Η απλή αναλογική ευνοεί τα άκρα

Δημοσιεύθηκε στο tomanifesto.gr, 5.12.2023

Μπορεί η Ελλάδα να γλίτωσε από την απλή αναλογική «μόνο» με, αχρείαστη, διπλή εκλογική αναμέτρηση, όμως όπως βλέπουμε δεν είναι όλες οι χώρες το ίδιο τυχερές. Στην Ισπανία σχηματίστηκε τελικά κυβέρνηση ηττημένων από τους σοσιαλδημοκράτες που εξελέγησαν δεύτεροι στις εθνικές εκλογές (του Ιουλίου!), μόνο όμως αφού παραχώρησαν στα ακραία καταλανικά κόμματα αμνηστία για τους ήδη καταδικασθέντες καταλανούς αυτονομιστές. Αυτό, παρότι η συντριπτική πλειοψηφία του ισπανικού λαού (σε ποσοστό άνω του 70%) είναι αντίθετη. Όμως, οι Σοσιαλδημοκράτες έδωσαν ό,τι τους ζητήθηκε (θυσιάζοντας, τελικά, το κράτος δικαίου) προκειμένου να κυβερνήσουν.

Σε περιπέτειες όμως απλής αναλογικής μπήκε πρόσφατα και η Ολλανδία. Η εκλογική νίκη των ακροδεξιών, που συγκέντρωσαν όμως μόλις 37 από τις 150 έδρες, πιθανότατα θα οδηγήσει σε νέες εκλογές, αφού κανένα άλλο κόμμα δεν φαίνεται να θέλει να συνεργαστεί μαζί τους.

Επίσης, ο σημερινός πόλεμος μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς οφείλεται και στην ακραία πρόσφατη πολιτική του Ισραήλ, η οποία είναι όμως πάλι αποτέλεσμα της απλής αναλογικής, αφού το πρώτο κόμμα αναγκάστηκε να συνεργαστεί με ακραίους εθνικιστές ώστε να καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση.

Έχω ξανά υποστηρίξει ότι η απλή αναλογική είναι αντιδημοκρατική, επειδή εμποδίζει τη λογοδοσία. Εδώ όμως το πρόβλημα είναι άλλο. Εδώ οι δημοκρατίες αυτοκαταστρέφονται. Η απλή αναλογική βοηθά μόνο τους ακραίους. Επειδή με απλή αναλογική κυβερνητική πλειοψηφία δύσκολα σχηματίζεται, το πρώτο κόμμα οφείλει να συνεργαστεί. Με ποιον όμως; Προφανώς όχι με το δεύτερο ή το τρίτο, αφού είναι ανταγωνιστές του για την εξουσία. Αναγκαστικά, επομένως, με μικρό κόμμα – η πλειοψηφία όμως των οποίων είναι ακραία, επειδή, ρεαλιστικά, αν δεν ήταν τέτοια ποτέ δεν θα εκλέγονταν.

Έτσι όμως την πολιτική ατζέντα καταλήγουν να την επιβάλουν οι ακραίοι και όχι τα μεγάλα κόμματα δεξιά και αριστερά του κέντρου. Με αποτέλεσμα οι πολίτες να εξοργίζονται, οι κυβερνήσεις να υπονομεύονται (οι ακραίοι οφείλουν να παραμείνουν ακραίοι ακόμα και ως κυβερνητικοί εταίροι, αν θέλουν να επανεκλεγούν) και η δημοκρατία να αυτο-παγιδεύεται. Σε μια εποχή που η δυτική δημοκρατία βάλλεται τόσο εντός όσο και εκτός από ισλαμοφασίστες, ακροαριστερούς και ακροδεξιούς, το μόνο που δεν χρειάζεται είναι να τους προσφέρει η ίδια τα όπλα για τις επιθέσεις τους.

Τα όρια της Ψηφιακής Διακυβέρνησης

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό StartUpper MAG, 18.11.2023

Και με τη δεύτερη θητεία της η κυβέρνηση δείχνει να είναι σε καλό δρόμο επίτευξης ενός ικανοποιητικού επιπέδου ψηφιακής διακυβέρνησης για την Ελλάδα (όπου το ικανοποιητικό κρίνεται σε σχέση με το τι παρέχουν τα υπόλοιπα Κράτη-Μέλη της Ένωσης). Έτσι, ένα πρόβλημα δεκαετιών φαίνεται ότι, επιτέλους, θα λυθεί οριστικά. Μετά, όμως, τι; Μόλις «πιάσουμε» τον Κοινοτικό μέσο όρο, ή και τον ξεπεράσουμε ακόμα, τι θα πρέπει να κάνουμε μετά;

Μετά αρχίζουν τα προβλήματα, επειδή η περιοχή είναι ακόμα αχαρτογράφητη. Στην ουσία αυτό που κάνουν οι κυβερνήσεις του τεχνολογικά προηγμένου κόσμου μέχρι σήμερα είναι να ψηφιοποιούν τις αναλογικές διαδικασίες τους. Δηλαδή, να κάνουν ψηφιακές διαδικασίες που όμως ήδη υπάρχουν στον πραγματικό, αναλογικό κόσμο. Για παράδειγμα, η έκδοση μιας αστυνομικής ταυτότητας ή η παρακολούθηση της φορολογικής μας κατάστασης είναι πράγματα που κάναμε ήδη στον πραγματικό κόσμο, πολύ πριν την εμφάνιση του ίντερνετ. Σήμερα υπάρχει η απαίτηση όλα αυτά να γίνονται διαδικτυακά. Επομένως, η ψηφιακή στρατηγική είναι έτοιμη για τις κυβερνήσεις: είναι η, αυτονόητη, ψηφιοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερο το αναλογικού κόσμου. Αυτό όμως σύντομα κάποια στιγμή θα ολοκληρωθεί. Μετά, τι;

Τα πράγματα δεν είναι απλά, επειδή πλέον το ψηφιακό περιβάλλον έχει επικρατήσει στην καθημερινότητά μας. Μια σκέψη είναι ένα ψηφιακό κράτος που θα «προβλέπει» τις ανάγκες των πολιτών του (πχ. θα προτείνει σε συγκεκριμένους πολίτες επιδοτήσεις ή διευκολύνσεις που τυχόν δικαιούνται). Όμως αυτό αυτομάτως δημιουργεί ένα θέμα προσωπικών δεδομένων, επειδή στηρίζεται σε αναλυτικά προφίλ όλων μας. Ή, η χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης από το κράτος δημιουργεί προβλήματα όχι μόνο ιδιωτικότητας αλλά και διακρίσεων ή ακόμα και ισονομίας.

Τελικά, δηλαδή, η όποια ψηφιακή στρατηγική γίνεται εθνική στρατηγική. Ακόμα περισσότερο, τελικά συνδέεται με τον ρόλο του κράτους και της κυβέρνησης στο ψηφιακό περιβάλλον. Με αυτά τα, κρίσιμα, ερωτήματα θα έρθει σύντομα αντιμέτωπη και η ελληνική κυβέρνηση. Απαντήσεις ακόμα δεν υπάρχουν. Η Ελλάδα, όπως και τα υπόλοιπα κράτη στο ίδιο επίπεδο με αυτήν, θα κληθεί να συν-διαμορφώσει τη νέα ψηφιακή κατάσταση

Το internet, ο πόλεμος και η Ευρώπη

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα tomanifesto.gr, 30.10.2023

Αφού το ίντερνετ αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της ζωής μας, δεν θα μπορούσε να μείνει μακριά από τον πόλεμο. Η σημασία του έχει ήδη αναδειχτεί από πολλές πλευρές. Η πιο σημαντική είναι αυτή των θυμάτων: Το ίντερνετ αποτελεί το μέσο απόδειξης και κοινοποίησης των εγκλημάτων εναντίον τους. Διαφορετική εντελώς είναι η χρήση του για παραπληροφόρηση και διάδοση fake news. Επιπλέον, κανείς δεν θα πρέπει να αγνοήσει τη σημασία του ως εργαλείο επικοινωνιών – μπορεί να είναι ανασφαλές για στρατιωτικές επικοινωνίες, όμως όλες οι υπόλοιπες συνεννοήσεις (ανθρωπιστικές, ανθρώπινες, οικονομικές) γίνονται με τη βοήθειά του.
Ο χώρος εδώ δεν επαρκεί για ανάλυση όλων των παραπάνω, είναι όμως αρκετός για ανάδειξη αυτού του ίδιου του γεγονότος, της σημασίας δηλαδή του ίντερνετ (και) σε πολεμικές συρράξεις. Η συζήτηση είναι ευρύτερη και συνδέεται με τα ερωτήματα αν τελικά το ίντερνετ έχει γίνει δημόσια παροχή (μαζί με το ηλεκτρικό ρεύμα ή το νερό), ή αν χρειαζόμαστε ένα (νέο) ατομικό δικαίωμα στην πρόσβαση σε αυτό.
Σε κάθε περίπτωση, γεγονός παραμένει ότι σε περίπτωση πολέμου αφενός η πρόσβαση στο ίντερνετ είναι σημαντική και αφετέρου οι πληροφορίες που μεταδίδονται μέσω αυτού δεν μπορεί να είναι ανεξέλεγκτες.
Τι κάνουμε γι αυτά; Για την ώρα όχι πολλά. Ο ΟΗΕ φαίνεται ότι για πρώτη φορά άρχισε πλέον να μετρά την αποκοπή ή τη μείωση της ταχύτητας του ίντερνετ ως μέρος μιας πολεμικής σύγκρουσης. Στην Ευρώπη έχουμε (πλέον) νομοθεσία για τη λειτουργία των μεγάλων online πλατφορμών, ενώ ήδη γίνονται συζητήσεις για την αντιμετώπιση των fake news και του disinformation με τη βοήθειά τους. Θα έλεγε κανείς ότι όλα αυτά είναι πολύ λίγα σε σχέση με ένα πρόβλημα που ήδη εμφανίζεται οξύ δίπλα μας. Πολύ σωστά, όμως το γεγονός ότι ήδη εντοπίστηκε και ήδη αρχίσαμε να κάνουμε κάτι γι αυτό έχει και αυτό τη σημασία του.

Η θολή σχέση των influencers με την πολιτική

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα tomanifesto.gr, 5.12.2022

Καθώς σύντομα μπαίνουμε σε εκλογική διετία (εθνικές και αυτοδιοικητικές, ευρωεκλογές) ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων (social media) αναμένεται να ενισχυθεί. Στην ουσία η εκλογική μάχη σε μεγάλο βαθμό θα δοθεί εκεί, όχι μόνο άμεσα, από τους υποψήφιους και τα κόμματα που, εύλογα, εκεί θα δαπανήσουν μεγάλο μέρος του εκλογικού τους προϋπολογισμού, αλλά και έμμεσα, από τους influencers (ελλείψει ελληνικού όρου) της μιας και της άλλης πλευράς.
Ενώ όμως οι υποψήφιοι και τα κόμματα φέρουν κομματικό τίτλο, και επομένως ο λόγος και ο ρόλος τους είναι ξεκάθαρος, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους influencers. Στην περίπτωση αυτή η πολιτική θέση καθενός ούτε φανερή είναι, ούτε τα κίνητρά τους διαπιστώσιμα – ούτε, άλλωστε, τους υποχρεώνει κανείς σε συνέχεια και συνέπεια: τη μια φορά μπορούν να τα λένε έτσι και την άλλη αλλιώς.
Με τον όρο influencers εννοώ τα «επαγγελματικά» προφίλ στα social media, δηλαδή τους λογαριασμούς που έχουν πάνω από 4.000 φίλους ή «ακόλουθους». Οποιοσδήποτε ιδιώτης που χρησιμοποιεί τα social media μόνο για προσωπική του χρήση δεν μπορεί να έχει περισσότερους από χίλιους ή έστω δύο χιλιάδες «φίλους»: τους 300-500 θα τους γνωρίζει προσωπικά και οι υπόλοιποι θα αποτελούν τον ευρύτερο κύκλο του. Οτιδήποτε παραπάνω από αυτό αποτελεί, για μένα τουλάχιστον, επαγγελματική χρήση των social media.
Το πρόβλημα με τους influencers όσον αφορά την πολιτική είναι ότι αποκτούν τον κύκλο τους με συγκεκριμένο αντικείμενο, το οποίο κατά κανόνα δεν την αφορά. Δηλαδή, είναι κάποιος influencer επειδή είναι καλός μάγειρας και «ανεβάζει» εξαιρετικές συνταγές. Ή, είναι καλός αθλητής και ανεβάζει αθλητική ενημέρωση. Ή, είναι ειδικός στη μόδα ή στη διατροφή ή στα βιβλία και δημοσιεύει στο προφίλ του αντίστοιχες πληροφορίες. Με άλλα λόγια, κάθε influencer έχει συγκεκριμένο αντικείμενο, το οποίο ενδιαφέρει τους «ακόλουθούς» του.
Στο ίδιο πλαίσιο, όπως είναι γνωστό, συχνά οι influencer αμείβονται για διαφημιστικές υπηρεσίες που παρέχουν μέσω του προφίλ τους. Δηλαδή, επιχειρήσεις πληρώνουν influencers για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους, προφανώς στο αντικείμενό τους. Από τη μεριά τους συχνά οι influencer πληρώνουν τις πλατφόρμες των social media για την προώθηση του προφίλ τους. Πρόκειται για έναν κύκλο της σύγχρονης οικονομίας που επικρατεί γύρω μας.
Τι γίνεται όμως όταν στο παραπάνω μοντέλο τυχόν παρεισφρήσει η πολιτική; Τι θα γίνει αν κάποιος influencer, καθώς ανεβάζει φωτογραφίες και video φαγητών, αγώνων ή ρούχων, παρεμπιπτόντως και «εντελώς τυχαία» αναφέρει ότι υποστηρίζει το ένα ή το άλλο κόμμα; Τον έναν ή τον άλλον πολιτικό; Η πλατφόρμα, συνηθισμένη να μεταδίδει τα post του σε όλους τους «ακολούθους» του, θα μεταδώσει και τα μηνύματα αυτά. Οι ακόλουθοί του, συνηθισμένοι να διαβάζουν ό,τι ποστάρει θα δουν και τα μηνύματα αυτά. Έτσι, η, έμμεση και άδηλη διαφήμιση θα έχει ολοκληρωθεί.
Για να είμαστε δίκαιοι αυτό δεν είναι ανήκουστο στην πραγματική, μη ψηφιακή ζωή. Είναι γνωστό σε όλους ότι οι καλλιτέχνες καλούνται, και αρέσκονται, να παίρνουν πολιτική θέση. Το ίδιο και οι, δημόσιοι, διανοούμενοι. Σε αυτές τις περιπτώσεις καθένας χρησιμοποιεί το μέσο του: οι καλλιτέχνες τις συναυλίες, οι διανοούμενοι τις εφημερίδες και όλοι μαζί την τηλεόραση και τα ραδιόφωνα. Ούτε σε κείνους υπάρχει απαίτηση συνέπειας: συχνά αλλάζουν «στρατόπεδα». Και εκείνοι επηρεάζουν το κοινό τους – ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζουν τα κόμματα, που συχνά τους βάζουν στα ψηφοδέλτιά τους για τον λόγο αυτόν. Αφού λοιπόν σε κείνους επιτρέπεται (αν δεν είναι αναμενόμενο, κιόλας), γιατί άραγε να απαγορεύεται στους influencers;
Η απάντηση, νομίζω, βρίσκεται στον όγκο της πληροφορίας. Οι καλλιτέχνες και οι δημόσιοι διανοούμενοι είναι τελικά λίγες δεκάδες άτομα που μπορεί να επηρεάζουν πολλούς όμως, επειδή ακριβώς είναι λίγοι, «παρακολουθούνται». Δηλαδή, είναι ήδη γνωστές οι θέσεις τους, κρίνονται και, αναλόγως πως πάνε τα πράγματα, οι ίδιοι «υποφέρουν» ή «κερδίζουν» από αυτές με εξίσου ορατό σε όλους τρόπο. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει για τους influencers. Είναι χιλιάδες, επηρεάζει καθένας τους συγκριτικά λίγους, και, έξω από τον κύκλο τους, κανείς δεν ασχολείται μαζί τους. Έτσι, η «ζαβολιά» και η παρατυπία, η αθέμιτη δηλαδή διαφήμιση και προώθηση, είναι πιο εύκολο να συμβεί. Μέχρι οι χρήστες του διαδικτύου να εκπαιδευτούν στους κινδύνους που διατρέχουν από παρόμοιες πρακτικές νομίζω ότι μια, άνωθεν, κρατική παρέμβαση θα έκανε σε όλους (μας) καλό

Τα ψηφιακά μπλε και πράσινα καφενεία

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα tomanifesto, 08.09.2022

O Economist αυτής της εβδομάδας προειδοποιεί ξανά για το πρόβλημα της πολιτικής πόλωσης στην Αμερική: Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι δεν μιλούν πια μεταξύ τους ενώ οι Πολιτείες έχουν διαλέξει τη μια ή την άλλη πολιτική κατεύθυνση και όχι μόνο δεν συγκλίνουν προς ένα (ομοσπονδιακό) κέντρο αλλά, αντιθέτως, καθεμία τους προωθεί ολοένα και πιο ακραίες (και ανεδαφικές) πολιτικές, προσπαθώντας να ικανοποιήσει την, εξίσου ακραία, εκλογική της βάση. Παρότι ο Economist κατηγορεί γι αυτό το είδος της ομοσπονδίας που διάλεξαν οι ΗΠΑ (μεγάλη ανεξαρτησία στις Πολιτείες), κατά τη γνώμη μου κύριος υπεύθυνος για την ριζοσπαστικοποίηση των πολιτών σε Αμερική (αλλά και στην Ευρώπη) σήμερα είναι τα social media.

Για τα social media έχουν γίνει πολλοί παραλληλισμοί με την πραγματική ζωή, όμως νομίζω ότι κανένας τους δεν είναι επιτυχημένος. Έχει ειπωθεί ότι μοιάζουν με καφενεία, όμως σε κανένα καφενείο δεν μπορεί κανείς να πετάξει μια ανώνυμη, ακραία γνώμη και οι υπόλοιποι, εξίσου ανώνυμα, να τον χειροκροτήσουν, να τον βρίσουν ή να τον απειλήσουν. Ούτε φυσικά και με τις αρχαίες αγορές μοιάζουν γιατί και εκεί υπήρχαν κανόνες, κανείς δεν έπαιρνε τον λόγο χωρίς συνέπειες. Επιπλέον, το δυνητικά τεράστιο αριθμητικά κοινό στο ίντερνετ ανατρέπει κάθε μέτρο σύγκρισης στον πραγματικό κόσμο.

Το άλλο μοναδικό χαρακτηριστικό των ιντερνετικών κοινωνικών δικτύων είναι ο αυτό-εγκλωβισμός. Οι αλγόριθμοί τους επιδιώκουν να μεγιστοποιούν την ευχαρίστηση καθενός από εμάς καθώς διαβάζει τα νέα του. Ο μόνος ασφαλής τρόπος να το πετύχουν αυτό είναι να μας δίνουν μια από τα ίδια. Στην ουσία, κάθε ένα λάικ μας καταγράφεται και τα επόμενα κείμενα και εικόνες που μας σερβίρονται είναι συναφή με αυτό. Έτσι, οι δεξιοί ακούν μόνο τις γνώμες, τα αστεία και τα νέα των δεξιών και οι αριστεροί μόνο των αριστερών.

Με αυτή την έννοια ίσως μπορούμε να εντοπίσουμε στο παρελθόν της Ελλάδας κάτι που να θυμίζει τα social media σήμερα: τα μπλε και τα πράσινα καφενεία της δεκαετίας του 1980. Τα χρόνια τότε ήταν τόσο πολιτικά πολωμένα που η ελληνική κοινωνία είχε χωριστεί στα δύο: οι μισοί επισκέπτονταν μόνο μπλε καφενεία και οι άλλοι μισοί μόνο πράσινα, επειδή απλούστατα ήταν αδύνατη η συνύπαρξη όλων σε ένα. Αυτονόητα, εκεί μέσα οι εφημερίδες και οι συζητήσεις ήταν αποκλειστικά της μιας ή της άλλης κατεύθυνση.

Το σημαντικότερο πρόβλημα με την πόλωση είναι ότι όσοι την βιώνουν ζουν τελικά μέσα σε μια πολιτική φούσκα. Νομίζουν ότι όλη η υπόλοιπη κοινωνία συμφωνεί μαζί τους. Επειδή μιλούν για πολύ καιρό μόνο με ομοϊδεάτες τους πιστεύουν ότι όλη η κοινωνία σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο. Αν τύχει και βγουν από αυτή απορούν και διαμαρτύρονται, πόσο παράλογοι είναι οι «απέναντι».

Ένα άλλο πρόβλημα είναι η όξυνση. Μετά από καιρό μέσα στην ίδια πολιτική φούσκα οι μετριοπαθείς απόψεις αδυνατίζουν. Βαριέται κανείς εύκολα τη μετρημένη θέση και την ήρεμη ανάλυση. Σε περιόδους έξαρσης ακραίες θέσεις συγκεντρώνουν περισσότερα λάικς – βλέποντας αυτό όσοι θέλουν να τραβήξουν την προσοχή μαθαίνουν ότι, αν θέλουν ακόμα περισσότερα λάικς από τους προηγούμενους, θα πρέπει να εκφράσουν ακόμα πιο ακραίες θέσεις.

Πως λύθηκε το πρόβλημα των μπλε και πράσινων καφενείων της δεκαετίας του 1980; Από μόνο του. Στα τέλη της δεκαετίας ο κόσμος είχε κουραστεί, τα λεφτά τελείωσαν, τα προβλήματα μεγάλωσαν και έτσι παραμερίστηκαν οι ακραίοι και οι κορώνες τους. Με τον ίδιο τρόπο πιστεύω ότι θα λυθεί και το πρόβλημα των ιντερνετικών κοινωνικών δικτύων: οι πολίτες θα καταλάβουν κάποτε ότι ο αλγόριθμος τους εκμεταλλεύεται, και θα χάσει την εμπιστοσύνη τους. Θα πρέπει επομένως να κάνουμε υπομονή για καμία δεκαριά χρόνια ακόμα – μέχρι τότε οι δυτικές δημοκρατίες μας πρέπει να αντέξουν ενάντια σε όλα τα ακραία εκείνα στοιχεία που θέλουν το κακό τους.