχή των «ανώνυμων καρτοκινητών» πέρασε, έχοντας διανύσει παράλληλη τροχιά με αυτήν που εξετάζουμε εδώ). Όταν με το καλό ο αριθμός κινητού θα είναι απαραίτητος για να έχει διατηρεί κανείς λογαριασμό στα internet social media, τότε το πρόβλημα θα έχει σε μεγάλο βαθμό λυθεί. Στο μεταξύ όλοι ελπίζουμε ότι μέχρι τότε η ανθρωπότητα θα έχει βρει το επόμενο «Φαρ Ουεστ» για να εκτονώσει τις δημιουργικές της δυνάμεις – για το καλό όλων μας.

Εθνική κυριαρχία στην ψηφιακή εποχή

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 18.05.2021

Που (πρέπει να) βρίσκονται τα δεδομένα μας;

Πριν λίγες μέρες για τις ανάγκες μιας ακαδημαϊκής παρουσίασης σχετικά με «παραβιάσεις προσωπικών δεδομένων» (personal data breaches) θυμήθηκα εκείνη τη διαρροή δεδομένων των αεροπορικών εταιρειών που «άγγιξε» και την Ελλάδα, αφού σχετικές ενημερώσεις πήραμε και όσοι χρησιμοποιούμε συχνά την Aegean. Ψάχνοντας λίγο περισσότερο είδα ότι την παραβίαση στην ουσία την υπέστη η εταιρεία Sita, η οποία από ό,τι φαίνεται επεξεργάζεται όλα τα δεδομένα των ευρωπαίων που ταξιδεύουμε με αεροπλάνο, αφού εξυπηρετεί εκατοντάδες αεροπορικές εταιρείες μεταξύ των οποίων και όσες ανήκουν στη Star (Lufthansa group) αλλά και στην One World (British Airways group) alliance.

Τι εθνικότητας είναι η Sita; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει, επειδή το κρύβει επιμελώς (έβαλε άλλωστε και τον Guardian να κάνει διόρθωση σχετικά). Τυπικά έχει έδρα στην Ελβετία (Γενεύη), ουσιαστικά ίσως στην Αμερική (Ατλάντα), όμως κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Σε κάθε περίπτωση πάντως, αν κάτι γι αυτήν είναι σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται για ευρωπαϊκή εταιρεία.

Όλα τα δεδομένα, επομένως, από οποιαδήποτε πτήση κάθε Έλληνα πολίτη τηρούνται, άμεσα ή έμμεσα, στην Αμερική (ή, τέλοσπάντων, η αμερικανική κυβέρνηση μπορεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτά).

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για όλα τα οικονομικά δεδομένα κάθε Έλληνα πολίτη: Η Visa και η Mastercard είναι αμερικανικές εταιρείες.

Τι άλλο κάνει ένας άνθρωπος μέσα στην ημέρα του εκτός από το να καταναλώνει και ίσως να ταξιδεύει; Εργάζεται. Η Microsoft, η Google και η Apple είναι αμερικανικές εταιρείες. Θυμίζω επίσης ότι ενώ στο παρελθόν τα εργαλεία software τα αγόραζε κανείς «από το ράφι», τα εγκαθιστούσε στο εσωτερικό του δίκτυο και τα δεδομένα του τηρούνταν τοπικά, σήμερα όλα τα παραπάνω προϊόντα λειτουργούν στο cloud.

Φυσικά, δεν υπάρχει κανένας νομίζω λόγος να θυμίσω ότι και η διασκέδαση του μέσου Έλληνα παρέχεται απευθείας από αμερικανικές εταιρείες, από τα social media μέχρι το Netflix και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια-πλατφόρμες.

Σταματώ εδώ, όχι τόσο για λόγους οικονομίας κειμένου όσο γιατί εδώ σταματούν οι γνώσεις μου. Δεν γνωρίζω τι συμβαίνει με τα δεδομένα των οπλικών συστημάτων, ούτε με τις τεχνολογικές υποδομές πίσω από τα κρατικά δεδομένα ασφαλείας, ούτε καν τις τεχνολογικές υποδομές πίσω από τα απλά δεδομένα των Ελλήνων πολιτών που τηρεί η ελληνική κυβέρνηση. Φαντάζομαι ότι μέτρα ασφαλείας τήρησης των δεδομένων θα έχουν ληφθεί τόσο σε ελληνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αν και μάλλον θα έπρεπε κανείς να είναι αφελής για να πιστέψει ότι οι, Αμερικανοί κατασκευαστές τους δεν έχουν λάβει και εκείνοι τα δικά τους μέτρα πρόσβασης και σε αυτά τα δεδομένα αν χρειαστεί. Άλλωστε, αυτή ακριβώς η υποψία δεν βρίσκεται πίσω από την αμερικανική εναντίωση να χρησιμοποιούμε κινεζικά προϊόντα για τις αντίστοιχες χρήσεις;

Συνεπώς σήμερα όλα τα δεδομένα μας ή και του ελληνικού κράτους οποιαδήποτε ώρα και στιγμή μιας οποιασδήποτε ημέρας τα επεξεργάζονται αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες μάλιστα πιθανότατα, πολύ βολικά, παρέχουν και υπηρεσίες αποθήκευσης και τήρησής τους. Αντίστοιχα, ό,τι ισχύει για την Ελλάδα υποθέτω ότι ισχύει λιγότερο ή περισσότερο και για τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη.

Πως φτάσαμε ως εδώ;

Πριν 20-30 χρόνια αυτή δεν ήταν καθόλου αυτονόητη κατάσταση ούτε για τα κράτη ούτε για τους πολίτες. Το λογισμικό βέβαια ήταν σημαντικό στην Ευρώπη και ήδη χρησιμοποιούνταν από τη δεκαετία του 1970 από τη δημόσια διοίκηση και του 1980 από τον ιδιωτικό τομέα. Όμως, αφενός μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1990 τα αρχεία ήταν ακόμα κυρίως σε χαρτί και αφετέρου το λογισμικό ήταν προορισμένο να εγκατασταθεί και να λειτουργήσει τοπικά. Αυτό το δεύτερο έχει, κυρίως, σημασία: Μέχρι και τις αρχές του 2000 κάθε κράτος, κάθε επιχείρηση και κάθε πολίτης αγόραζε πακέτα λογισμικού «από το ράφι», τα εγκαθιστούσε τοπικά μόνος του σε υπολογιστές που ελάχιστα συνδεδεμένοι ήταν μεταξύ τους, και τηρούσε τα δεδομένα του «δίπλα του». Οι ενημερώσεις λογισμικού γίνονταν «με το χέρι». Η τεχνική υποστήριξη παρεχόταν τοπικά, αναγκαστικά με «δια ζώσης» παρουσία τεχνικού.

Το internet, το cloud αλλά και οι επιθετικές συνδρομητικές πολιτικές των (αμερικανικών) εταιρειών ανέτρεψαν για πάντα αυτό το μοντέλο. Οι υπολογιστές, τα smartphones ή τα tablets συνδέονται πλέον ήδη από το άνοιγμα του κουτιού τους με τον κατασκευαστή τους για διαρκή παροχή ενημερώσεων λογισμικού. Οι εφαρμογές μας εγκαθίστανται με download και όχι μέσω cd ή άλλων drives (που πια έχουν εξαφανιστεί). Η τεχνική υποστήριξη παρέχεται αποκλειστικά online, μέσω απομακρυσμένης πρόσβασης.

Έτσι, κατά τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια μπορεί οι τεχνολογικές λύσεις να έγιναν φθηνότερες, ταχύτερες και αποτελεσματικότερες όμως αυτό το πέτυχαν μέσω της αναγκαστικής διαρκούς μετάδοσης των δεδομένων στον (Αμερικανό) κατασκευαστή τους.

Στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη ανταλλάξαμε, δηλαδή, εθνική κυριαρχία με οικονομικά οφέλη. Δώσαμε έλεγχο, και πήραμε παραγωγικότητα.”

Αυτό περίπου είναι, όπως το βλέπω εγώ, το κοινωνικό, ιστορικό και τεχνολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο διεξάγεται σήμερα ο νομικός διάλογος για data sovereignty, data residency και data localisation. (Τους όρους τους αφήνω επίτηδες αμετάφραστους, όχι μόνο επειδή δεν υπάρχει γενικά αποδεκτή ελληνική απόδοση αλλά και προκειμένου να δώσω τη δυνατότητα σε όποιον ενδιαφέρεται να το ψάξει περισσότερο.) Όμως, όπως είπα, αυτή είναι η δική μου θεώρηση των πραγμάτων (για την οποία έχω ήδη γράψει στο 2045.gr και εδώ). Μια διαφορετική προσέγγιση των ίδιων ακριβώς γεγονότων και της ίδιας πραγματικότητας θα υποστήριζε ίσως ότι η ψηφιακή τεχνολογία έδωσε στην ανθρωπότητα πρωτοφανείς δυνατότητες να επεξεργαστεί δεδομένα φθηνά και γρήγορα και προς όφελος όλων μας. Και ότι δεν πειράζει που στη διαδικασία αυτή τα δεδομένα όλων μας τα τηρεί ένα και μόνο κράτος, επειδή το σύστημα των data centers είναι τόσο διάσπαρτο που κανείς στην ουσία δεν ξέρει που ακριβώς βρίσκεται τι.

Αυτές οι δύο διαμετρικά αντίθετες απόψεις (η σημερινή κατάσταση είναι ή δεν είναι πρόβλημα για τα κράτη και τους πολίτες τους) συγκρούονται σε παγκόσμιο ρυθμιστικό επίπεδο, σε έναν παγκόσμιο νομικό πόλεμο. Η Αμερική, εύλογα, επιθυμεί τη διατήρηση της παρούσας κατάστασης, ιδεολογικά μέσω της ελευθερίας των αγορών και του «ανοίγματος» της ψηφιακής οικονομίας και, πρακτικά, μέσω της συνεχιζόμενης ανοχής στον γιγαντισμό των ψηφιακών εταιρειών της, παρότι δημιουργούν πλέον και στο εσωτερικό της οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Η Ευρώπη θέλει να διατηρήσει κάπως τον έλεγχο, όμως γνωρίζει ότι για να το πετύχει αυτό διαθέτει μόνο νομικά εργαλεία: Ο GDPR, η νομοθεσία για την κυβερνοασφάλεια και τώρα ίσως και η νομοθεσία για την Τεχνητή Νοημοσύνη βάζουν έμμεσα κανόνες στο που και πως τηρούνται τα δεδομένα. Δεν διαθέτει όμως ακόμα τις τεχνολογικές λύσεις για να υποστηρίξει τα θέλω της. Η Κίνα λειτουργεί το εντελώς δικό της σύστημα, μακριά από την Αμερικανική παντοδυναμία: Δικές της τεχνολογίες, δικές της πιστωτικές κάρτες, δικά της data centers, δικά της social media. H Ρωσία λιγότερο ή περισσότερο ακολουθεί το παράδειγμά της.

Στον παραπάνω νομικό και τεχνολογικό πόλεμο κερδίζονται και χάνονται πολλές μάχες. Για παράδειγμα, ο GDPR ήταν μια κερδισμένη, παγκόσμια μάχη για την Ευρώπη. Η Αυστραλία έχασε από το Facebook. Η Microsoft και η Apple προσπάθησαν, καθεμία με διαφορετικό βαθμό επιτυχίας, να αντισταθούν σε αιτήματα πρόσβασης από τις αμερικανικές αρχές. Η, κινεζική, Huawei «ταλαιπωρήθηκε» από τις αμερικανικές αρχές. Το TikTok το ίδιο.

Και για το μέλλον; Αν με ρωτάτε, είμαι εντελώς πεπεισμένος ότι τα δεδομένα των Ελλήνων πολιτών και του ελληνικού κράτους πρέπει να παραμένουν στην Ελλάδα, προστατευμένα κατά το δυνατό από οποιαδήποτε πρόσβαση τρίτου. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι κάτι τέτοιο είναι εντελώς ανέφικτο, αφού οι τεχνολογικές ανάγκες για να συμβεί κάτι τέτοιο μας ξεπερνούν κατά πολύ.

Η Ευρώπη, επομένως, είναι η μόνη λύση. Η αναγκαστική επεξεργασία και τήρηση των δεδομένων σε ευρωπαϊκό έδαφος από ευρωπαϊκές εταιρείες είναι για εμένα μονόδρομος. Localisation, συνεπώς – το sovereignty ή το residency δεν αρκούν. Όπως θα σας πει οποιοσδήποτε νομικός, είναι πρακτικά αδύνατο να επιβάλεις δικό σου νόμο στο εσωτερικό τρίτου κράτους όταν στο κράτος αυτό δεν αρέσει ο νόμος σου. Αυτή όμως είναι η ουσία της εθνικής κυριαρχίας ακόμα και στην ψηφιακή εποχή, ο βασικός ρόλος του κράτους: Η προστασία των πολιτών του σύμφωνα με τους νόμους που οι ίδιοι ψήφισαν. Παλιά αυτό γινόταν εύκολα, με φυσικό τρόπο, εντός εθνικών συνόρων. Αν ψηφιακά σύνορα ίσως σήμερα δεν υπάρχουν (αν και οι Κινέζοι και οι Ρώσοι θα διαφωνούσαν με αυτό), είναι νομίζω καιρός σήμερα να τα δημιουργήσουμε.

Η εταιρεία μας σας εύχεται,
Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση
Για εσάς και την οικογένεια σας!