Η εταιρεία μας σας εύχεται,
Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση
Για εσάς και την οικογένεια σας!

Ελλάδα 2.0: Εύστοχος όρος, τεκμηριωμένο σχέδιο, μήπως θα μπορούσε να γίνει ακόμα καλύτερο;

Δημοσιεύθηκε στο emea.gr, 27.04.2021

Ο όρος Ελλάδα 2.0 είναι εύστοχος, τουλάχιστον για τη γενιά μου – και αυτό ίσως είναι ένα πρόβλημα, αφού δεν είμαι βέβαιος αν σημαίνει κάτι για τους μεγαλύτερους και τους μικρότερους από εμάς.

Η εντυπωσιακή ακόμη και εν μέσω πανδημίας, παρουσίαση της Κυβέρνησης πριν ένα περίπου μήνα του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας, «Ελλάδα 2.0» έφερε τον όρο δυναμικά στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Για το περιεχόμενό του αρκετά έχουν γραφτεί ήδη (για παράδειγμα, εδώ και εδώ). Αν ήταν να διακρίνω κάτι ειδικά από όσα έχουν ήδη ειπωθεί, λόγω και προσωπικού ενδιαφέροντος, θα ήταν η έμφαση στη νεοφυή επιχειρηματικότητα και στην καινοτομία, αφού χωρίς αυτές ακόμα και οι καλύτερες «βαριές», δομικές αλλαγές θα έμεναν αχρησιμοποίητες.

Ο όρος Ελλάδα 2.0 είναι εύστοχος, τουλάχιστον για τη γενιά μου – και αυτό ίσως είναι ένα πρόβλημα, αφού δεν είμαι βέβαιος αν σημαίνει κάτι για τους μεγαλύτερους και τους μικρότερους από εμάς. Απαιτείται, επομένως, επεξήγηση. Η πρώτη γενικά του internet άρχισε περίπου το 1995 και κράτησε μια δεκαετία. Ήταν η εποχή που στήθηκε η τεχνική υποδομή, όμως έλειπε ακόμα το περιεχόμενο. Οι μεγαλύτεροι παγκόσμιοι οργανισμοί είχαν «σηκώσει» ιστοσελίδες, όμως κατά κανόνα ο μέσος πολίτης δεν είχε κανέναν ιδιαίτερο λόγο να μπαίνει στο ίντερνετ κάθε μέρα. Η επικοινωνία ήταν μονόδρομη: Από τους οργανισμούς και κάποιους μεγάλους πωλητές (το Amazon τότε ξεκίνησε, πουλούσε μόνο βιβλία) προς πολίτες-παθητικούς δέκτες. Όλα αυτά άλλαξαν στις αρχές του 2000, όταν ξεκίνησαν τα ιστολόγια. Ξαφνικά η επικοινωνία έγινε αμφίδρομη, δηλαδή και απλοί χρήστες μπορούσαν να δημοσιεύσουν περιεχόμενο. Ξεκίνησαν επομένως να μιλούν και μεταξύ τους, αντί να παραμένουν παθητικοί δέκτες πληροφοριών. Ήταν αυτή ακριβώς η αλλαγή που έφερε τα social networks και τις πλατφόρμες, που κυριαρχούν στη ζωή μας σήμερα. Για να σηματοδοτηθεί αυτή η αλλαγή χρησιμοποιήθηκε ο όρος Web 2.0 (ως τρυκ του marketing, δεν χρησιμοποιούσαμε πριν τον όρο Web 1.0, ούτε σήμερα πηγαίνουμε προς Web 3.0). Συμβολικά το χρονικό σημείο εντοπίζεται στο 2006, όταν το Time είπε ότι Person of the Year είμαστε Εμείς (You), στο πασίγνωστο πλέον εξώφυλλό του με τον καθρέφτη όπου καθένας μας έβλεπε τον εαυτό του.

Συνεπώς, η Ελλάδα 2.0 σηματοδοτεί την αλλαγή παραδείγματος, κάτι καινούργιο και διαφορετικό. Όπως τόνισαν τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη, «Τι είναι το πρόγραμμα Ελλάδα 2.0;  Είναι ένα συνεκτικό σχέδιο επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων που έχει σαν στόχο να κάνει update στο λειτουργικό της χώρας. Στο software και το hardware της Ελλάδας».

Η Ελλάδα 2.0 αποτελεί αναμφίβολα τεκμηριωμένο σχέδιο. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την σημαντική επιστημονική και τεχνοκρατική εργασία πίσω από την εκπόνησή του. Αυτό άλλωστε προκύπτει έμμεσα και από την, αμήχανη, αντίδραση της αντιπολίτευσης που είχε να αντιπροτείνει μόνο το «Χαβάη 5-0» (σημειολογικά, πάντως, εξίσου όρους που λέει κάτι μόνο στη γενιά μου!). Η λογική του συνέχεια είναι ξεκάθαρη: Το σχέδιο Πισσαρίδη εκπονήθηκε εγκαίρως, μελετήθηκε, και τώρα υλοποιείται. Τα απαραίτητα βήματα τόσο ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και στο ελληνικό Κοινοβούλιο ήδη εκτελούνται. Όπως συμβαίνει και με την αντιμετώπιση της πανδημίας, ιδίως με τους μαζικούς εμβολιασμούς, λίγοι μπορούν να αμφισβητήσουν ότι η Ελλάδα προχωρεί οργανωμένα, όπως είχαμε καιρό να δούμε, και με σχέδιο καλύτερο από των υπόλοιπων Ευρωπαίων.

Συγκεκριμένα, η Ελλάδα 2.0 μου θύμισε τον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όπως είναι γνωστό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή λειτουργεί εντελώς τεχνοκρατικά: Πρώτα αποφασίζει επιμέρους τομείς παρέμβασης, στη συνέχεια διαμορφώνει συγκεκριμένους στόχους, μετά ξοδεύει χρήματα και ανθρώπινους πόρους (νόμους) για να τους επιτύχει, και στο τέλος αξιολογεί τι πέτυχε και τι χρειάζεται ακόμα βελτίωση.

Αυτή η προσέγγιση δεν είναι όμως πάντα η ιδανική. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επανειλημμένα κατηγορηθεί ως ένας «στεγνός», γραφειοκρατικός μηχανισμός που είναι απομακρυσμένος από τον Ευρωπαίο πολίτη. Πιθανότατα αυτό οφείλεται στο ότι έτσι ακριβώς είχε σχεδιαστεί τότε, τη δεκαετία του 1950. Όμως, η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι εθνικές κυβερνήσεις πρέπει να την μιμηθούν. Ίσα ίσα. Οι εθνικές κυβερνήσεις χαράσσουν πολιτικές – δεν διαχειρίζονται απλώς λεφτά.

Λείπει επομένως κάτι από την Ελλάδα 2.0; Θα μπορούσε να γίνει κάτι παραπάνω; Κατά τη γνώμη μου, ναι. Νομίζω ότι είναι περιοριστικό η Ελλάδα 2.0 να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως οικονομικό φαινόμενο, αποκλειστικά ως αλλαγή του «παραγωγικού παραδείγματος». Μια τέτοια οπτική την κάνει αυτομάτως απλά και μόνο διαχειριστικό εργαλείο. Βέλτιστο, βιώσιμο, στοχοθετημένο και τεκμηριωμένο, αλλά πάντως οικονομικό και μόνο.

Θα μπορούσε να είναι και κάτι ακόμα; Ναι. Θα μπορούσε να αποτελέσει επιπλέον και κοινωνικό μοντέλο. Μαζί με τα χρήματα να έρθουν και ιδέες και πολιτικές για την κοινωνική αλλαγή της Ελλάδας. Για τη συνολική αναθεώρηση του κοινωνικού, και όχι μόνο του παραγωγικού, παραδείγματος. Με λίγα λόγια, στην Ελλάδα 2.0 το οικονομικό αφήγημα θα μπορούσε να συνοδεύεται και από, αντίστοιχο, κοινωνικό. Με αυτόν τον τρόπο η στοχοθεσία του θα ήταν ακόμα πιο φιλόδοξη – και πιο διαρκής.

Πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάλαβε τις ατέλειές της και θέσπισε θέση Επίτροπου για την «Προώθηση του Ευρωπαϊκού Τρόπου Ζωής Μας», ο οποίος μάλιστα ανατέθηκε σε Έλληνα. Το στοίχημά της είναι, πλέον, υπαρξιακό: Έναν καλό διαχειριστή όλοι τον αγαπούν, όμως κανείς δεν τον θεωρεί ισάξιο μιας κυβέρνησης, και έτσι θα συνεχίσει να κάθεται στον καναπέ και όχι στην πολυθρόνα. Η Ελλάδα 2.0 δεν θέτει, ευτυχώς, τέτοια διλήμματα. Παρουσιάζει όμως την μοναδική ευκαιρία να αφήσει κοινωνικό αποτύπωμα εξίσου σημαντικό με το οικονομικό.

Οι επέτειοι είναι χρήσιμες, επειδή βοηθούν να τραβήξει κανείς γραμμές. Κάθε Πρωτοχρονιά κάνουμε σχέδια για το νέο έτος. Κάθε συμπληρωμένη δεκαετία της ζωής μας γιορτάζουμε το γεγονός, κάνουμε απολογισμό και κοιτάμε μπροστά. Το ίδιο συμβαίνει και στους οργανισμούς: Τα «στρογγυλά» έτη της ζωής τους σηματοδοτούν αφενός την ευκαιρία για γιορτή και αφετέρου την ευκαιρία για επανακαθορισμό. Τα κράτη δεν διαφέρουν σε αυτό. Τα διακόσια χρόνια από την ελληνική επανάσταση δίνουν την ευκαιρία για αναδιάταξη και επαναπροσδιορισμό. Είναι η Ελλάδα 2.0 ο στόχος των επόμενων εκατό ετών; Αν αυτός είναι ο στόχος, τότε δεν πρέπει να μιλάμε για οικονομικό, αλλά για κοινωνικό μοντέλο. Εκτός από το New Deal οικονομικό μοντέλο ουδέποτε έμεινε στην ιστορία. Αν επομένως μιλάμε για τα επόμενα εκατό και όχι για τα επόμενα δέκα χρόνια, τότε η Ελλάδα 2.0 χρειάζεται και κάτι επιπλέον, εκτός από άριστη, τεκμηριωμένη και αδιαμφισβήτητη οικονομική ανάλυση και εκτέλεση: Χρειάζεται και ένα κοινωνικό μοντέλο, στο οποίο αυτή να αποσκοπεί.

Το «έξυπνο Κράτος»: Αφού για το εμβόλιο ειδοποιείσαι ατομικά, γιατί όχι και για το επίδομα;

Δημοσιεύθηκε στο dEASY, 8.3.2021

Το εκατομμυριοστό εμβόλιο κατά του COVID-19 που γιορτάσαμε πρόσφατα και ο υποδειγματικός εμβολιασμός του ελληνικού πληθυσμού («Επιχείρηση Ελευθερία») που μας φέρνει στις κορυφαίες θέσεις του πλανήτη δεν μπορούν παρά να μας ανοίξουν την όρεξη για το μέλλον: Αν τελικά είναι εφικτό το ελληνικό Κράτος να διαχειριστεί εξατομικευμένα έναν-έναν τους πολίτες του ώστε να καταφέρει να εμβολιάσει τον συνολικό πληθυσμό γρήγορα και οργανωμένα, μήπως τελικά μπορεί να επιτύχει και πολύ περισσότερα από αυτό, όταν με το καλό ο ιός μπει στην Ιστορία;

Όταν ο ιός μπει στην Ιστορία τίποτα δεν θα είναι το ίδιο όπως παλιά. Η κανονικότητα θα επανέλθει, όμως δεν θα είναι η κανονικότητα που γνωρίζαμε ως τώρα. Θεωρώ αδιανόητο ότι συνήθειες του παρελθόντος, όπως τα αεροπορικά ταξίδια για ψύλλου πήδημα, θα επαναληφθούν. Ούτε η αναγκαστική προσέλευση σε γραφεία όταν η εργασία μπορεί να γίνει εξίσου καλά εξ αποστάσεως. Ούτε η επίσκεψη σε φυσικό κατάστημα όταν δεν υπάρχει λόγος γι αυτό.

Και το Κράτος; Θα μείνει ανεπηρέαστο; Ίσα ίσα πιστεύω ότι εκεί θα πρέπει να σημειωθούν οι μεγαλύτερες αλλαγές. Το ελληνικό Κράτος απέδειξε με τον εμβολιασμό του πληθυσμού πως όταν θέλει, μπορεί. Υπάρχει και η γνώση και η τεχνική δυνατότητα. Οι εξατομικευμένες ειδοποιήσεις, η εξατομικευμένη υπηρεσία προς κάθε κάτοικο δείχνουν με τον σαφέστερο τρόπο ότι όχι μόνο δεν υστερούμε σε σχέση με οποιοδήποτε κράτος αλλά μπορούμε να δώσουμε και μερικά μαθήματα σε άλλους.

Το μέλλον οφείλει να είναι εξίσου δυναμικό. Η αντιμετώπιση της πανδημίας θα έχει αφήσει πολλούς συμπολίτες μας σε κατάσταση οικονομικής ανάγκης. Άλλοι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις μακροχρόνιες συνέπειες της νόσου στην υγεία τους.

Δεν υπέφεραν όμως όλοι το ίδιο. Κάποιοι ωφελήθηκαν από τις νέες συνθήκες εμπορίου ή εργασίας που δημιουργήθηκαν. Οι online επιχειρήσεις αύξησαν κατά πολύ τις πωλήσεις τους. Κάποιοι εργοδότες είδαν το προσωπικό τους και το ενοίκιό τους να επιδοτείται χωρίς η δουλειά τους, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, να έχει υποστεί αντίστοιχη μείωση. Το ίδιο και οι εργαζόμενοι ή οι ελεύθεροι επαγγελματίες: Άλλοι έχασαν οριστικά τις θέσεις εργασίας τους, άλλοι θα επιστρέψουν σε άλλο καθεστώς από αυτό στο οποίο βρίσκονταν, άλλοι θα ξανανοίξουν τα γραφεία τους όμως θα χρειαστούν χρήματα γρήγορα ώστε να ορθοποδήσουν, ενώ υπάρχουν και άλλοι που ωφελήθηκαν κατά το τελευταίο έτος αυξάνοντας τα έσοδά τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Με άλλα λόγια, καθένας μας αντιμετώπισε άλλες συνθήκες οικονομικές, κοινωνικές και υγείας κατά το τελευταίο έτος. Γιατί επομένως θα έπρεπε όλοι μας να αντιμετωπιστούμε το ίδιο από το Κράτος όταν επιστρέψουμε στη (νέα) κανονικότητα;

Ρόλος του Κράτους δεν είναι να σταθεί απέναντι, αλλά δίπλα στον πολίτη. Δεν είναι να αδειάσει αδιακρίτως έναν κουβά χρήματα στην αγορά μήπως και επιτευχθεί η ανάκαμψη, αλλά να βοηθήσει καθέναν ατομικά, όπως και όποτε το χρειαστεί. Τα νέα τεχνολογικά εργαλεία προσφέρουν αυτή τη δυνατότητα. Όπως ακριβώς το εμβόλιο παρέχεται ατομικά σε καθέναν όταν έρθει η σειρά του, το ίδιο ακριβώς θα πρέπει να γίνει και με τη βοήθεια, οικονομική ή άλλη, μετά τον ιό. Άλλος χρειάζεται άμεση οικονομική υποστήριξη, άλλος έμμεση και άλλος καθόλου. Άλλος χρειάζεται βοήθεια από κοινωνικές υπηρεσίες ή έχει ειδικά θέματα υγείας ενώ άλλος τα καταφέρνει μια χαρά μόνος του. Η τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα της εξατομικευμένης αντιμετώπισης από το Κράτος. Τα οριζόντια μέτρα πλέον δεν είναι αρκετά.

Το ίδιο και στο μέλλον. Το Κράτος οφείλει να επικεντρώσει στις ανάγκες καθενός από τους πολίτες του χωριστά. Κάποιος μπορεί να χρειάζεται χρήματα ενώ κάποιος άλλος μπορεί να χρειάζεται μόνο πληροφόρηση πως να τα βρει. Κάποιος μπορεί να χρειάζεται επίδομα ενώ κάποιος άλλος μπορεί να χρειάζεται επανεκπαίδευση ώστε να αλλάξει εργασία. Το μοντέλο της επίσκεψης του πολίτη στον γκισέ κάθε μιας υπηρεσίας ώστε να πάρει αποσπασματική πληροφόρηση από έναν δημόσιο υπάλληλο που και ο ίδιος δεν γνωρίζει καλύτερα, έχει παρέλθει. Όπως ακριβώς η Επιχείρηση Ελευθερία επιχειρεί να μας απελευθερώσει από τον ιό, έτσι ακριβώς μια διαρκής αντίστοιχη επιχείρηση από το ελληνικό Κράτος οφείλει να μας μεταφέρει σε μια νέα, πολύ καλύτερα οργανωμένη Ελλάδα, που όλοι πλέον βλέπουμε ότι είναι απολύτως εφικτή.

Μπορεί η τηλεργασία να αποτελέσει εθνικό στόχο;

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 15.2.2021

Να επενδύσω τώρα στο home office; Να περιμένω να επιστρέψω στο γραφείο; Ή να αφήσω τον νόμο ν’ αποφασίσει για μένα;

Στην έναρξη τώρα πια του τρίτου lockdown τα συναισθήματα είναι ανάμικτα. Από τη μια μεριά η κόπωση είναι φανερή σε όλους μας: Παππούδες και γιαγιάδες, γονείς και singles, πιτσιρικάδες και μαθητές, όλοι έχουμε φτάσει σε οριακό σημείο με τον αναγκαστικό εγκλεισμό μας στο σπίτι. Πολλοί αντιμετωπίζουμε πρόβλημα στην εργασία μας, μακριά από τις συνηθισμένες μας παραγωγικές δραστηριότητες εδώ και ένα χρόνο τώρα πια και με τα έξοδα να τρέχουν σχεδόν κανονικά. Από την άλλη μεριά, υπάρχει επίσης έντονο και το αίσθημα της προσμονής, ότι αυτό θα είναι το τελευταίο lockdown και ότι σύντομα με τον εμβολιασμό όλων θα επανέλθουμε στην κανονικότητα.

Ποια θα είναι όμως αυτή η κανονικότητα, στον εργασιακό τουλάχιστον τομέα; Θα είναι νέα ή θα επιστρέψουμε στην παλιά; Πρακτικά δηλαδή σκεπτόμενος, αξίζει να αγοράσει κανείς τώρα καινούργια οθόνη και εργονομική καρέκλα για το γραφείο στο σπίτι, αν και το απέφυγε τόσο καιρό; Ή είναι καλύτερα να κάνει λίγη ακόμα υπομονή μέχρι να επιστρέψει στο γραφείο;

Προφανώς, αυτό το άρθρο αφορά τις δουλειές γραφείου. Για όσους δεν μπορούν έτσι ή αλλιώς να απομακρυνθούν από τους χώρους εργασίας τους (καταστήματα, εργοστάσια, ο δημόσιος τομέας που έρχεται σε επαφή με τον πολίτη, οι γιατροί) δεν τίθεται θέμα. Οι περισσότεροι άλλωστε από όσους ανήκουν σε αυτή την κατηγορία εργάζονται και αυτή την περίοδο λιγότερο ή περισσότερο κανονικά, τα lockdown δεν τους επηρέασαν.

Όλοι οι υπόλοιποι διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Εκείνοι που μπορούν να τηλε-εργαστούν εν μέρει και εκείνοι που μπορούν να τηλε-εργαστούν πλήρως. Οι πρώτοι, εκείνοι δηλαδή που μπορούν να τηλε-εργαστούν εν μέρει, είναι για παράδειγμα οι δικηγόροι: Δεν είναι ανάγκη κάθε ημέρα της εβδομάδας να πηγαίνουν στο γραφείο τους. Το ίδιο και οι λογιστές. Το ίδιο και οι δημοσιογράφοι.

Να τηλε-εργαστούν πλήρως μπορούν όλοι όσοι κάνουν back-office εργασίες, δηλαδή εργάζονται σε εσωτερικές ομάδες στον οργανισμό τους και έτσι έρχονται σε μηδενική ή ελάχιστη ή πάντως πλήρως ελεγχόμενη (πότε και που) επαφή με πελάτες ή με πολίτες. Σχεδόν όλα τα μεσαία στελέχη επιχειρήσεων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.

Όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μπορούσε κανείς να τις κάνει εδώ και καιρό, όμως τις επέβαλε ο κορωνοϊός. Η πανδημία, εκτός από όλα τα άλλα, προκάλεσε ένα τεράστιο, παγκόσμιο ψηφιακό τσουνάμι στους χώρους εργασίας. Μπορεί εδώ και χρόνια όλες οι επαγγελματικές μας εφαρμογές να διαφήμιζαν τα collaboration tools τους, όμως ελάχιστοι τα χρησιμοποιούσαν αφού ο συνάδελφος βρισκόταν στο δίπλα γραφείο. Μπορεί στο Λονδίνο ή σε μια-δυο εταιρείες στην Ελλάδα προ κορωνοϊού να εφαρμόζονταν τηλεργασία και clean desk policies, όμως όλα αυτά αποτελούσαν επιστημονική φαντασία για όλους τους υπόλοιπους. Τώρα αναγκαστικά όλα τα παραπάνω εφαρμόστηκαν στην πράξη.

“Ο καταλύτης του ψηφιακού άλματος στους χώρους εργασίας δεν ήταν ούτε το cloud, ούτε τα social media, ούτε καν το ίντερνετ. Ήταν ο κορoνοϊός”

Δύο δρόμοι μπροστά μας

Και τώρα; Τώρα, όταν με το καλό έρθει η «κανονικοποίηση» έχουμε να διαλέξουμε μεταξύ δύο δρόμων μπροστά μας: Ο ένας είναι ο συναισθηματικός και ο άλλος είναι ο νομικός. Ιδανικά οι δύο συμπίπτουν, στην πράξη όμως σπάνια συμβαίνει αυτό.

Ο συναισθηματικός δρόμος θα αφήσει καθέναν μας να διαλέξει. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Σε άλλους αρέσει το σπίτι τους ενώ άλλοι δεν βλέπουν την ώρα να κλείσουν την πόρτα πίσω τους. Άλλοι βολεύονται με ένα laptop στο τραπέζι της κουζίνας ενώ άλλοι χρειάζονται πλήρως εξοπλισμένο home office που να είναι ίδιο με εκείνο του γραφείου. Επομένως, αν μας αφήσουν ελεύθερους να διαλέξουμε, καθένας μας θα κάνει ακριβώς αυτό. Κάποιοι δικηγόροι θα πηγαίνουν κάθε μέρα γραφείο ενώ κάποιοι άλλοι θα εφαρμόσουν πολιτική μιας ή δύο ημερών στο σπίτι. Κάποιοι λογιστές ή δημοσιογράφοι το ίδιο. Η τεχνολογία εδώ δίνει τη δυνατότητα της επιλογής, διευκολύνει – αν δεν υπάρξει εξαναγκασμός καθένας θα είναι ελεύθερος να τραβήξει τον δρόμο του.

Ο εξαναγκασμός έρχεται μέσω του νόμου, ή έστω μέσω τον κανόνων στους χώρους εργασίας. Οι εργοδότες είναι πολύ πιθανό να έχουν ήδη διαπιστώσει τα οφέλη της τηλεργασίας: Μικρότεροι χώροι γραφείων κάτι που σημαίνει σημαντικά μικρότερα έξοδα. Αύξηση των επιλογών προσλήψεων από όλη την Ελλάδα, αφού η εργασία δεν παρέχεται αναγκαστικά τοπικά. Και οι δύο παράγοντες είναι αρκετά σημαντικοί ώστε η τηλεργασία για συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων να γίνει αναγκαστική και όχι επιλογή τους.

Και ο νόμος; Ο νόμος μπορεί να κάνει αναγκαστική την τηλεργασία προκειμένου, για παράδειγμα, να βοηθήσει το περιβάλλον. Ή την απασχόληση. Ή την αποκέντρωση. Ή προκειμένου να σπρώξει την ελληνική κοινωνία προς την ψηφιοποίηση.

“Η εφαρμογή της τηλεργασίας έχει αναδείξει πλήθος ζητημάτων που χρειάζονται, συχνά επείγουσα, νομοθετική παρέμβαση”

Μπορούν οι κανόνες, οι νόμοι, να διευκολύνουν; Να προσφέρουν μια δυνατότητα, χωρίς εξαναγκασμό; Φυσικά και μπορούν. Η τηλεργασία έχει αναδείξει ένα σωρό ζητήματα που χρειάζονται, συχνά επείγουσα, νομοθετική παρέμβαση. Τα δικαιώματα των εργαζομένων πρέπει, για παράδειγμα, να προστατευτούν: Το γεγονός ότι εργάζονται στο σπίτι δεν σημαίνει ότι πρέπει το γραφείο να μεταφερθεί στο σπίτι τους, δηλαδή να έχουν διαρκώς τον εργοδότη τους πάνω από το κεφάλι τους. Ούτε ότι επειδή δεν πηγαίνουν γραφείο οφείλουν να είναι διαθέσιμοι μέρα-νύχτα για τηλε-διασκέψεις, κλήσεις στα κινητά ή ανταλλαγή e-mails. Ή, ότι η παραγωγικότητά τους πλέον θα μετριέται με αυτοματοποιημένα εργαλεία παρακολούθησης.

Εξίσου σημαντική είναι η προσαρμογή του νόμου στα νέα δεδομένα. Η μερική απασχόληση δύσκολα συνδυάζει δύο εργοδότες στην «πραγματική ζωή», όμως στο ψηφιακό περιβάλλον ο ίδιος εργαζόμενος με πολύ μεγαλύτερη ευκολία μπορεί να ανταπεξέλθει σε δύο, ή περισσότερες, θέσεις εργασίας, αφού δεν θα έχει υποχρέωση μετακίνησης. Ο νόμος οφείλει να προσφέρει τη δυνατότητα πολλαπλών απασχολήσεων άκοπα. Δεν έχει νόημα να τηλε-εργάζεσαι και ταυτόχρονα να επιβαρύνεσαι με τους παραδοσιακούς περιορισμούς ενός παλαιού τύπου εργασιακού περιβάλλοντος.

Τι από τα παραπάνω θα συμβεί; Αν χρησιμοποιήσω το παρελθόν ως δείκτη προβλέπω έναν συνδυασμό των παραπάνω με χαρακτηριστική καθυστέρηση για την Ελλάδα. Ή, αλλιώς, θα αφήσουμε το συναίσθημα για άλλη μια φορά να μας παρασύρει: Άλλοι θα επιστρέψουν στα γραφεία τους και άλλοι όχι, αναλόγως των τυχαίων κάθε φορά προτιμήσεων κάθε εργοδότη. Ο νόμος στην Ελλάδα ούτε θα διευκολύνει ούτε θα ακολουθήσει, απλά θα αδρανήσει. Όταν μετά από πέντε-δέκα χρόνια γίνει μέτρηση του παγκόσμιου δείκτη τηλεργασίας και διαπιστώσουμε ότι πάλι καταλαμβάνουμε τον πάτο της Ευρώπης τότε μόνο μπορεί να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε ότι ίσως θα ήταν μια καλή ιδέα να αντιγράψουμε τους άλλους και να αρχίσουμε επιτέλους να τηλε-εργαζόμαστε με σύστημα.

Τι θα μπορούσε ίσως να συμβεί; Η τηλεργασία να αποτελέσει εθνικό στόχο. Με αναγκαστική εφαρμογή σε όλες τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, περιλαμβανομένου του Δημοσίου. Με αναγκαστική απασχόληση προσωπικού, εκ περιτροπής ή κυρίως, με αυτόν τον τρόπο. Και, προφανώς, με πλήρη νομική κάλυψη και διευκόλυνση των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Με αυτόν τον τρόπο και η απασχόληση θα αυξανόταν, και η αποκέντρωση θα διευκολυνόταν, και το περιβάλλον θα προστατευόταν καλύτερα. Επιπλέον, η Ελλάδα επιτέλους θα έκανε ψηφιακό άλμα μπροστά, αντί να προσπαθεί αγκομαχώντας να καλύψει τα αυτονόητα.

Επομένως, να αγοράσει κανείς σήμερα εργονομική καρέκλα γραφείου για το σπίτι του; Λογικά σκεπτόμενος θα έλεγα όχι. Συναισθηματικά σκεπτόμενος θα ήθελα να πω ναι. Υποθέτω ότι τελικά είναι θέμα προσωπικότητας: Αγοράζετε πράγματα που ίσως χρειαστείτε στο μέλλον, μπορεί όμως και να μείνουν στην αποθήκη σας για πάντα; Ή παίρνετε τη ζωή όπως σας τα φέρει κάθε φορά;

The “act-ification” of EU law: The (long-overdue) move towards “eponymous” EU legislation

Published in European Law Blog, 26.01.2021

The recent release by the Commission of the draft Digital Services Act and the Digital Markets Act may have attracted significant attention from stakeholders for their substance. However, this contribution is not about the content but the titles of these acts. In the author’s opinion, these two instruments are the latest addition to an emerging trend among the EU law-makers to release, “acts” or at least “eponymous” pieces of legislation. This trend shall be referred to here as “act-ification” of EU law. This trend is to be welcomed in that it signifies a new confidence and self-assuredness of EU law. After more than half a century since it came into life, EU law now seems to feel confident enough to release “acts” or, at any event, eponymous pieces of legislation, immediately recognizable by Europeans.

  1. Identifying a trend

The Commission’s draft Digital Services Act and Digital Markets Act (each one also fitted with acronyms to even further ease reference – DSA and DMA) are the latest additions to a Data Governance Act and a European Climate Law. These followed the Cybersecurity Act of 2019, which in turn followed the, perhaps EU law’s Big Bang moment in terms of public awareness and direct effect on the (EU) ground, General Data Protection Regulation of 2016. If we were to indeed identify a trend and then try to make a distinction, it could be claimed that, while eponymous EU pieces of legislation were not unheard of in the past (see the case of the ePrivacy Directive below), the significant turning point came during the Commission’s Priorities Programme 2019-2024. Almost all of the above instruments fall under it, signifying an underlying consistent and persistent (but not uniform, e.g. Regulation on serious cross-border threats to health or the Directive on the resilience of critical entities that follow the old pattern), cross-sectoral approach.

For the purposes of this analysis, “acts” or “eponymous” EU law are considered only those who formally and officially carry a name in their title. For the moment, this is accomplished by means of parentheses that follow the “normal” name of the statute in question. In fact, in these parentheses, the statute’s name is included and the text preceding them describes their subject-matter (see below, 2).

Under the above clarification it should be noted that EU legislative acts naming has undoubtedly not been unheard of in the past. For example, the ePrivacy Directive (or, more accurately, the “Directive on privacy and electronic communications“) has carried such a title since 2002. However, this by no means constituted either the rule or even a frequent occurrence. In their vast majority, even famous EU pieces of legislation only carried an informal title, given to them even by their law-makers themselves (e.g. the NIS Directive, the Water Framework Directive or the Industrial Emissions Directive).

  1. Titles of EU legislative acts

Titles are given to EU legislative acts according to the EU Interinstitutional Style Guide. According to its Section 2.1, “the complete title of an act comprises:

  • the type of act (regulation, directive, etc.),
  • the number (that is, the abbreviation(s) that apply (‘EU’, ‘Euratom’, ‘EU, Euratom’, ‘CFSP’), the year and the sequential number of the act),
  • the name of the author of the act,
  • the date of adoption (the date of signature for acts adopted jointly by the European Parliament and the Council),
  • the subject matter,
  • in acts with double numbering, the number assigned by the author (see Section 1.2.2 ‘Double numbering’)“.

Furthermore, “where the title of an act is amended by another act or is the subject of a corrigendum, the amended or corrected title should always be cited thereafter“.

Additional guidance on the titles of EU legislative acts is provided in the EU Joint Practical Guide (“JPG”). After clarifying that “the ‘title’ comprises all the information in the heading of the act which serves to identify it” (JPG, 7.1), the guide continues to suggest that “the title of an act shall give as succinct and full an indication as possible of the subject matter which does not mislead the reader as to the content of the enacting terms. Where appropriate, the full title of the act may be followed by a short title” (JPG, 8).

Consequently, within EU nomenclature it is the “short title” in the JPG that is of concern in this analysis. Nevertheless, the JPG is quite discouraging in this regard. According to section 8.4 JPG “a short title for an act is less useful in Union law — where acts are identified by a combination of letters and numbers (for example ‘(EU) 2015/35’) — than in systems which do not have such a system of numbering. In certain cases, however, a short title has come to be used in practice (for example, Regulation (EC) No 1234/2007 = ‘Single CMO Regulation’). Despite the fact that it may seem a simple solution, referring to acts by a short title creates risks for the accuracy and coherence of legal acts of the Union. This method should therefore only be used in specific cases where it significantly aids the reader’s understanding” (JPG, 8.4).

The JPG is even more condemning as regards short titles appearing on the title of an act: “The creation of a short title when an act is adopted by adding it after the title of the act should be avoided, since it only renders the title more cumbersome, without actually resolving the question of whether or not the short title should be used, either in the act which created it or in subsequent acts. While the risks outlined in point 8.4 must always be borne in mind, it is possible to refer to an act by using a short title in order to make it easier to understand the act in which the reference is made. In this case, the short title chosen will have to appear in brackets in the body of the text of the act in which the reference is made, like any other abbreviation” (JPG, 8.5). Notwithstanding the formalistic approach, that puts the cart in front of the horse, the fact is that the JPG’s request to include the short title in the body of the act and not on its title, has not been followed by any one of the abovementioned “famous” EU pieces of law (see 1), including(!) its own example (the “Single CMO Regulation”).

“Eponymous statutes”: A Common, rather than Roman, law practice?

If the JPG got one thing right as regards short titles on acts it is the fact that “they are less useful in Union law – where acts are identified by a combination of letters and numbers (for example ‘(EU) 2015/35’) — than in systems which do not have such a system of numbering”. Indeed, naming statutes does not seem to be a European legal trait at all. In many European states legislative acts are invariably numbered, usually in a sequential manner according to their publication in the government gazette, followed by their date of publication. While they also carry a title, this tends to be long and descriptive and is never followed by any short title. Consequently, reference to them within the same jurisdiction is usually made by using their number only. Exceptions are, perhaps, the German and Austrian legal systems. Here short titles in the type of an abbreviation are included in the title of acts (see e.g. the German Federal Data Protection Act, the BDSG), and therefore replace numbers when referring to them. Another exception, of course, is codified legislation. In Roman law systems, codes carry names, as most prominently demonstrable in the civil codes of EU Member States.

However, where short titles, or eponymous acts proliferate, are in Common law systems, most notably in the US. Although US law is indeed numbered and codified law, law-makers use short names for legislative acts extensively. It has been pointed out that“[the Congress] has named its handiwork either in the statute itself or in a later measure. These names may be descriptive […] or they may memorialize some individual. That individual may be a sponsor of the legislation, a beloved or respected congressional leader (living or dead), or a private citizen to whom the legislation in some way relates” (Strause R E B et all, p.11). This enthusiasm has ultimately led to the introduction of so-called Popular Name Tools, to translate the short titles of laws to actual codified legislation. How are US law-makers implementing these short titles? – Interestingly, by actually following the (EU’s) JPG recommendation (in 8.5). For example, Section 1(a) of the Sarbanes-Oxley Act specifically sets that “[t]his Act may be cited as the “Sarbanes-Oxley Act of 2002”.

Why name a statute at all?

The most obvious reply to this question would be to better remember it. Alphanumeric reference (e.g. “Regulation 2016/679” instead of the “GDPR”) is basically addressed to experts in the field. However, the law should not solely address a handful of experts. It should instead aim to address the public at large. Everyone needs to be aware of the law in force and have access to it. In other words, every piece of legislation, especially if aimed at directly affecting individuals’ lives, needs to be easily remembered and referred to in everyday life routine.

The EU’s JPG has expressly identified this need in that it finds that “drafters must […] consider what information should appear in the title in order to prompt a reader who is directly concerned […]” (JPG, 8.1). It is against this background that the EU’s inclination against short titles has to be questioned. Even more so where none of the “famous” EU legal acts mentioned above have followed the JPG’s advice. Although discouraged by the JPG, short titles have been frequently used and indeed achieved their purposes – as most demonstrably shown by the GDPR.

The use of short titles in EU law may also serve a different purpose – EU law penetration and the creation of a European public space. In the last few years we witnessed an increasingly direct impact of EU law on the everyday lives of Europeans, most famously through the GDPR. While EU law always had an impact on its citizens, the latter was, arguably, far less obvious to the individual. The GDPR however touches a central subject matter in the lives of citizens – data protection. It is therefore no surprise that citizens are well aware of this piece of legislation and refer to it by name. EU law might hence do well to continue the use of simplified titles, in an attempt to illustrate the importance of EU law for the individual, and to enable the citizen to refer to these EU laws that directly concern them in a simple and uniform manner. These citizen-friendly titles are likely to raise awareness and ultimately contribute to the creation of a European public space. An alphanumeric system could not possibly fulfil this mission.

Conclusion: A trend that needs to become the new rule?

Short titles for EU legislative acts are to be welcomed, even if the EU may ultimately need a US-like “Popular Name Tool”. Short titles are indispensable means to raise awareness among intended recipients of EU legislation. They could ultimately create a European public space, within which commonly and readily identifiable EU statutes are employed in their original names by all Europeans. Europeans should not be expected to use an alphanumeric system to refer to legal acts that directly affect their everyday lives. In this context, the EU JPG’s Section 8 should be amended in order to adopt – if not a positive then at least – a more neutral approach towards short titles in EU legislative acts. Even more so, where it has been shown in this contribution, that short titles for EU legislation already seem to be a reality anyways. Ultimately, the trend of “act-ification” of EU law serves a dissemination and awareness purpose, critical in assisting EU law to prove its ability to deliver immediate effect and protection of EU citizens.