Κυβερνοπόλεμος, όπως λέμε ανταρτοπόλεμος;

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 21.03.2022

Ο κυβερνοπόλεμος δεν αποτελεί τον κυρίως πόλεμο, ούτε αποφασίζει την τελική νίκη ή ήττα, όμως, βοηθά έμμεσα, καταπονώντας τον αντίπαλο.

Αυτή την περίοδο στην Ουκρανία εκτός από τον πόλεμο στο πεδίο της μάχης διεξάγεται και πόλεμος στον κυβερνοχώρο (ό,τι και αν περιλαμβάνει αυτός, δηλαδή όχι μόνο το ίντερνετ αλλά και οτιδήποτε ψηφιακό). Κάτι τέτοιο δεν μας είναι άγνωστο ή πρωτόγνωρο, ίσα ίσα θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι κυβερνοπόλεμος διεξάγεται συνεχώς εδώ και χρόνια τόσο μεταξύ «μικρότερων» κρατών (πχ. Ισραήλ – Ιράν ή Ρωσίας με όλες τις γειτονικές της Δυτικές χώρες) όσο και «μεγαλύτερων» αντιπάλων (ΗΠΑ – Κίνας).

Όμως, η επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία, η γενναία άμυνα των Ουκρανών και οι κυρώσεις της Δύσης έφεραν το θέμα στο προσκήνιο με ένταση – τόση, ώστε το ΝΑΤΟ στο νέο (ανατολικά, για μια ακόμα φορά…) στραμμένο δόγμα του από κοινού με τις, παραδοσιακές, στρατιωτικές δυνάμεις αέρος, ξηράς και θάλασσας να κάνει ειδική μνεία, στο ίδιο επίπεδο με αυτές, και στον κυβερνοπόλεμο.

Το θέμα προφανώς είναι πολύ μεγάλο για να αναλυθεί έστω και ακροθιγώς εδώ, επομένως ακολουθούν μόνο μερικές, αναγκαστικά εισαγωγικές, σκέψεις με στόχο να μας βάλουν στο κλίμα:

  1. Ο κυβερνοπόλεμος είναι ακήρυχτος. Επειδή η επιθετική πράξη δεν συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο (άλλο αν τα αποτελέσματά της μπορεί να είναι «πραγματικά»), κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ούτε πότε ξεκινά ούτε πότε τελειώνει. Επιθέσεις σημειώνονται καθημερινά, εναντίον διαφορετικών στόχων σε διαφορετικά κράτη. Θα μπορούσε δηλαδή να πει κανείς ότι όλα τα έθνη βρίσκονται σε διαρκή εμπόλεμη κατάσταση κυβερνοπολέμου εδώ και χρόνια.
  2. Ο κυβερνοπόλεμος δεν διεξάγεται μεταξύ κρατών. Είναι εξαιρετικά σπάνιο μια κυβερνοεπίθεση να αποδοθεί σε ένα κράτος, δηλαδή στις «επίσημες» κρατικές του υπηρεσίες ή στις ένοπλες δυνάμεις του. Ακόμα και σε περιπτώσεις που μπορούμε να υποθέσουμε τι συνέβη (όπως, για παράδειγμα, ότι πίσω από τον Stuxnet ήταν το Ισραήλ) και πάλι δεν υπάρχει τρόπος να είμαστε απολύτως σίγουροι (ούτε, φυσικά, κανένα κράτος θα παραδεχτεί δημόσια την ενοχή του). Τις περισσότερες φορές οι κυβερνοεπιθέσεις ανατίθενται από ένα κράτος σε «εξωτερικούς συνεργάτες», που δεν μπορούν να συνδεθούν εύκολα με αυτό.
  3. Ο κυβερνοπόλεμος είναι α-τυπικός, δηλαδή δεν εντάσσεται εύκολα στις ήδη γνωστές μας κατηγορίες πολεμικών επιχειρήσεων. Στην Ουκρανία η Ρωσία πέρασε τα σύνορα με τις στρατιωτικές της δυνάμεις και άρχισε να πυροβολεί εναντίον στρατού και αμάχων. Αυτή είναι μια ενέργεια που εντάσσεται στις ήδη γνωστές μας κατηγορίες, και ενδεχομένως στα εγκλήματα πολέμου. Στον κυβερνοχώρο όμως ποια θα ήταν μια αντίστοιχη ενέργεια; Το «φύτεμα» ενός ιού; Το «φύτεμα» ενός κατασκοπευτικού προγράμματος; Το «κατέβασμα» ουκρανικών ιστότοπων; Η επίθεση στο λογισμικό που υποστηρίζει τις υποδομές της Ουκρανίας (ρεύμα, νερό, τηλεπικοινωνίες) με σκοπό τη διακοπή της αντίστοιχης υπηρεσίας; ‘Η μήπως, η δημιουργία ψεύτικων προφίλ στο Facebook για τη διασπορά ψευδών ειδήσεων και το «σπάσιμο» του ηθικού των Ουκρανών; Καθένα από τα παραπάνω; Κάποια από αυτά; Όλα μαζί; Από την άλλη μεριά, η Δύση απαγόρευσε την πώληση οποιουδήποτε προϊόντος υψηλής τεχνολογίας στη Ρωσία, με τη (δηλωμένη) ελπίδα σύντομα όλες οι κρατικές της υποδομές να «πέσουν» λόγω έλλειψεων σε hardware και ενημερώσεων λογισμικού: Μήπως και αυτό συνιστά πράξη κυβερνοπολέμου;
  4. Ο κυβερνοπόλεμος δεν έχει μετρήσιμα θύματα. Κατά κανόνα οι κυβερνοεπιθέσεις δεν οδηγούν, άμεσα τουλάχιστον, σε απώλεια ανθρώπινων ζωών ή σε τραυματισμό. Πρόκειται για επιθέσεις σε ψηφιακές υποδομές, όχι σε σπίτια ή σε στρατόπεδα. Επιδιώκουν τη καταστροφή ή τη δυσλειτουργία, όχι την απώλεια ανθρώπινης ζωής – τουλάχιστον όχι άμεσα, αφού έμμεσα εννοείται πως μια επιτυχημένη κυβερνοεπίθεση μπορεί να οδηγήσει και σε ανθρώπινα θύματα.

Οι παραπάνω λίγες σκέψεις δίνουν το βασικό περίγραμμα του κυβερνοπολέμου. Ένας πόλεμος ακήρυχτος, άτυπος, ασυνήθιστος, χωρίς μετρήσιμα θύματα. Θα μπορούσε κιόλας να ισχυριστεί κανείς, ότι είναι ένας πόλεμος και χωρίς μετρήσιμα οφέλη για όσους τον διεξάγουν, μια διαπίστωση όμως μάλλον άτοπη αφού, επειδή στην πράξη, αφού κάποιοι κάνουν κυβερνοπόλεμο έτσι ή αλλιώς, όλοι οι υπόλοιποι είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο κυβερνοπόλεμος πιο πολύ μοιάζει με τον, ήδη γνωστό, ανταρτοπόλεμο (guerilla warfare), παρά με παραδοσιακό πόλεμο. Με τη βασική εξαίρεση των ανθρώπινων θυμάτων, και ο ανταρτοπόλεμος είναι ακήρυχτος, δεν διεξάγεται με παραδοσιακά μέσα, ούτε μεταξύ «επίσημων» στρατιωτικών ομάδων. Συχνά δεν έχει σαφές σημείο έναρξης ή λήξης, ούτε σαφείς (συμφωνημένους από όλους, τουλάχιστον) στόχους. Επιπλέον, και άλλα, μικρότερης σημασίας, χαρακτηριστικά είναι κοινά μεταξύ των δύο: Διεξάγονται από μικρές ομάδες, δεν απαιτούν πολλά χρήματα, και αποσκοπούν στη φθορά ή δυσλειτουργία, δηλαδή στην καταπόνηση, και όχι στην κατάκτηση ή επικράτηση, δηλαδή στην απόκτηση.

Γιατί είναι χρήσιμη μια τέτοια αναγωγή; Επειδή, ίσως, δίνει με σαφέστερο τρόπο τον ρόλο του κυβερνοπολέμου. Δεν αποτελεί τον κυρίως πόλεμο, ούτε αποφασίζει την τελική νίκη ή ήττα (με τη ρητή διευκρίνηση, που ίσως έπρεπε να έχει γίνει νωρίτερα, ότι στον κυβερνοπόλεμο δεν εντάσσεται η δράση των drones κάθε τύπου). Όμως, βοηθά έμμεσα, καταπονώντας τον αντίπαλο. Το μέγεθος της καταπόνησης και ο ρόλος της (ή ο μη ρόλος της) είναι σχετικά. Εκείνο όμως που είναι σίγουρο είναι ότι ο κυβερνοπόλεμος είναι διαρκής. Είναι σαν να διενεργούνται μονίμως στα μετόπισθεν του αντιπάλου πολεμικές επιχειρήσεις. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και για τον αμυνόμενο και για τον επιτιθέμενο. Και, αν η οπτική του επιτιθέμενου δεν μας νοιάζει επειδή ζούμε σε δημοκρατική χώρα της Δύσης, εκείνη του αμυνόμενου μας ενδιαφέρει, και μάλιστα πολύ.

Ανισότητα; Ίσα ίσα, ποτέ δεν ήμασταν καλύτερα, εξαιτίας της ψηφιακής τεχνολογίας

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 26.01.2022

Δεν ζούμε στην εποχή των ανισοτήτων, αλλά σε μια απίστευτης και απαράμιλλης ισότητας, χάρη και στην ψηφιακή τεχνολογία.

Το κείμενο του, φίλου, Τάσου Παγκάκη που δημοσιεύτηκε εδώ στο 2045 για την ανισότητα μου έδωσε μια ευκαιρία που ομολογώ ότι από καιρό έψαχνα: Να δώσω μια άλλη οπτική γι’ αυτό το θέμα. Το κείμενο του Τάσου συμφωνεί με την, πράγματι γενική, αντίληψη ότι η ανισότητα είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα σήμερα. Διαφωνώ έντονα. Ή, μάλλον, συμφωνώ γενικά ότι η μεγάλη ανισότητα είναι κακό πράγμα, κάνοντας όμως δύο επισημάνσεις: Πρώτη, ότι η ανισότητα γενικά είναι καλό πράγμα, και αναπόφευκτη μεταξύ των ανθρώπων. Δεύτερη, ότι η ανθρωπότητα ουδέποτε ιστορικά πέρασε καλύτερη περίοδο προστασίας του ανθρώπου, ευημερίας και ασφάλειας, έχοντας μειώσει σε απίστευτο βαθμό της ανισότητες.

Όμως ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, ακολουθώντας τη δομή του Τάσου, επειδή το θέμα είναι αχανές και προφανώς δεν αντιμετωπίζεται αναλυτικά εδώ.

Ζούμε πράγματι στην εποχή των ανισοτήτων;

Προφανώς και δεν ζούμε στην εποχή των ανισοτήτων. Ίσα ίσα, ζούμε σε εποχή απίστευτης και απαράμιλλης ισότητας. Το βασικό μόττο της, οικονομικής, ανισότητας σήμερα είναι ότι το 1% του πληθυσμού ελέγχει το, και γω δεν ξέρω πόσο ακριβώς, μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου πλούτου. Ωραία, δεχόμαστε ότι τα πράγματα είναι έτσι. Η ερώτηση είναι, ήταν ποτέ στο παρελθόν διαφορετικά; Ή, πιο σωστά, ήταν ποτέ τα πράγματα καλύτερα από σήμερα;

Πόσο πίσω στην ανθρώπινη ιστορία θα θέλατε να πάμε; Το γεγονός βέβαια ότι αξιόπιστα στατιστικά έχουμε για μόλις τα εκατό τελευταία χρόνια περίπου (και αυτά μόνο για καμιά δεκαριά χώρες) δεν βοηθά, επομένως θα πρέπει να κάνουμε μια αναγωγή με βάση τη φαντασία κα τις ιστορικές μας γνώσεις: Στην Αρχαία Ρώμη, για παράδειγμα, ο ίδιος ο αυτοκράτορας και οι ευγενείς στη Ρώμη ποιο ακριβώς ποσοστό του παγκόσμιου τότε πλούτου κρατούσαν στα χέρια τους; Μήπως, όλο; Πόσο ίσος ήταν ο Ρωμαίος που ζούσε σε φτωχογειτονιές στη Ρώμη με αυτούς; Και, φανταστείτε ότι ο φτωχός Ρωμαίος στη Ρωμη ήταν απείρως πλουσιότερος από τον φτωχό Εβραίο ή τον φτωχό Αιγύπτιο, τους κατακτημένους δηλαδή. Για να μην σας ζητήσω να φανταστείτε ότι αυτός ήταν ο «πολιτισμένος» κόσμος – σε άλλες περιοχές της Σιβηρίας (για την ακρίβεια, οπουδήποτε πέρα από τον Δούναβη) ή της υποσαχάριας Αφρικής, πόσο πλούσιοι ήταν αυτοί οι λαοί σε σχέση με τους ευγενείς στη Ρώμη; Αν πρόκειται σήμερα να συγκρίνουμε τον ιδιοκτήτη της Tesla ή της Amazon με τον μέσο Αμερικανό, Ευρωπαίο ή Αφρικανό, αυτή θα ήταν η αντιστοιχία. Βελτιώθηκαν, ή χειροτέρεψαν τα πράγματα κατά τη γνώμη σας;

Δεν θα είχα όμως καμία αντίρρηση να έρθουμε και πιο πρόσφατα. Θέλετε να πάμε στη Βιομηχανική Επανάσταση; Όταν στο Μάντσεστερ δούλευαν και τα μικρά παιδιά 16ωρα οι Άγγλοι ευγενείς ζούσαν στους πύργους που σήμερα είναι τα μουσεία που επισκεπτόμαστε κάθε που πηγαίνουμε στην Αγγλία. Και, σκεφτείτε ότι αυτοί στο Μάντσεστερ ήταν οι τυχεροί. Εδώ στα Βαλκάνια είχαμε τουρκοκρατία και στα απομακρυσμένα χωριά φαντάζεστε πως ζούσαν οι Έλληνες. Και πάλι, οι Έλληνες ήταν από τους τυχερούς, τουλάχιστον δεν πήγαιναν σκλάβοι σε φυτείες σε άλλη ήπειρο, όπως οι Αφρικανοί συνάνθρωποί μας. Θέλετε να δούμε συνθήκες ισότητας τότε, μεταξύ του Άγγλου ή του Ισπανού βασιλιά και οποιουδήποτε από τους παραπάνω;

Θα μπορούσα να εξιστορώ για ώρες ολόκληρες, και να φτάσω μέχρι και το 1930, συγκρίνοντας τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ» με Αμερικανούς λευκούς συμπολίτες του που δεν είχαν ούτε φαγητό να φάνε ή με μαύρους συμπολίτες του που δεν είχαν ούτε δικαίωμα στη ζωή τους, και να έρθω μετά στην Ελλάδα όπου ζούσαμε τα αποτελέσματα της μικρασιατικής καταστροφής. Τι συνθήκες ισότητας υπήρχαν τότε μεταξύ του Μεγάλου Γκάτσμπυ και του πρόσφυγα στη Νέα Φιλαδέλφεια;

Επομένως, όχι. Δεν ζούμε την εποχή της ανισότητας. Ζούμε την εποχή της απίστευτης ισότητας.

“Σε λιγότερα από εκατό χρόνια το βιοτικό επίπεδο της ανθρωπότητας ανέβηκε σε απίστευτο βαθμό, το ποσοστό της φτώχειας καταπολεμήθηκε σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά κυρίως, κυρίως, σταματήσαμε να θεωρούμε ότι υπάρχουν κατώτεροι συνάνθρωποι.”

Τι μας κοστίζουν οι ανισότητες;

Με το δεύτερο σημείο του Τάσου συμφωνώ, οι ανισότητες πράγματι μας κοστίζουν ακριβά. Η ερώτησή μου όμως είναι, ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που πιστεύουμε ότι μας κοστίζουν ακριβά; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ότι μας κοστίζουν ακριβά επειδή μετράμε το κάθε άτομο ίσα. Δηλαδή, σύμφωνα με την ανάλυση του Τάσου, προκαλείται δημοσιονομικό κόστος επειδή θέλουμε όσοι έχουν ανάγκη να βοηθηθούν, και προκαλείται ιδιωτικό οικονομικό κόστος επειδή θέλουμε όλοι να έχουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως η υγεία και η εκπαίδευση.

Όμως, η βασική παραδοχή πίσω από όλα τα παραπάνω είναι ότι φτάνουμε σε αυτά τα συμπεράσματα επειδή θεωρούμε όλους τους ανθρώπους, οπουδήποτε στον πλανήτη ίσους, που έχουν βασικά δικαιώματα που πρέπει να προστατευθούν.

Ποτέ, μα ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν πίστευε απολύτως κανένας το παραπάνω, παρά μόνο τα τελευταία πενήντα με εξήντα χρόνια. Ποιος πίστευε ότι άλλοι, γειτονικοί ή μακρινοί λαοί δεν ήταν κατώτεροι, που δεν τους άξιζε να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης ή να πεθάνουν; Οι αρχαίοι Έλληνες; Οι αρχαίοι Ρωμαίοι; Οι βασιλιάδες του Μεσαίωνα (των Βυζαντινών περιλαμβανομένων); Οι αποικιοκράτες; Οι Μογγόλοι; Οι Αζτέκοι; Ο Κινέζος αυτοκράτορας; Ο Ιάπωνας αυτοκράτορας; Ποιος; Στη νεότερη εποχή, αν αντικαταστήσουμε τον «γειτονικό λαό» με τον αντίθετο ιδεολογικά, το ίδιο δεν θεωρούσαν οι κομμουνιστές και οι φασίστες; Ποιος από όλους αυτούς (περιλαμβανομένων των λαών και των οπαδών τους) θεώρησε ποτέ ότι ο δίπλα και διαφορετικός λαός ή ιδεολογικός αντίπαλος έχει δικαιώματα ίδια με τα δικά του; Στην καλύτερη περίπτωση για αιώνες η ανθρωπότητα το μόνο δικαίωμα που αναγνώριζε στον δίπλα και διαφορετικό ήταν το δικαίωμα σε έναν γρήγορο, χωρίς βασανιστήρια θάνατο (κυριολεκτώ, δεν αστειεύομαι).

Η σημερινή πεποίθηση ότι όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη έχουν ίσα δικαιώματα και πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες προήλθε από τον Δυτικό πολιτισμό, με χριστιανική προέλευση και μέσα από την Αμερικανική και τη Γαλλική επανάσταση. Το μοντέλο αυτό σκέψης κατόπιν επιβλήθηκε και στον υπόλοιπο κόσμο (μουσουλμανικό, ασιατικό) παρότι, όπως διαπιστώνουμε καθημερινά, αντιρρήσεις σε αυτή τη θρησκεία και σε αυτά τα πολιτικά συστήματα ακόμα υπάρχουν. Όλα αυτά όμως είναι αποτέλεσμα της (Δυτικής) σκέψης μας τα τελευταία πενήντα-εξήντα χρόνια, όχι παραπάνω.

Είναι παντού γύρω μας οι ανισότητες;

Ανισότητες υπάρχουν γύρω μας, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι αυτό. Όμως, αν κρατήσουμε τα δύο παραπάνω δεδομένα, ότι δηλαδή ποτέ η ανθρωπότητα σε παγκόσμιο οικονομικό επίπεδο δεν ήταν περισσότερο ίση και ότι ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν πίστευε καθολικά ότι όλοι οι άνθρωποι είναι μεταξύ τους ίσοι, τότε πρέπει να αντιληφθούμε ότι πλέον η σημερινή κουβέντα περί ανισοτήτων είναι πολιτική, όχι αντικειμενική.

Ας δούμε, για παράδειγμα, το θέμα που αναδεικνύει ο Τάσος στο κείμενό του, αυτό της ενημέρωσης και της ελευθερίας του Τύπου. Αναφέρει ότι η Ελλάδα το 2021 βρέθηκε στη θέση 70 (από την 65 που κατείχε το 2020) του Παγκόσμιου Δείκτη των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα. Έστω ότι τον δείκτη αυτόν τον αποδεχόμαστε (προσωπικά όχι, επειδή δεν δίνει κανένα απολύτως στοιχείο για τη μεθοδολογία του, συνεπώς είναι εντελώς υποκειμενικός). Αν δούμε που βρισκόμαστε τα τελευταία χρόνια, θα δούμε ότι το 65 ήταν εξαιρετικό σκορ για την Ελλάδα που πέτυχε μόνο το 2019 και το 2020. Αντιθέτως, από το 2013 που ξεκίνησε να μετράει η χώρα συνήθως βρίσκεται στο 80 και στο 90. Δηλαδή, το 70 του 2021 είναι το δεύτερο καλύτερο αποτέλεσμα μιας σχεδόν δεκαετίας μέχρι σήμερα – όχι κι άσχημα, θα έλεγε κανείς. (Εξίσου, με την Ιταλία στο 41, τη Γαλλία στο 34 και την Αγγλία στο 33, εγώ τουλάχιστον δεν νιώθω άσχημα με το 70).

Τέλος, και για να σταματήσω την ιστορική αναδρομή κάπου εδώ, η εκπαίδευση ήταν διαχρονικά μια ακριβή υπόθεση των, πολύ, πλουσίων. Από την εποχή του Περικλή και του Αλκιβιάδη μέχρι τους Ρωμαίους πλούσιους νέους που γυρνούσαν την Μεσόγειο για να σπουδάσουν κοντά σε, πασίγνωστους, Έλληνες φιλόσοφους, και μέχρι τα πρώτα, επί πληρωμή, πανεπιστήμια των ελίτ του Μεσαίωνα, για να πάρει κανείς αξιόλογη εκπαίδευση, και το συνακόλουθο κοινωνικό πλεονέκτημα, έπρεπε να πληρώσει (πολύ) ακριβά. Τα δημόσια και ανοιχτά σε όλους με εξετάσεις πανεπιστήμια είναι, και αυτό, επίτευγμα των μόλις τελευταίων πενήντα ή εξήντα ετών.

Τι άλλαξε και γίναμε περισσότερο ίσοι; Η ψηφιακή τεχνολογία!

Η ανθρωπότητα αναμφίβολα προόδευσε μέσα από τα τελευταία 3000 χρόνια καταγεγραμμένης ιστορίας της, με την έννοια ότι, αν μη τι άλλο, ο Δυτικός πολιτισμός επέβαλε στους ανθρώπους όλου του πλανήτη να μεταχειρίζονται όλους τους συνανθρώπους τους σας ίσους. Αυτό από μόνο του αποτελεί ένα σπουδαίο, καθόλου αυτονόητο επίτευγμα καταπληκτικής σημασίας. Αν και αποτελεί προϊόν ιστορικής εξέλιξης της Δυτικής επιστήμης και της χριστιανικής πίστης μας, θεωρώ ότι βοηθήθηκε, και πλέον στηρίζεται, στην ψηφιακή τεχνολογία (για να ευλογήσουμε και τα γένια μας!).

“Η ψηφιακή τεχνολογία έφερε τους ανθρώπους πιο κοντά. Η εξέλιξη είχε αρχίσει ήδη από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση (μην ξεχνάμε, τότε ακριβώς που η ισότητα έγινε παγκόσμια) όμως κορυφώθηκε με το ίντερνετ.”

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπου συγκινούμαστε με το γατάκι που έσωσε η πυροσβεστική στην Αυστραλία και με το παιδί που σώθηκε σαν από θαύμα από τροχαίο κάπου στην Αφρική όπως ακριβώς συγκινούμαστε και με ό,τι συμβαίνει δίπλα μας, είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς την ανωτερότητα της μιας φυλής πάνω στην άλλη. Ή, την ανωτερότητα των ανδρών έναντι των γυναικών, των strait έναντι των gay κοκ. Το ίντερνετ έκανε τη ζωή του δίπλα, οποιουδήποτε δίπλα, και δική μας.

Μένει επομένως η θεμιτή ανισότητα, η διαφορετική μεταχείριση διαφορετικών ανθρώπων και καταστάσεων. Αυτή η ανισότητα είναι απαραίτητη, επειδή είναι αυτή ακριβώς που πάει την ανθρωπότητα μπροστά (ρωτήστε και τα πρώην κομμουνιστικά καθεστώτα, που δοκίμασαν να την εξαφανίσουν). Αυτή η ανισότητα είναι καλό να υπάρχει και πάντα θα υπάρχει επειδή ούτε ο ένας άνθρωπος είναι ίδιος με τον άλλον ούτε τα θέλω τους συμπίπτουν. Η ψηφιακή τεχνολογία είναι εδώ για να δίνει ίσες ευκαιρίες σε όλους – ποτέ άλλοτε ένα app ή μια μουσική ή μια ταινία δεν ήταν ταυτόχρονα προσβάσιμα σε όλους, από την Καλιφόρνια μέχρι την πιο απομακρυσμένη γωνιά του πλανήτη. Ανισότητα σήμερα υπάρχει λιγότερη παρά ποτέ, και η ψηφιακή τεχνολογία φροντίζει να την εξαλείψει με υγιή τρόπο, προς το καλό όλων μας.

Μια απογραφή στη Γερμανία το 1983 καθορίζει τη σχέση μας με την τεχνολογία και σήμερα

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 06.12.2021

To δικαίωμα στον «πληροφοριακό αυτοκαθορισμό» και η προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Ηαπογραφή πληθυσμού και κατοικιών που σύντομα ολοκληρώνεται προσφέρει μια πρώτης τάξης ευκαιρία για ένα σύντομο ταξίδι πίσω στον χρόνο, στο 1983 και στην (τότε) Δυτική Γερμανία. Τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε μια ιστορικής σημασίας απόφαση με την οποία ακύρωνε τον γερμανικό νόμο του προηγούμενου έτους για εθνική απογραφή, εισάγοντας το, καινούργιο τότε, «δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού» (informationelle Selbstbestimmung, informational self-determination). Και αν όλα αυτά ίσως ακούγονται πολύ νομικά, αρκεί να πω ότι ήταν αυτή ακριβώς η απόφαση που τελικά οδήγησε στον GDPR, σε ένα άρθρο του ελληνικού Συντάγματος, αλλά και γενικά στον Ευρωπαϊκό τρόπο αντιμετώπισης των νέων τεχνολογιών – ακόμα και στις πιο πρόσφατες περιπτώσεις, όπως αυτή της τεχνητής νοημοσύνης (AI).

Πληροφοριακός αυτοκαθορισμός: μια μικρή ιστορική αναδρομή

Τι συνέβη λοιπόν αρχές της δεκαετίας του 1980 στην Γερμανία; Το 1982 η γερμανική κυβέρνηση ψήφισε νόμο για τη διενέργεια εθνικής απογραφής. Παρότι στη Βουλή ψηφίστηκε ομόφωνα, κάποιοι πολίτες ενοχλήθηκαν, μεταξύ άλλων και από την έκταση των ερωτήσεων (περίπου 160). Επιτέθηκαν, επομένως, κατά του νόμου ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, και αυτό τους δικαίωσε. Για να τους δικαιώσει όμως έπρεπε να επινοήσει κάτι νέο: Το καινούργιο αυτό ήταν ένα νέο δικαίωμα, το δικαίωμα στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό.

Δεν σκοπεύω φυσικά να μετατρέψω αυτό εδώ το κείμενο σε μάθημα νομικής. Με λίγα λόγια, ή μάλλον με τα διάσημα πλέον λόγια του Δικαστηρίου, το δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού περιλαμβάνει «το δικαίωμα του ατόμου να αποφασίζει το ίδιο, βάσει του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού του, πότε και πόσες πληροφορίες για την προσωπική του ζωή μπορεί να μεταδίδονται σε τρίτους».

Με αυτόν τον τρόπο το Δικαστήριο έφτιαξε κάτι ολοκαίνουργιο. Στηρίχτηκε στα γενικά δικαιώματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και προστασίας της προσωπικότητας, έλαβε υπόψη του τον παράγοντα τεχνολογία, και κατέληξε στη δημιουργία ενός δικαιώματος που, πριν βγάλει την απόφασή του, ούτε υπήρχε ούτε υποψιαζόταν κανείς ότι υπήρχε. Από αυτή την άποψη πρόκειται για δικαστικό ακτιβισμό, που επί της αρχής μπορεί να με βρίσκει αντίθετο, όμως μερικές φορές (όπως τώρα, ή το 2014 στην περίπτωση του δικαιώματος στη λήθη / right to be forgotten) πράγματι αποδίδει.

Μια πρωτοφανής ιδέα: ο έλεγχος των προσωπικών δεδομένων

Δύο πράγματα οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ: Το πρώτο είναι η εισαγωγή, και μάλιστα απευθείας σε ανώτατο επίπεδο, της πρωτοφανούς τότε ιδέας ότι το άτομο έχει δικαίωμα να ελέγχει τα προσωπικά του δεδομένα. Το δεύτερο είναι ότι αυτή η συνειδητοποίηση οφείλεται στην τεχνολογία: Ήταν η επεξεργασία των απαντήσεων της απογραφής μέσω υπολογιστή που τρόμαξε το Δικαστήριο και το οδήγησε σε αυτή την, απρόσμενη, κρίση.

Από κει και πέρα τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους και κατέληξαν όπως τα γνωρίζουμε και τα ζούμε σήμερα. Μέχρι τότε νόμοι για τα προσωπικά δεδομένα μπορεί να υπήρχαν σε Γερμανία και Γαλλία, όμως ήταν εξαιρετικά πρόσφατοι, τα προβλήματα εφαρμογής τους ήταν πολλά και, για να το πούμε ήπια, δεν συμφωνούσαν όλοι για τη χρησιμότητά τους και για τη σκοπιμότητα της συνεχιζόμενης ύπαρξής τους. Όμως, την απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν μπορούσε πλέον κανείς να αγνοήσει. Η προστασία δεδομένων έγινε ξαφνικά ένας νόμος που ήρθε για να μείνει. Ένα έτος μετά, το 1984, το Ηνωμένο Βασίλειο «υπέκυψε» και εισήγαγε τον πρώτο του Data Protection Act. Ακολούθησαν και όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, πλην Ελλάδας και Ιταλίας. To 1995 η Κομισιόν αναγκάστηκε να εκδώσει Οδηγία για τα προσωπικά δεδομένα. Ήταν αυτή η Οδηγία που αντικατέστησε ο GDPR (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) το 2016. Στο μεταξύ, το 2008 το ατομικό δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων κατοχυρώθηκε στην Συνθήκη για την ΕΕ. Στην Ελλάδα, εξαιτίας αυτής της Οδηγίας αποκτήσαμε νόμο για τα προσωπικά δεδομένα το 1997, αλλά και το άρθρο 9Α του Συντάγματος το 2001.

Νομικά, επομένως, η απόφαση στη Γερμανία το 1983 άλλαξε την Ευρώπη – αλλά και όλο τον κόσμο, αν αναλογιστεί κανείς ότι πριν ένα μήνα στην Κίνα εισήχθη νόμος για τα προσωπικά δεδομένα που «μοιάζει» με τον GDPR, σε Ιαπωνία, Κορέα, Ινδία και Βραζιλία έχει συμβεί εδώ και καιρό το ίδιο, ενώ, ως γνωστόν, η Αμερική ακόμα το παλεύει έχοντάς τον ως υπόδειγμα. Αν οι Γερμανοί δεν είχαν αντιδράσει το 1983 στην απογραφή, τα πιο πιθανά σενάρια είναι είτε η προστασία δεδομένων να είχε πεθάνει στα γεννοφάσκια της, εξαιτίας της επί της αρχής αντίδρασης των τότε κυβερνήσεων ΗΠΑ και Αγγλίας που κυριαρχούσαν, είτε πάντως να είχε επιβιώσει με περιθωριακό, δευτερεύοντα ρόλο.

Η αμυντική στάση της Ευρώπης

Αν υπάρχει κάτι κακό, ή έστω κάτι που δημιουργεί προβληματισμό σε όλα τα παραπάνω (εκτός από τον δικαστικό ακτιβισμό, αλλά έστω ότι εδώ λειτούργησε θετικά) είναι η σχέση με την τεχνολογία που μας κληροδότησε η παραπάνω απόφαση. Η αντιμετώπιση της τεχνολογίας από το Δικαστήριο ήταν αμυντική. Η αμυντική αυτή στάση είναι βασικά η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στην τεχνολογία μέχρι σήμερα.

Ας ξεκινήσουμε με την αμυντική στάση του Δικαστηρίου σε κείνη την απόφαση. Το δικαίωμα του ατόμου να ελέγχει τα δεδομένα του προφανώς δεν είναι κάτι που ανέκυψε για πρώτη φορά το 1983. Από την αρχή, ή πάντως από όταν ανακαλύφθηκε η γραφή, θεωρητικά ο άνθρωπος είχε το δικαίωμα να ελέγχει σε ποιον θα δίνει τα δεδομένα του (εντάξει, σε δημοκρατίες, όχι σε απολυταρχικά καθεστώτα). Τι άλλαξε το 1983 και η ανθρωπότητα συνειδητοποίησε για πρώτη φορά το νέο αυτό δικαίωμα, μετά περίπου 2500 χρόνια έγγραφης ιστορίας; Αυτό που άλλαξε ήταν οι τεχνολογίες πληροφορικής. Αυτό αναφέρεται ξεκάθαρα στην απόφαση του Δικαστηρίου: Είναι οι πιθανές επεξεργασίες των δεδομένων με τα νέα μέσα πληροφορικής που το έκαναν να φτάσει στο δικαίωμα του «πληροφοριακού αυτοκαθορισμού». Αν δεν υπήρχαν, αν επρόκειτο για μια απογραφή σαν όλες τις άλλες, τότε τέτοιο δικαίωμα πιθανότατα να μην είχαμε.

Άμυνα στις νέες τεχνολογίες

Τα προσωπικά δεδομένα, επομένως, ως άμυνα στις νέες τεχνολογίες. Ως μέσο ανάσχεσης, ανατροπής της ανισορροπίας μεταξύ του ατόμου και των οργανισμών που επεξεργάζονται τα δεδομένα του. Είναι όμως η επεξεργασία των δεδομένων, και κατ΄ επέκτασιν οι νέες τεχνολογίες που την επιτρέπουν, πάντα κάτι κακό; Κάτι από το οποίο πρέπει ο νόμος πάντα να μας προστατεύει; Η Κομισιόν διέγνωσε τον κίνδυνο το 1995: Η Οδηγία (και, φυσικά, και ο GDPR) έχουν τίτλο «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» (η υπογράμμιση, φυσικά, δική μου). Όμως, η ζημιά είχε ήδη γίνει. Στο υποσυνείδητο των Ευρωπαίων οι νόμοι για τα προσωπικά δεδομένα τους προστατεύουν από την τεχνολογία. Είναι η άμυνά τους στα προβλήματα που τους δημιουργεί.

Η στάση αυτή στην ουσία ποτέ δεν άλλαξε. Η πρόσφατη προσπάθεια της Κομισιόν να ρυθμίσει την Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να είναι η πρώτη στον κόσμο (και μπράβο μας γι αυτό) όμως και πάλι διέπεται από αμυντική στάση: Η βασική της θέση είναι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη, παρά τις ωφέλειες, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στους Ευρωπαίους, και επομένως πρέπει να προστατευτούμε με νόμο (που μοιάζει στον GDPR) από αυτήν.

Είναι σωστή αυτή η στάση; Κατά τη γνώμη μου όχι, ή πάντως όχι εντελώς. Η τεχνολογία δημιουργεί προβλήματα, νόμοι χρειάζονται για να τα αντιμετωπίσουν και να βοηθήσουν το άτομο, όμως μια αμυντική ή και φοβική στάση δεν βοηθά τις κοινωνίες. Ο νόμος οφείλει να μεταδίδει εικόνα εμπιστοσύνης στο άτομο, να το προτρέπει να χρησιμοποιεί την τεχνολογία προς όφελός του. Με άλλα λόγια, σκοπός του GDPR είναι φυσικά η προστασία του ατόμου όμως εξίσου και η πράγματι επεξεργασία των δεδομένων.

Αυτή είναι η μόνη μου ένσταση με την, κοσμοϊστορικής, σημασίας απόφαση του Γερμανικού Δικαστηρίου. Αν στην αιτιολογία της υιοθετούσε λιγότερο αμυντικά επιχειρήματα, αν αντί για τα προβλήματα μιλούσε και για τις ωφέλειες, τότε ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχτεί διαφορετικά για την Ευρώπη, να μην είχαμε μείνει δηλαδή σήμερα παθητικοί χρήστες των εφαρμογών που φτιάχνουν οι ΗΠΑ και η Κίνα. Από την άλλη μεριά, η ίδια αυτή απόφαση ενίσχυσε αποφασιστικά τον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό, την μόνη πραγματική εξαγωγή σήμερα της Ευρώπης σε ΗΠΑ και Κίνα. Υποθέτω, δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα. Ας απογραφούμε, επομένως, αναμένοντας με αγωνία τι, καλύτερο, μας επιφυλάσσει το μέλλον!

Πάλι τα μπερδέψαμε: Το ραδιόφωνο δεν είναι twitter!

Δημοσιεύθηκε στο dEasy, 16.11.2021

Επειδή η κίνηση στους δρόμους έχει αυξηθεί περνάω όλο και περισσότερη ώρα στο αυτοκίνητο και έτσι είχα τη δυνατότητα να ακούσω πολύ περισσότερο ραδιόφωνο από ό,τι συνήθως. Διέκρινα επομένως μόλις τώρα ένα φαινόμενο που δεν είχα αντιληφθεί: Την «τουιτεροποίηση» του ραδιοφώνου, μέσω της, σχεδόν υποχρεωτικής, ανάγνωσης στον αέρα από τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς όλων των μηνυμάτων των ακροατών τους.

Το φαινόμενο διαπιστώνεται εύκολα: Σε κάθε ραδιοφωνική εκπομπή (ομολογουμένως, ειδησεογραφικού περιεχομένου) οι παραγωγοί είναι αναγκασμένοι να διαβάζουν τα SMS ή όποιο άλλο μήνυμα τους στέλνουν οι ακροατές τους στον αέρα. Γιατί λέω «αναγκασμένοι», χωρίς να ξέρω; Υποθέτω ότι είναι αναγκασμένοι, αφενός επειδή το κάνουν όλοι ανεξαιρέτως (αποκλείεται όλοι να το βρίσκουν τόσο καλή ιδέα) και αφετέρου επειδή, αν καμιά φορά δεν συμβεί, ζητούν συγνώμη, εξίσου στον αέρα, που «δεν πρόλαβαν να διαβάσουν όλα τα μηνύματα».

Αυτή η πρακτική ίσως να φαίνεται μια καλή ιδέα σε κάποιους. Υποθέτω ότι θεωρούν πως εξασφαλίζουν έτσι αφοσιωμένους ακροατές. Γνέφουν επιδοκιμαστικά προς το κοινό τους, αφού η ανάγνωση των μηνυμάτων στον αέρα είναι μια μορφή επιβράβευσης. Τέλος, ίσως θεωρούν ότι έτσι λύνουν το φαινομενικά άλυτο πρόβλημα του ραδιοφώνου (και της τηλεόρασης) στην social media εποχή που ζούμε: Το ραδιόφωνο είναι μονόδρομη επικοινωνία ενώ τα social media και οι καιροί απαιτούν διάδραση – τι καλύτερο επομένως από το να διαβάζουμε τα μηνύματα στον αέρα; Δεν είναι σαν να επικοινωνούμε πχ. όπως στο twitter;

Σωστά; Κατά τη γνώμη μου, όχι. Κάνουν λάθος. Διαβάζοντας μηνύματα στον αέρα οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί δεν σέβονται ούτε τους εαυτούς τους, ούτε εμάς τους (υπόλοιπους) ακροατές τους, ούτε το μέσο.

Το ραδιόφωνο δεν είναι twitter. Ραδιόφωνο ακούει κανείς επειδή θέλει να ακούσει την άποψη του ραδιοφωνικού παραγωγού. Γνωρίζει, και αποδέχεται, ότι η επικοινωνία είναι μονόδρομη, ότι θα ακούει και δεν θα μιλάει. Αν δεν του αρέσει η εκπομπή μπορεί να αλλάξει σταθμό ή και να το κλείσει εντελώς. Δεν ανοίγει το ραδιόφωνο για να πιάσει ψιλή κουβέντα με τον παραγωγό. Ούτε για να απαντήσει live στον αέρα σε ό,τι ακούει. Ούτε για να σχολιάσει ή να αστειευτεί σε εθνικό δίκτυο με ό,τι του συνέβη σήμερα.

Όμως, πολύ περισσότερο, δεν θέλουμε εμείς οι υπόλοιποι (ή, έστω, κάποιοι από εμάς) να ακούμε μέσω ραδιοφώνου την άποψη ή το σχόλιο ή το αστειάκι των υπολοίπων. Δεν το ανοίγουμε γι αυτόν τον σκοπό, δεν ακούμε μια ραδιοφωνική εκπομπή για να μάθουμε τα νεότερα του stelnokalampouriaseolitinellada ή εκείνου που το κινητό του λήγει σε 944. Στο κάτω-κάτω έχουμε και εμείς την δική μας άποψη, τα δικά μας νέα και το δικό μας αστειάκι. Πιο σημαντικά είναι του διπλανού; Γιατί εκείνου να ακουστούν σε εθνικό δίκτυο και όχι και τα δικά μας; Τι θα γίνει όμως αν αποφασίσουμε μια μέρα να τα στείλουμε όλοι μαζί;

Τελικά, είναι αυτή ακριβώς η βίαιη επιβολή του μηνύματος που με ενοχλεί. Στο ραδιόφωνο είμαι αναγκασμένος να ακούσω τα μηνύματα των ακροατών. Δεν έχω άλλη λύση, αν θέλω να ακούσω την εκπομπή ενός ραδιοφωνικού παραγωγού.

Αντιθέτως, στα social media μπορώ και να σκρολάρω και να μπλοκάρω. Δεν είμαι υποχρεωμένος να διαβάσω ή να δω. Όμως στο ραδιόφωνο δεν έχω επιλογή. Το ραδιόφωνο σήμερα δίνει τη δυνατότητα σε οποιονδήποτε να εκπέμψει το μήνυμά του πανελλαδικά, με αναγκαστική ακρόασή του από όλους τους υπόλοιπους.

Βέβαια, για να ξαναγυρίσω εκεί που ξεκίνησα, παραπάνω ομολόγησα ότι ακούω ραδιόφωνο περιστασιακά: Η κίνηση με έκανε να αυξήσω τις ώρες ακρόασης ώστε να αντιληφθώ αυτό το φαινόμενο. Επομένως, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η συζήτηση αυτή δεν με αφορά: Μόλις με το καλό επανέλθουμε στο κανονικό, εγώ θα γυρίσω στο spotify και οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί θα συνεχίσουν με όσους τους στέλνουν μηνύματα. Στο άμεσο μέλλον είναι, νομίζω, πράγματι έτσι τα πράγματα. Η γνώμη μου για την «τουιτεροποίηση» του ραδιοφώνου δεν έχει καμία αξία. Σε βάθος όμως χρόνου, εγώ και όσοι συμφωνούν μαζί μου θα κόψουμε εντελώς το ραδιόφωνο: Γιατί να ασχοληθούμε με ένα off-line twitter, με αναγκαστική κιόλας ανάγνωση όλων των μηνυμάτων, ενώ μπορούμε να μπούμε στο κανονικό; Από την άλλη μεριά, αν θέλουμε να ακούμε την άποψη συγκεκριμένων ανθρώπων και το ραδιόφωνο πλέον δεν μας παρέχει αυτή τη δυνατότητα τότε μπορούμε να μετακινηθούμε προς τα podcasts – όπως, φαντάζομαι ότι έχετε παρατηρήσει, ότι όλο και περισσότερο συμβαίνει γύρω μας.

Κατά τη γνώμη μου η λύση δεν είναι η προσομοίωση στα social media, αλλά η επιμονή στην ποιότητα. Η αναγνώριση του πραγματικού ρόλου του ραδιοφώνου, ως μέσου άποψης και όχι λαϊκής συμμετοχής. Ραδιόφωνο ακούμε επειδή εμπιστευόμαστε και θέλουμε να ακούσουμε τους παραγωγούς και κανέναν άλλον. Αν μείνουν όλοι πιστοί στους ρόλους τους, τότε ίσως στο μέλλον πειστούμε να αντικαταστήσουμε τα podcast μας με ραδιοφωνικές εκπομπές. Προσωπικά, άλλη λύση για το ραδιόφωνο δεν μπορώ να φανταστώ.

Η Ελλάδα 2.0 χρειάζεται και τον Πολίτη 2.0

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 7.10.2021

Οι ψηφιακές δυνατότητες θέλουν και ψηφιακές δεξιότητες.

Οπως πλέον καθένας μας διαπιστώνει σχεδόν καθημερινά, η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του ελληνικού Δημοσίου, τουλάχιστον προς τον πολίτη, προχωρά με καταιγιστικό ρυθμό: Μέσα σε λίγο καιρό είχαμε την βελτίωση των διαδικασιών επίσημης μετάφρασης μέσω του metafraseis.services.gov. gr, την έκδοση προσωρινών αδειών οδήγησης μέσω της πλατφόρμας gov.gr, ή την ενημέρωση το myhealth app με το ιατρικό ιστορικό μας σχεδόν μιας δεκαετίας. Σχεδόν κάθε εβδομάδα το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης ανακοινώνει νέα έργα και πρωτοβουλίες που, επιτέλους, φέρνουν την Ελλάδα και τις υπηρεσίες του ελληνικού Δημοσίου προς τους πολίτες εκεί που όφειλαν να είναι εδώ και καιρό.

Κλειδί για όλες αυτές τις εργασίες είναι, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, η ταυτοποίηση του πολίτη με τη χρήση των κωδικών taxisnet. Αυτό ήταν ένα πρόβλημα δεκαετιών που έλυσε με επιτυχία το Υπουργείο. Από τη στιγμή που το ελληνικό Δημόσιο μπορεί με ασφαλή τρόπο να διαπιστώσει online ότι εγώ είμαι εγώ (ας μην ξεχνάμε ότι στο ίντερνετ «κανείς δεν γνωρίζει ότι είσαι σκύλος»…) τότε ανοίξει η πόρτα ώστε να μου παρέχει τις υπηρεσίες του αποκλειστικά online. Γι αυτό έχουν σημασία οι, περισσότερο τεχνικής φύσης, ανακοινώσεις του Υπουργείου ανά περιόδους που μας ενημερώνουν για «αύξηση των φορέων του Δημοσίου που επιτρέπουν την πρόσβαση των πολιτών σε ηλεκτρονικές υπηρεσίες με τη χρήση των κωδικών taxisnet», αφού όσο περισσότεροι φορείς δέχονται τους κωδικούς τόσο περισσότερες υπηρεσίες «ξεκλειδώνουν online» για τους πολίτες.

Αντίστοιχα, σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση «η διεύρυνση των ηλεκτρονικών υπηρεσιών (από 501 την πρώτη ημέρα λειτουργίας του gov.gr σε περισσότερες από 1.250 σήμερα) αποτυπώνεται και στην εκθετική αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Ενδεικτικά, από τις 8 εκατομμύρια ηλεκτρονικές συναλλαγές το 2018, το 2020 καταγράφηκαν περισσότερες από 94 εκατομμύρια και φέτος, μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2021 έχουμε ξεπεράσει τα 150 εκατομμύρια ηλεκτρονικές συναλλαγές».

Δηλαδή, με ποσοστό διείσδυσης Διαδικτύου στην Ελλάδα περίπου στο 70% και τα 2/3 του υπόλοιπου 30% να είναι υπερήλικες, μέσα στο 2021 μπορεί κανείς βάσιμα να υποθέσει ότι κάθε ένας Έλληνας πολίτης σε παραγωγική ηλικία θα έχει κάνει τουλάχιστον μια ηλεκτρονική συναλλαγή με το ελληνικό Δημόσιο.

H Ελλάδα στην ψηφιακή εποχή

Η διαπίστωση αυτή είναι, φυσικά, λόγος πανηγυρισμού. Επιτέλους, η Ελλάδα κλείνει αποφασιστικά πίσω της την πόρτα του ψηφιακού αναλφαβητισμού και εισέρχεται δυναμικά στην ψηφιακή εποχή. Αυτή η νέα ψηφιακή εποχή μας αφορά όλους, δεν απευθύνεται δηλαδή σε μια οικονομική και κοινωνική ελίτ. Καθένας πλέον στην Ελλάδα ακόμα και με ένα smartphone ή ένα tablet μπορεί να απολαύσει πλήρως και ελεύθερα ψηφιακές παροχές τόσο από τον ιδιωτικό όσο και από τον δημόσιο τομέα.

Υπάρχει ίσως κάποιο πρόβλημα σε αυτή τη ρόδινη εικόνα; Κατά τη γνώμη μου ναι, αυτό της ταχύτητας που κάτι τέτοιο επιτεύχθηκε. Οι αριθμοί του Υπουργείου είναι αποκαλυπτικοί:

Μέσα σε τρία χρόνια οι ηλεκτρονικές συναλλαγές με το Δημόσιο εκτινάχθηκαν από τα 8 εκ. σε, πιθανότατα, 300 εκ. ετησίως. Δηλαδή, από την πλήρη απραξία (αν όχι απαξία) πήγαμε στην σχεδόν καθολική χρήση μέσα σε τρία χρόνια. Είναι μόνο καλό αυτό;

Σε αυτό το σημείο οφείλει κανείς να ανοίξει μια παρένθεση, ώστε να μιλήσει για τον ψηφιακό κόσμο. Ενδεχομένως κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο για τους αναγνώστες του 2045.gr, οι οποίοι ίσως θελήσουν να προχωρήσουν απευθείας παρακάτω στα συμπεράσματα, όμως είναι σκόπιμο νομίζω κάποια πράγματα να επαναλαμβάνονται σε κάθε ευκαιρία.

Ο ψηφιακός κόσμος, λοιπόν, δεν είναι κάτι με το οποίο γεννηθήκαμε. Αυτό ισχύει όχι μόνο για εμάς τους σημερινούς 50άρηδες αλλά και, όσο και αν οι ίδιοι δεν θα ήθελαν να το παραδεχτούν, και για τους πιτσιρικάδες (και ημι-πιτσιρικάδες) σήμερα: Αν το Facebook μόλις έκλεισε τα 15 του, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ίντερνετ και η ψηφιακή κατάσταση ακόμα και για τον σημερινό 20άρη ήταν διαφορετικά όταν ήταν έφηβος/η και εντελώς διαφορετικά σήμερα.

Με λίγα λόγια, ο ψηφιακός κόσμος γύρω μας συνεχώς αλλάζει. Αυτό ίσχυε τη δεκαετία του 1990, όταν ξεκίνησε, και συνεχίζει να ισχύει ακόμα και σήμερα. Θεωρώ ότι θα περάσουν δεκαετίες (ίσως μέχρι το 2045;), μέχρι κάπως να οριστικοποιηθεί.

Το κοινωνικό ψηφιακό χάσμα

Αναπόφευκτα επομένως ο μέσος πολίτης αδυνατεί να τον παρακολουθήσει. Αυτό ίσως δεν ισχύει για τους λίγους εμάς που βγάζουμε το ψωμί μας από την τεχνολογία ή που θεωρούμε ότι η τεχνολογία είναι το χόμπι μας, όμως πρέπει κανείς πάντα να έχει στο μυαλό του ότι όλοι εμείς αποτελούμε μια, μικρή, μειοψηφία. Ο μέσος πολίτης χρησιμοποιεί την τεχνολογία περιστασιακά και χωρίς γνώση – ή, σωστότερα, επίγνωση.

Τα αποτελέσματα αυτού του κοινωνικού ψηφιακού χάσματος, της απόστασης δηλαδή μεταξύ της χρήσης και της επίγνωσης, τα ζούμε καθημερινά γύρω μας: Τα social media καθορίζουν εκλογικά αποτελέσματα σε Ευρώπη και Αμερική, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες νιώθουν ότι απειλούνται, οι πολίτες εκθέτουν ανεπανόρθωτα την προσωπική τους ζωή στο Διαδίκτυο, η ψηφιακή απάτη αποτελεί πραγματικό κίνδυνο, το κυβερνο-έγκλημα (για να μην πω, ο κυβερνο-πόλεμος) το ίδιο.

Με λίγα λόγια, ο μέσος πολίτης ακόμα κινδυνεύει και ταλαιπωρείται από τις παιδικές ασθένειες ενός μέσου, δηλαδή του Διαδικτύου, που ήρθε για να του αλλάζει τη ζωή με περισσότερους από έναν τρόπους, από την παγκοσμιοποίηση μέχρι την καθημερινότητά του.

Ποια θα ήταν η λύση, ή έστω μια απάντηση, σε αυτό το πρόβλημα; Δύο μόνο τρόπους μπορώ να φανταστώ, ώστε αυτό να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά: Ο ένας είναι αυτός της φυσικής επιλογής: Με το πέρασμα των δεκαετιών και την αντικατάσταση των γενιών θα έρθει κάποτε η στιγμή που η τεχνολογία και ο μέσος πολίτης θα συμβαδίσουν. Μπορεί να πάρει μερικές δεκαετίες ακόμα, αλλά αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα συμβεί.

Ο άλλος τρόπος είναι εκείνος της εκπαίδευσης και της ενημέρωσης, ώστε να «σωθούν» οι πολίτες ήδη από τώρα. Δηλαδή, να μην αφήσουμε μια ή και δύο γενιές να πάνε ψηφιακά «χαμένες». Να εκπαιδευτεί ο πολίτης τόσο ως προς τη χρήση των νέων μέσων, όσο και, κυρίως, ως προς το τι ακριβώς σημαίνουν τα νέα μέσα, πως λειτουργούν, ποιους περιορισμούς έχουν, ποιοι κίνδυνοι ελλοχεύουν. Μόνο έτσι θα μπορέσει να καταλάβει ότι ο ψηφιακός κόσμος έχει διαφορές από τον πραγματικό, ότι παρότι οι δύο φαίνεται να μοιάζουν, και, για παράδειγμα, την ίδια υπηρεσία παίρνει κανείς είτε πάει στον γκισέ είτε κάνει login με τα στοιχεία taxisnet του, οι δύο αυτοί κόσμοι ποτέ δεν είναι πραγματικά ίδιοι.

Ανάγκη η εκπαίδευση του πολίτη

Εδώ επομένως μπορεί κανείς να κλείσει την παρένθεση ώστε να γίνει η σύνδεση με την διαρκώς επιταχυνόμενη ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του Δημοσίου. Ο μέσος Έλληνας ξαφνικά διαπιστώνει ότι μπορεί να πάρει το δίπλωμα οδήγησής του ψηφιακά, ότι μπορεί να έχει όλο το ιατρικό ιστορικό του σε ένα app στο κινητό του ή ότι μπορεί να βγάλει ψηφιακές μεταφράσεις. Όμως, ακόμα και στους ψηφιακά ενήμερους, κανείς δεν τους εξηγεί τι σημαίνει αυτό στην, ψηφιακή, πράξη: Πως επιτεύχθηκε αυτή η τεχνική λύση, με ποια δεδομένα, με ποιες παραδοχές, με τι κινδύνους, με ποιες συνέπειες; Πέρα από την διευκόλυνση, υπάρχουν άλλοι λόγοι να προτιμήσει κανείς (ή και να μην προτιμήσει, τελικά) τον ψηφιακό από τον φυσικό τρόπο; (Μην παρεξηγηθώ, δεν μιλώ μόνο για προσωπικά δεδομένα και για κάτι που αντιμετωπίζεται με όρους χρήσης στο κάτω μέρος της ιστοσελίδας της υπηρεσίας, μιλώ για κάτι που αφορά όχι μόνο τον νόμο αλλά και την τεχνική και την κοινωνική ανάλυση.)

Εξίσου κανείς όμως δεν απευθύνεται και προς τους λιγότερο ψηφιακά ενήμερους. Όσοι δεν βρίσκονται στην πρώτη ταχύτητα της τεχνολογίας, είτε λόγω επαγγέλματος είτε από επιλογή, δεν είναι απαραίτητο ότι είναι εξοικειωμένοι με τις νέες δεξιότητες που απαιτούνται για τη χρήση των ηλεκτρονικών υπηρεσιών. Καθέναν τους μπορεί να ξενίζει είτε το εύρος των πληροφοριών που ζητείται κάθε φορά, είτε ο τρόπος χρήσης μιας online πλατφόρμας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι, άνθρωποι κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, καταφεύγουν π.χ. στα παιδιά τους ή σε ειδικούς (λογιστικά γραφεία, καταστήματα Η/Υ) για να κάνουν online τις εργασίες που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να κάνουν μόνοι τους.

Με άλλα λόγια, οι ψηφιακές δυνατότητες θέλουν και ψηφιακές δεξιότητες. Οι οποίες δεξιότητες δεν αφορούν μόνο τη χρήση αλλά και την πράγματι γνώση. Δεν αρκεί να αδειάζουμε έναν κουβά υπηρεσιών στον μέχρι προχτές ανυποψίαστο πολίτη, αλλά οφείλουμε και να τον εκπαιδεύσουμε, πως καλύτερα και σωστότερα να τις χρησιμοποιήσει.

Δεν χρειαζόμαστε ψηφιακό αλφαβητισμό, αλλά πολίτες power users. Δηλαδή, ο στόχος δεν μπορεί να είναι μόνο η Ελλάδα 2.0 αλλά και ο Πολίτης 2.0.

Προφανώς τα παραπάνω δεν είναι δουλειά του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης να τα επιτύχει, τουλάχιστον όχι σήμερα που όλη η προσπάθεια δίνεται να βγουν στον αέρα υπηρεσίες που είχαν χρονίσει. Απόλυτη προτεραιότητα είναι η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών, τουλάχιστον ως προς τον πολίτη, και εννοείται ότι τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Αφού η χώρα άργησε, τώρα πρέπει να τρέξει. Το μόνο πρόβλημα με το σπριντ είναι ότι ο δρομέας δεν προλαβαίνει να κοιτάξει γύρω του ούτε να πάρει ανάσες. Όμως, η πορεία προς την ψηφιακή ζωή είναι μαραθώνιος, όχι σπριντ. Έχει ήδη κρατήσει καιρό και έχει δρόμο ακόμα μπροστά της. Είναι επομένως απολύτως σκόπιμο η Ελλάδα να πάρει κάποια στιγμή τις ανάσες της και να στρέψει την προσοχή της στον πολίτη, στην ενημέρωση και στην εκπαίδευσή του. Αν θέλουμε η ψηφιακή κατάσταση, η Ελλάδα 2.0 να μας αφορά όλους, τότε ο μέσος Έλληνας πολίτης πρέπει και αυτός να αναβαθμιστεί στην επόμενη, 2.0, μορφή του.