Το δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 9.09.2021,

Το δικαίωμα του ανθρώπου στην κυβερνοασφάλεια μπορεί να μοιάζει δεδομένο, αλλά η πραγματικότητα είναι μάλλον διαφορετική. Τι χρειάζεται να γίνει για να αποτελέσει αυτονόητο μέρος της ασφάλειας;

Tο θέμα της κυβερνοασφάλειας απασχολεί ήδη πολύ (δείτε και σχετικό κείμενο εδώ, στο 2045.gr), και θα συνεχίσει να απασχολεί και στο μέλλον, καθώς η ζωή μας μετακομίζει σιγά-σιγά από τον πραγματικό στον ψηφιακό κόσμο. Παρότι όμως η σημασία του αυξάνεται καθημερινά, δεν είναι βέβαιο ότι ταυτόχρονα αυξάνεται και η κατανόηση των επιμέρους θεμάτων του. Ή ότι η προσέγγιση σε αυτό από τις οργανωμένες κοινωνίες εξελίσσεται ακολουθώντας τον ίδιο ρυθμό.

Νομική, τεχνική και ανθρώπινη προσέγγιση της κυβερνοασφάλειας

Πριν όμως συζητήσουμε για την ανάγκη εισαγωγής ενός, νέου, δικαιώματος στην κυβερνοασφάλεια, χρήσιμες είναι ορισμένες επισημάνσεις. Η πρώτη και σημαντικότερη αφορά το γεγονός της διάστασης μεταξύ των προσδοκιών του κοινού και της τεχνικής, και νομικής προσέγγισης στο θέμα. Το κοινό, καθένας δηλαδή από εμάς, παίρνει τον όρο κυβερνοασφάλεια κυριολεκτικά – και πολύ καλά κάνει: Η κυβερνοασφάλεια εξασφαλίζει ασφάλεια για όλους μας στο διαδίκτυο. Αντιθέτως όμως, η νομική προσέγγιση μέχρι σήμερα δεν επιδιώκει ακριβώς το ίδιο: Με τον όρο «κυβερνοασφάλεια» ο νόμος σήμερα εννοεί την ηλεκτρονική ασφάλεια ορισμένων κρίσιμων υποδομών (ενέργεια, μεταφορές, νοσοκομεία κα.). Το ίδιο και οι τεχνικοί, οι ειδικοί της κυβερνοασφάλειας: Επιδιώκουν να προστατεύσουν συστήματα υπολογιστών. Το άτομο, ο άνθρωπος, ο χρήστης δεν μπαίνει πουθενά στη νομική και τεχνική συλλογιστική – ή, στην καλύτερη, μπαίνει μόνο έμμεσα.

Η δεύτερη επισήμανση αφορά την τεχνική προσέγγιση στο θέμα. Εδώ μπορεί να ειπωθούν πολλά, αφού η τεχνική πλευρά της κυβερνοασφάλειας είναι μακράν πιο εξελιγμένη από τη νομική ή το ρυθμιστικό πλαίσιο. Το μόνο όμως που ενδιαφέρει αυτό εδώ το κείμενο είναι ότι όλα αυτά τα εργαλεία, όλα αυτά τα δισεκατομμύρια που έχουν δαπανηθεί και δαπανώνται, στοχεύουν να προστατεύσουν υποδομές. Για τους τεχνικούς δεν έχει σημασία ο άνθρωπος, ούτε καν το περιεχόμενο της πληροφορίας: Το μόνο που έχει σημασία είναι να μην «περάσουν» οι επιθέσεις, και να μην δοθεί πρόσβαση στην πληροφορία. Φυλούν τα τείχη, χωρίς να τους νοιάζει τι υπάρχει πίσω από αυτά.

Η τρίτη επισήμανση αφορά το γεγονός ότι η Ελλάδα στον τομέα αυτόν δεν νομοθετεί μόνη. Παρότι το θέμα ανήκει έμμεσα μόνο στην αρμοδιότητα της ΕΕ, στην Ελλάδα εφαρμόζουμε Κοινοτικούς κανόνες και έχουμε ιδρύσει αρχές (ιδίως, την Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας, που λειτουργεί ως Διεύθυνση του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και δεν φαίνεται μέχρι σήμερα να διαθέτει ιστότοπο…) σύμφωνα με Κοινοτικές απαιτήσεις. Αυτό βέβαια δεν αποκλείει τη δυνατότητα στο μέλλον να πάρουμε νομοθετική πρωτοβουλία και να πρωτοτυπήσουμε, όμως για την ώρα απλά ακολουθούμε τους υπόλοιπους Ευρωπαίους.

Τέλος, δεν μπορεί παρά να επισημανθεί ότι και ο ίδιος ο όρος «κυβερνοασφάλεια» (παρότι κατά το ήμισυ ελληνικός: «κυβερνο» / cybersecurity) έχει φιλολογικές καταβολές (από το cyberspace του Gibson),  και τελικά μπερδεύει: Εννοεί το ίντερνετ; Κάτι παραπάνω; Κάτι λιγότερο; Όμως, ομολογουμένως αυτή η επισήμανση τελικά περιττεύει, ο όρος από τη λογοτεχνία μπήκε σε νόμους σε όλη την υφήλιο, τελικά δηλαδή ήρθε για να μείνει.

Έχοντας πει τα παραπάνω, μπορούμε άραγε να μιλήσουμε για ένα δικαίωμα καθενός από εμάς στην κυβερνοασφάλεια;

Κατά τη γνώμη μου, ναι. Αλλά, το θέμα χρειάζεται επεξηγήσεις.

Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι η εποχή μας είναι η εποχή της σωρηδόν πρότασης νέων δικαιωμάτων: Από το δικαίωμα στο ίντερνετ μέχρι το δικαίωμα στο καθαρό νερό,  σε μια ταχυδρομική διεύθυνση, σε έναν τραπεζικό λογαριασμό, στο δικαίωμα της ώριμης ηλικίας, στην κυριολεξία έχει προταθεί να «δικαιωματοποιηθεί» οτιδήποτε βρίσκεται κάτω από τον ήλιο, κάθε πτυχή της καθημερινής μας ζωής. Αυτό φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τους «δικαιωματιστές» (μακριά από εμάς!). Είναι απλά η, ίσως σπασμωδική, προσπάθεια της ανθρωπότητας πρώτα να κατανοήσει και μετά να κατοχυρώσει την νέα πραγματικότητα γύρω της, αυτή την μεταβατική περίοδο που ζούμε.

Επομένως, η συζήτηση για ένα νέο δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια δεν μπορεί να ξεφύγει από το γενικό πλαίσιο της «δικαιωματοποίησης», που, αν μη τι άλλο, της αφαιρεί αξιοπιστία.

Το άλλο πλαίσιο από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει, είναι αυτό του γενικού δικαιώματος στην ασφάλεια.

“Το δικαίωμα στην ασφάλεια είναι, για εμένα τουλάχιστον, ο μόνος λόγος που δημιουργήθηκαν ανθρώπινες κοινωνίες και εξακολουθούμε να ζούμε όλοι μαζί.”

Το ξέρω ότι θυμίζει Λεβιάθαν, όμως για μένα είναι η μόνη πειστική εξήγηση – και για όλους τους υπόλοιπους έστω μια από τις βασικές αιτίες δημιουργίας ανθρώπινων κοινωνιών (οι άλλες που την ανταγωνίζονται είναι η δικαιοσύνη ή η εγγενής κοινωνικότητα του ανθρώπου – καθένας μπορεί να διαλέξει…). Σε κάθε περίπτωση το βασικό δικαίωμα στην ασφάλεια λέει ακριβώς αυτό, ότι καθένας μας δικαιούται να είναι ασφαλής. Ας μην μπούμε στη συζήτηση τι ακριβώς περιλαμβάνει αυτή η «ασφάλεια», δεν χωρά το ίντερνετ όλο για να απαντηθεί. Αντί γι αυτό, ας σκεφτούμε μόνο μήπως η κυβερνοασφάλεια είναι τελικά αυτονόητο μέρος της ασφάλειας.

Για να απαντηθεί αυτό, αν δηλαδή το γενικό μας δικαίωμα στην ασφάλεια καλύπτει και την κυβερνοασφάλεια, θα πρέπει να αρχίσουμε να αναλύουμε τι ακριβώς θα κάλυπτε ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια (αν φυσικά υποθέσουμε ότι συμφωνούμε τι καλύπτει το δικαίωμα στην ασφάλεια, κάτι που είμαι βέβαιος ότι δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα, όμως ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας…).

Κυβερνοασφάλεια για τον άνθρωπο και όχι για τα αντικείμενα

Ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια, νομίζω, ότι θα κάλυπτε άτομα και όχι αντικείμενα (assets). Αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο σήμερα. Όλοι οι νόμοι που παγκοσμίως έχουν εκδοθεί για την κυβερνοασφάλεια καλύπτουν αντικείμενα πληροφορικής (IT assets) και όχι τους ανθρώπους. Το ίδιο και όλες οι προσπάθειες των πληροφορικών: Προσπαθούν να «σώσουν» συστήματα και δίκτυα ή, το πολύ, τις πληροφορίες που τηρούνται σε αυτά, όχι όμως τους ανθρώπους που όλα αυτά αφορούν.

“Επίσης, ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια θα έδινε το δικαίωμα στα άτομα να αντιδράσουν, κάθε φορά που θα δέχονταν επίθεση. Ούτε αυτό συμβαίνει σήμερα.”

Όλοι οι νόμοι είναι στραμμένοι στις υποδομές και με μόνο συμμετέχοντα το Κράτος: Αν κάποια υποδομή (νοσοκομείο, ενέργεια κλπ) αποτύχει να πάρει μέτρα και συμβεί ζημιά, το πολύ να φάει πρόστιμο. Το πρόστιμο επιβάλλεται από κρατική αρχή και πάει στο κρατικό ταμείο. Τα άτομα, που τελικά θίχτηκαν, δεν συμμετέχουν πουθενά. Ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια θα το άλλαζε αυτό.

Τέλος, ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια θα έδινε στους τρίτους, τους κυβερνο-επιτιθέμενους, μια σαφή εικόνα παραβίασης. Τώρα δεν συμβαίνει αυτό. Οι κυβερνο-εγκληματίες (που συχνά είναι τα ίδια τα Κράτη, αλλά και αυτό δεν χωρά να αναλυθεί εδώ) δεν είναι σαφές τι ακριβώς έγκλημα κάνουν – ή, μάλλον, είναι σαφές ότι το έγκλημά τους δεν στρέφεται κατά ατόμων αλλά κατά οργανισμών (ή και κρατών). Είναι σαν να ληστεύουν τράπεζα ή να διαπράττουν ασφαλιστική απάτη: Παρανομούν, αλλά δεν βλάπτουν άμεσα ιδιώτες. Αυτό έχει (ή δεν έχει) την ηθική αξία του. Αντιθέτως, ένα δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια (όπως, για παράδειγμα, ισχύει στα προσωπικά δεδομένα) θα έφερνε αντιμέτωπο απευθείας τον παραβάτη με το θύμα του. Ο πρώτος θα γνωρίζει ότι βλάπτει, ο δεύτερος θα έχει δικαίωμα (ή και υποχρέωση) να αμυνθεί.

Κάπου εκεί νομίζω ότι βρίσκεται η διαφορά με το γενικό δικαίωμα στην ασφάλεια: Η κυβερνοασφάλεια είναι, ή έστω μπορεί να γίνει, πολύ πιο συγκεκριμένη. Ενώ μπορούμε να συζητάμε για αιώνες τι ακριβώς περιλαμβάνει η «ασφάλεια» για τον άνθρωπο (όπως ήδη κάνουμε, άλλωστε…), η κυβερνοασφάλεια είναι κάτι απτό που συμβαίνει τώρα και χρειάζεται αντιμετώπιση. Ομολογουμένως μετά από δεκαετίες, για παράδειγμα το 2045, θα πρέπει να αλλάξει όνομα(!), καθώς η ψηφιακή ζωή μας πιθανότατα θα έχει γίνει αξεχώριστη με την πραγματική. Άρα μάλλον η γενική ασφάλεια θα περιλαμβάνει και την κυβερνοασφάλεια. Θα θεωρεί δηλαδή καθένας αυτονόητο ότι το περιπολικό της Αστυνομίας μπορεί να κληθεί για να προστατεύσει το σπίτι μας και από κυβερνοεπιθέσεις. Μέχρι να συμβεί αυτό όμως, ή, νομίζω σωστότερα, για να συμβεί αυτό όμως, πρέπει να γίνει ξεκάθαρο σε καθέναν ότι έχουμε δικαίωμα στην κυβερνοασφάλεια – εμείς, οι πολίτες, όχι τα λιμάνια και οι σταθμοί της χώρας.

Ανωνυμία στο Διαδίκτυο: Μια σχέση που (δικαίως) φθίνει

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 11.06.2021

Σχεδόν 30 χρόνια μετά την πρώτη μας επαφή με το Ίντερνετ, οι επιχειρήσεις, αλλά και εμείς συνειδητοποιούμε ότι η ανωνυμία στο Διαδίκτυο πρέπει να περιοριστεί.

Tο ίντερνετ είναι γνωστό ότι έχει στρατιωτικές καταβολές (όπως άλλωστε τα περισσότερα πράγματα γύρω μας). Όταν οι στρατιωτικοί βρήκαν άλλες, καλύτερες, τεχνολογίες, το έδωσαν στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Η ακαδημαϊκή κοινότητα ασχολήθηκε μαζί του για καμιά δεκαπενταριά χρόνια πριν το δώσει στην αγορά, περίπου γύρω στο 1995.

Τότε όμως συνέβη κάτι σημαντικό για την εξέλιξή του: Η «σοβαρή» επιχειρηματική αγορά δεν το πίστεψε. Οι οικονομικοί κολοσσοί της εποχής έμειναν λιγότερο ή περισσότερο αδιάφοροι προς το νέο μέσο. Έτσι, δόθηκε η ευκαιρία σε νέους παίκτες να μπουν στην αγορά. Η πρώτη γενιά «κυρίαρχων» του ίντερνετ εξαφανίστηκε μέσα σε λίγα μόλις χρόνια: Ποιος θυμάται σήμερα την Netscape (παρότι πολλοί διαβάζετε αυτό εδώ το κείμενο σε Firefox) ή την μηχανή αναζήτησης AltaVista; Η Amazon ακόμα τότε πουλούσε μόνο βιβλία, από το γκαράζ του Bezos. Σήμερα ζούμε τη δεύτερη γενιά «κυρίαρχων» του ίντερνετ, που ομολογουμένως τα πηγαίνει πολύ καλύτερα από τους προηγούμενους: Το Facebook είναι ήδη δεκαπέντε ετών, η Google λίγο παραπάνω.

Το «Φαρ Ουέστ» περιβάλλον του Διαδικτύου της δεκαετίας του 1990 δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει και τον χαρακτήρα του. Τότε είχαμε την εποχή του ενθουσιασμού, των ατελείωτων νέων δυνατοτήτων. Όπως ακριβώς και στον εποικισμό των δυτικών ΗΠΑ άνθρωποι φιλόδοξοι, ριψοκίνδυνοι και με ταλέντο ρίσκαραν τα πάντα και έσπασαν κάθε κανόνα του «πολιτισμένου κόσμου» που άφησαν πίσω τους προκειμένου να τα καταφέρουν, έτσι και στο Διαδίκτυο εξαιρετικά μορφωμένοι άνθρωποι παράτησαν τα πάντα και ασχολήθηκαν με ένα νέο μέσο που υποσχόταν να αλλάξει την ανθρωπότητα και το οποίο ούτε κυβερνήσεις ούτε πολυεθνικές είχαν ακόμα προσέξει.

Επομένως, το σπάσιμο των κανόνων και μια, περίεργη, αίσθηση ελευθερίας ήταν εγγενή κατά το διάστημα κοινωνικοποίησης του ίντερνετ.”

Για να καταλάβετε, όλη τη δεκαετία του 1990 ασχολούμασταν με το αν σε αγοραπωλησίες στο ίντερνετ οφείλονται φόροι(!), αν τα εθνικά κράτη δικαιούνται ή όχι να επιβάλλουν κανόνες στο Διαδίκτυο(!), και αν γενικά καθένας είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει σε αυτό.

Γιατί επιτράπηκε αρχικά η ανωνυμία στο Internet;

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται η κουβέντα περί ανωνυμίας στο Διαδίκτυο. Η ανωνυμία ήταν περίπου αναγκαστική τη δεκαετία του 1990, όταν μηνύματα μπορούσες να ανταλλάξεις στο ίντερνετ μόνο με συντομεύσεις του ονόματός σου και μάλιστα μόνο με λατινικούς χαρακτήρες. Αν είναι έτσι, τότε γιατί να μην «πειράξει» κανείς το όνομά του ώστε να μην αναγνωρίζεται καν; Άλλωστε, ακόμα τότε ολόκληρο το ίντερνετ ήταν ένα παιχνίδι, ελάχιστα λεφτά ή ιδέες ανταλλάσσονταν σε αυτό.

Το ίδιο και με τα email accounts. Για πολλά, μα πάρα πολλά χρόνια (και σε κάποιο βαθμό ακόμα και σήμερα) οποιοσδήποτε μπορούσε να δημιουργήσει ένα email account με οποιαδήποτε στοιχεία και στη συνέχεια να αρχίσει να στέλνει μαζικά μηνύματα σε συνανθρώπους του με αυτό. Φαντάζομαι ότι κάποτε στο μέλλον η ανθρωπότητα θα κοιτάξει πίσω της με απορία, γιατί ακριβώς δόθηκε τόση επικοινωνιακή δύναμη σε ψεύτικα accounts, όμως ό,τι έγινε έγινε.

Το ίδιο ακριβώς και με τα social media. Τα social media δεν ήταν μια ανάγκη εγγενής στον άνθρωπο. Μάθαμε ότι μας αρέσουν και ότι τα χρειαζόμαστε, δεν γεννηθήκαμε με αυτά. Προκειμένου να τα μάθουμε και να μας γίνουν απαραίτητα, οι επιχειρηματίες που τα δημιούργησαν έκαναν ένα σωρό εκπτώσεις στην ασφάλεια και σε ό,τι ήταν σωστό ευθύς εξαρχής να γίνει, ώστε να προσελκύσουν πελάτες. (Αυτό δεν ήταν ανήκουστο, στην ουσία αντέγραψαν την Microsoft, η οποία για πάρα πολλά χρόνια διέθετε τα Windows και το Office «ξεκλείδωτα», όταν ακόμα προσπαθούσε να μας μάθει να τα χρησιμοποιούμε.). Έτσι λοιπόν το Facebook και οι υπόλοιποι επέτρεψαν τα ανώνυμα ή τα ψευδώνυμα accounts. Αυτό ήταν αναγκαστικό, αν ήθελαν να επιβιώσουν στην αγορά.

Το «Φαρ Ουέστ» εποικήθηκε, και μας έδωσε την Καλιφόρνια και τα γουέστερν και τελικά άλλαξε την ανθρωπότητα για πάντα (αναμφίβολα προς το καλύτερο!), όμως ταυτόχρονα μας έδωσε και τα λιντσαρίσματα και τους robber Barons. Δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να έχει το ένα χωρίς το άλλο. Το μόνο που ίσως μπορεί να κάνει είναι να προσπαθήσει, μέσω νομοθεσίας, να ενισχύσει κάπως τα πρώτα και να περιορίσει κάπως τα δεύτερα.

Έτσι και με το Διαδίκτυο. Το Διαδίκτυο άλλαξε την ανθρωπότητα για πάντα, ξεκάθαρα προς το καλύτερο. Η παγκοσμιοποίηση στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μια ή η άλλη πλευρά του. Όμως ό,τι κακό αναπόφευκτα έφεραν οι συνθήκες ανάπτυξής του τώρα πια είναι σκόπιμο να αντιμετωπιστεί.

Είναι η ανωνυμία κάτι κακό;

Απάντηση στην ουσία σε αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει, μπορούμε να μιλάμε για ώρες ή και για χρόνια εξετάζοντάς το. Οι ψηφοφορίες είναι μυστικές για κάποιο λόγο. Όμως στις επιτροπές που λαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις η ψήφος είναι ονομαστική. Το whistleblowing είναι σημαντικό, όμως τελικά υπάρχει νομοθεσία που το ρυθμίζει. Η Δικαιοσύνη δεν αρνείται να εξετάσει ανώνυμες καταγγελίες, όμως δεν τους δίνει φυσικά την ίδια σημασία με αντίστοιχες επώνυμες.

Και στο Διαδίκτυο; Καλή ή κακή η ανωνυμία στο Διαδίκτυο; Κατά τη γνώμη μου το Διαδίκτυο «κανονικοποιείται» σιγά σιγά, αναπαράγοντας τη ζωή όπως ήδη τη γνωρίζαμε. Επομένως, αν και ο κανόνας πρέπει να είναι η αληθινή, «επώνυμη» δραστηριοποίηση σε αυτό, λίγη ανωνυμία δεν βλάπτει.

Αυτό που βλάπτει είναι η πολλή, η γενικευμένη ανωνυμία. Η με ίσους όρους δραστηριοποίηση ενός ανώνυμου με ένα επώνυμο προφίλ.”

Υπάρχει λόγος που η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί ονόματα, αστυνομικές ταυτότητες και υπογραφές – είναι η λογοδοσία, η ατομική ευθύνη. Σε συνθήκες ανωνυμίας η λογοδοσία χάνεται. Αν χαθεί η λογοδοσία καταστρέφεται ο μόνος συνδετικός κρίκος που μας κρατά οργανωμένους σε κοινωνία.

Επομένως, όταν με το καλό το Διαδίκτυο κανονικοποιηθεί πλήρως τότε λίγη ανωνυμία καλό είναι να επιτραπεί. Μέχρι τότε πρέπει να περιοριστεί. Μέχρι να κατανοήσει και ο πιο πρόσφατος χρήστης ότι «στο ίντερνετ κανείς δεν γνωρίζει ότι είσαι σκύλος», επομένως καθένας μπορεί ανεξέλεγκτα να λέει ό,τι θέλει, οφείλουμε αυτή τη δυνατότητα να την περιορίσουμε – ή και να την εξαλείψουμε εντελώς.

Ήδη πάντως είμαι ικανοποιημένος που η γενική κατεύθυνση είναι ακριβώς αυτή, της ταυτοποίησης των χρηστών. Για να φτάσουμε εδώ και πάλι επικράτησε η, αμείλικτη, λογική της αγοράς: Το Facebook και τα λοιπά social media αφενός έχουν πια αρκετούς χρήστες και αφετέρου συνειδητοποίησαν ότι η ζημιά που μπορεί να πάθουν από την ανωνυμία κάποιων από αυτούς είναι μεγαλύτερη από το όφελος που πιθανώς έχουν επιτρέποντάς τους να συνεχίσουν να υπάρχουν. Επομένως, σιγά-σιγά αρχίζει η ταυτοποίηση των χρηστών, έμμεσα, με τον εν τοις πράγμασι εξαναγκασμό να συνδέσουμε στα προφίλ μας και τα κινητά μας τηλέφωνα. (Τα οποία, μην ξεχνάμε, σχεδόν παντού πλέον στον κόσμο είναι ταυτοποιημένα – η εποχή των «ανώνυμων καρτοκινητών» πέρασε, έχοντας διανύσει παράλληλη τροχιά με αυτήν που εξετάζουμε εδώ). Όταν με το καλό ο αριθμός κινητού θα είναι απαραίτητος για να έχει διατηρεί κανείς λογαριασμό στα internet social media, τότε το πρόβλημα θα έχει σε μεγάλο βαθμό λυθεί. Στο μεταξύ όλοι ελπίζουμε ότι μέχρι τότε η ανθρωπότητα θα έχει βρει το επόμενο «Φαρ Ουεστ» για να εκτονώσει τις δημιουργικές της δυνάμεις – για το καλό όλων μας.

Εθνική κυριαρχία στην ψηφιακή εποχή

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 18.05.2021

Που (πρέπει να) βρίσκονται τα δεδομένα μας;

Πριν λίγες μέρες για τις ανάγκες μιας ακαδημαϊκής παρουσίασης σχετικά με «παραβιάσεις προσωπικών δεδομένων» (personal data breaches) θυμήθηκα εκείνη τη διαρροή δεδομένων των αεροπορικών εταιρειών που «άγγιξε» και την Ελλάδα, αφού σχετικές ενημερώσεις πήραμε και όσοι χρησιμοποιούμε συχνά την Aegean. Ψάχνοντας λίγο περισσότερο είδα ότι την παραβίαση στην ουσία την υπέστη η εταιρεία Sita, η οποία από ό,τι φαίνεται επεξεργάζεται όλα τα δεδομένα των ευρωπαίων που ταξιδεύουμε με αεροπλάνο, αφού εξυπηρετεί εκατοντάδες αεροπορικές εταιρείες μεταξύ των οποίων και όσες ανήκουν στη Star (Lufthansa group) αλλά και στην One World (British Airways group) alliance.

Τι εθνικότητας είναι η Sita; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει, επειδή το κρύβει επιμελώς (έβαλε άλλωστε και τον Guardian να κάνει διόρθωση σχετικά). Τυπικά έχει έδρα στην Ελβετία (Γενεύη), ουσιαστικά ίσως στην Αμερική (Ατλάντα), όμως κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Σε κάθε περίπτωση πάντως, αν κάτι γι αυτήν είναι σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται για ευρωπαϊκή εταιρεία.

Όλα τα δεδομένα, επομένως, από οποιαδήποτε πτήση κάθε Έλληνα πολίτη τηρούνται, άμεσα ή έμμεσα, στην Αμερική (ή, τέλοσπάντων, η αμερικανική κυβέρνηση μπορεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτά).

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για όλα τα οικονομικά δεδομένα κάθε Έλληνα πολίτη: Η Visa και η Mastercard είναι αμερικανικές εταιρείες.

Τι άλλο κάνει ένας άνθρωπος μέσα στην ημέρα του εκτός από το να καταναλώνει και ίσως να ταξιδεύει; Εργάζεται. Η Microsoft, η Google και η Apple είναι αμερικανικές εταιρείες. Θυμίζω επίσης ότι ενώ στο παρελθόν τα εργαλεία software τα αγόραζε κανείς «από το ράφι», τα εγκαθιστούσε στο εσωτερικό του δίκτυο και τα δεδομένα του τηρούνταν τοπικά, σήμερα όλα τα παραπάνω προϊόντα λειτουργούν στο cloud.

Φυσικά, δεν υπάρχει κανένας νομίζω λόγος να θυμίσω ότι και η διασκέδαση του μέσου Έλληνα παρέχεται απευθείας από αμερικανικές εταιρείες, από τα social media μέχρι το Netflix και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια-πλατφόρμες.

Σταματώ εδώ, όχι τόσο για λόγους οικονομίας κειμένου όσο γιατί εδώ σταματούν οι γνώσεις μου. Δεν γνωρίζω τι συμβαίνει με τα δεδομένα των οπλικών συστημάτων, ούτε με τις τεχνολογικές υποδομές πίσω από τα κρατικά δεδομένα ασφαλείας, ούτε καν τις τεχνολογικές υποδομές πίσω από τα απλά δεδομένα των Ελλήνων πολιτών που τηρεί η ελληνική κυβέρνηση. Φαντάζομαι ότι μέτρα ασφαλείας τήρησης των δεδομένων θα έχουν ληφθεί τόσο σε ελληνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αν και μάλλον θα έπρεπε κανείς να είναι αφελής για να πιστέψει ότι οι, Αμερικανοί κατασκευαστές τους δεν έχουν λάβει και εκείνοι τα δικά τους μέτρα πρόσβασης και σε αυτά τα δεδομένα αν χρειαστεί. Άλλωστε, αυτή ακριβώς η υποψία δεν βρίσκεται πίσω από την αμερικανική εναντίωση να χρησιμοποιούμε κινεζικά προϊόντα για τις αντίστοιχες χρήσεις;

Συνεπώς σήμερα όλα τα δεδομένα μας ή και του ελληνικού κράτους οποιαδήποτε ώρα και στιγμή μιας οποιασδήποτε ημέρας τα επεξεργάζονται αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες μάλιστα πιθανότατα, πολύ βολικά, παρέχουν και υπηρεσίες αποθήκευσης και τήρησής τους. Αντίστοιχα, ό,τι ισχύει για την Ελλάδα υποθέτω ότι ισχύει λιγότερο ή περισσότερο και για τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη.

Πως φτάσαμε ως εδώ;

Πριν 20-30 χρόνια αυτή δεν ήταν καθόλου αυτονόητη κατάσταση ούτε για τα κράτη ούτε για τους πολίτες. Το λογισμικό βέβαια ήταν σημαντικό στην Ευρώπη και ήδη χρησιμοποιούνταν από τη δεκαετία του 1970 από τη δημόσια διοίκηση και του 1980 από τον ιδιωτικό τομέα. Όμως, αφενός μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1990 τα αρχεία ήταν ακόμα κυρίως σε χαρτί και αφετέρου το λογισμικό ήταν προορισμένο να εγκατασταθεί και να λειτουργήσει τοπικά. Αυτό το δεύτερο έχει, κυρίως, σημασία: Μέχρι και τις αρχές του 2000 κάθε κράτος, κάθε επιχείρηση και κάθε πολίτης αγόραζε πακέτα λογισμικού «από το ράφι», τα εγκαθιστούσε τοπικά μόνος του σε υπολογιστές που ελάχιστα συνδεδεμένοι ήταν μεταξύ τους, και τηρούσε τα δεδομένα του «δίπλα του». Οι ενημερώσεις λογισμικού γίνονταν «με το χέρι». Η τεχνική υποστήριξη παρεχόταν τοπικά, αναγκαστικά με «δια ζώσης» παρουσία τεχνικού.

Το internet, το cloud αλλά και οι επιθετικές συνδρομητικές πολιτικές των (αμερικανικών) εταιρειών ανέτρεψαν για πάντα αυτό το μοντέλο. Οι υπολογιστές, τα smartphones ή τα tablets συνδέονται πλέον ήδη από το άνοιγμα του κουτιού τους με τον κατασκευαστή τους για διαρκή παροχή ενημερώσεων λογισμικού. Οι εφαρμογές μας εγκαθίστανται με download και όχι μέσω cd ή άλλων drives (που πια έχουν εξαφανιστεί). Η τεχνική υποστήριξη παρέχεται αποκλειστικά online, μέσω απομακρυσμένης πρόσβασης.

Έτσι, κατά τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια μπορεί οι τεχνολογικές λύσεις να έγιναν φθηνότερες, ταχύτερες και αποτελεσματικότερες όμως αυτό το πέτυχαν μέσω της αναγκαστικής διαρκούς μετάδοσης των δεδομένων στον (Αμερικανό) κατασκευαστή τους.

Στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη ανταλλάξαμε, δηλαδή, εθνική κυριαρχία με οικονομικά οφέλη. Δώσαμε έλεγχο, και πήραμε παραγωγικότητα.”

Αυτό περίπου είναι, όπως το βλέπω εγώ, το κοινωνικό, ιστορικό και τεχνολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο διεξάγεται σήμερα ο νομικός διάλογος για data sovereignty, data residency και data localisation. (Τους όρους τους αφήνω επίτηδες αμετάφραστους, όχι μόνο επειδή δεν υπάρχει γενικά αποδεκτή ελληνική απόδοση αλλά και προκειμένου να δώσω τη δυνατότητα σε όποιον ενδιαφέρεται να το ψάξει περισσότερο.) Όμως, όπως είπα, αυτή είναι η δική μου θεώρηση των πραγμάτων (για την οποία έχω ήδη γράψει στο 2045.gr και εδώ). Μια διαφορετική προσέγγιση των ίδιων ακριβώς γεγονότων και της ίδιας πραγματικότητας θα υποστήριζε ίσως ότι η ψηφιακή τεχνολογία έδωσε στην ανθρωπότητα πρωτοφανείς δυνατότητες να επεξεργαστεί δεδομένα φθηνά και γρήγορα και προς όφελος όλων μας. Και ότι δεν πειράζει που στη διαδικασία αυτή τα δεδομένα όλων μας τα τηρεί ένα και μόνο κράτος, επειδή το σύστημα των data centers είναι τόσο διάσπαρτο που κανείς στην ουσία δεν ξέρει που ακριβώς βρίσκεται τι.

Αυτές οι δύο διαμετρικά αντίθετες απόψεις (η σημερινή κατάσταση είναι ή δεν είναι πρόβλημα για τα κράτη και τους πολίτες τους) συγκρούονται σε παγκόσμιο ρυθμιστικό επίπεδο, σε έναν παγκόσμιο νομικό πόλεμο. Η Αμερική, εύλογα, επιθυμεί τη διατήρηση της παρούσας κατάστασης, ιδεολογικά μέσω της ελευθερίας των αγορών και του «ανοίγματος» της ψηφιακής οικονομίας και, πρακτικά, μέσω της συνεχιζόμενης ανοχής στον γιγαντισμό των ψηφιακών εταιρειών της, παρότι δημιουργούν πλέον και στο εσωτερικό της οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Η Ευρώπη θέλει να διατηρήσει κάπως τον έλεγχο, όμως γνωρίζει ότι για να το πετύχει αυτό διαθέτει μόνο νομικά εργαλεία: Ο GDPR, η νομοθεσία για την κυβερνοασφάλεια και τώρα ίσως και η νομοθεσία για την Τεχνητή Νοημοσύνη βάζουν έμμεσα κανόνες στο που και πως τηρούνται τα δεδομένα. Δεν διαθέτει όμως ακόμα τις τεχνολογικές λύσεις για να υποστηρίξει τα θέλω της. Η Κίνα λειτουργεί το εντελώς δικό της σύστημα, μακριά από την Αμερικανική παντοδυναμία: Δικές της τεχνολογίες, δικές της πιστωτικές κάρτες, δικά της data centers, δικά της social media. H Ρωσία λιγότερο ή περισσότερο ακολουθεί το παράδειγμά της.

Στον παραπάνω νομικό και τεχνολογικό πόλεμο κερδίζονται και χάνονται πολλές μάχες. Για παράδειγμα, ο GDPR ήταν μια κερδισμένη, παγκόσμια μάχη για την Ευρώπη. Η Αυστραλία έχασε από το Facebook. Η Microsoft και η Apple προσπάθησαν, καθεμία με διαφορετικό βαθμό επιτυχίας, να αντισταθούν σε αιτήματα πρόσβασης από τις αμερικανικές αρχές. Η, κινεζική, Huawei «ταλαιπωρήθηκε» από τις αμερικανικές αρχές. Το TikTok το ίδιο.

Και για το μέλλον; Αν με ρωτάτε, είμαι εντελώς πεπεισμένος ότι τα δεδομένα των Ελλήνων πολιτών και του ελληνικού κράτους πρέπει να παραμένουν στην Ελλάδα, προστατευμένα κατά το δυνατό από οποιαδήποτε πρόσβαση τρίτου. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι κάτι τέτοιο είναι εντελώς ανέφικτο, αφού οι τεχνολογικές ανάγκες για να συμβεί κάτι τέτοιο μας ξεπερνούν κατά πολύ.

Η Ευρώπη, επομένως, είναι η μόνη λύση. Η αναγκαστική επεξεργασία και τήρηση των δεδομένων σε ευρωπαϊκό έδαφος από ευρωπαϊκές εταιρείες είναι για εμένα μονόδρομος. Localisation, συνεπώς – το sovereignty ή το residency δεν αρκούν. Όπως θα σας πει οποιοσδήποτε νομικός, είναι πρακτικά αδύνατο να επιβάλεις δικό σου νόμο στο εσωτερικό τρίτου κράτους όταν στο κράτος αυτό δεν αρέσει ο νόμος σου. Αυτή όμως είναι η ουσία της εθνικής κυριαρχίας ακόμα και στην ψηφιακή εποχή, ο βασικός ρόλος του κράτους: Η προστασία των πολιτών του σύμφωνα με τους νόμους που οι ίδιοι ψήφισαν. Παλιά αυτό γινόταν εύκολα, με φυσικό τρόπο, εντός εθνικών συνόρων. Αν ψηφιακά σύνορα ίσως σήμερα δεν υπάρχουν (αν και οι Κινέζοι και οι Ρώσοι θα διαφωνούσαν με αυτό), είναι νομίζω καιρός σήμερα να τα δημιουργήσουμε.

Ελλάδα 2.0: Εύστοχος όρος, τεκμηριωμένο σχέδιο, μήπως θα μπορούσε να γίνει ακόμα καλύτερο;

Δημοσιεύθηκε στο emea.gr, 27.04.2021

Ο όρος Ελλάδα 2.0 είναι εύστοχος, τουλάχιστον για τη γενιά μου – και αυτό ίσως είναι ένα πρόβλημα, αφού δεν είμαι βέβαιος αν σημαίνει κάτι για τους μεγαλύτερους και τους μικρότερους από εμάς.

Η εντυπωσιακή ακόμη και εν μέσω πανδημίας, παρουσίαση της Κυβέρνησης πριν ένα περίπου μήνα του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας, «Ελλάδα 2.0» έφερε τον όρο δυναμικά στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Για το περιεχόμενό του αρκετά έχουν γραφτεί ήδη (για παράδειγμα, εδώ και εδώ). Αν ήταν να διακρίνω κάτι ειδικά από όσα έχουν ήδη ειπωθεί, λόγω και προσωπικού ενδιαφέροντος, θα ήταν η έμφαση στη νεοφυή επιχειρηματικότητα και στην καινοτομία, αφού χωρίς αυτές ακόμα και οι καλύτερες «βαριές», δομικές αλλαγές θα έμεναν αχρησιμοποίητες.

Ο όρος Ελλάδα 2.0 είναι εύστοχος, τουλάχιστον για τη γενιά μου – και αυτό ίσως είναι ένα πρόβλημα, αφού δεν είμαι βέβαιος αν σημαίνει κάτι για τους μεγαλύτερους και τους μικρότερους από εμάς. Απαιτείται, επομένως, επεξήγηση. Η πρώτη γενικά του internet άρχισε περίπου το 1995 και κράτησε μια δεκαετία. Ήταν η εποχή που στήθηκε η τεχνική υποδομή, όμως έλειπε ακόμα το περιεχόμενο. Οι μεγαλύτεροι παγκόσμιοι οργανισμοί είχαν «σηκώσει» ιστοσελίδες, όμως κατά κανόνα ο μέσος πολίτης δεν είχε κανέναν ιδιαίτερο λόγο να μπαίνει στο ίντερνετ κάθε μέρα. Η επικοινωνία ήταν μονόδρομη: Από τους οργανισμούς και κάποιους μεγάλους πωλητές (το Amazon τότε ξεκίνησε, πουλούσε μόνο βιβλία) προς πολίτες-παθητικούς δέκτες. Όλα αυτά άλλαξαν στις αρχές του 2000, όταν ξεκίνησαν τα ιστολόγια. Ξαφνικά η επικοινωνία έγινε αμφίδρομη, δηλαδή και απλοί χρήστες μπορούσαν να δημοσιεύσουν περιεχόμενο. Ξεκίνησαν επομένως να μιλούν και μεταξύ τους, αντί να παραμένουν παθητικοί δέκτες πληροφοριών. Ήταν αυτή ακριβώς η αλλαγή που έφερε τα social networks και τις πλατφόρμες, που κυριαρχούν στη ζωή μας σήμερα. Για να σηματοδοτηθεί αυτή η αλλαγή χρησιμοποιήθηκε ο όρος Web 2.0 (ως τρυκ του marketing, δεν χρησιμοποιούσαμε πριν τον όρο Web 1.0, ούτε σήμερα πηγαίνουμε προς Web 3.0). Συμβολικά το χρονικό σημείο εντοπίζεται στο 2006, όταν το Time είπε ότι Person of the Year είμαστε Εμείς (You), στο πασίγνωστο πλέον εξώφυλλό του με τον καθρέφτη όπου καθένας μας έβλεπε τον εαυτό του.

Συνεπώς, η Ελλάδα 2.0 σηματοδοτεί την αλλαγή παραδείγματος, κάτι καινούργιο και διαφορετικό. Όπως τόνισαν τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη, «Τι είναι το πρόγραμμα Ελλάδα 2.0;  Είναι ένα συνεκτικό σχέδιο επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων που έχει σαν στόχο να κάνει update στο λειτουργικό της χώρας. Στο software και το hardware της Ελλάδας».

Η Ελλάδα 2.0 αποτελεί αναμφίβολα τεκμηριωμένο σχέδιο. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την σημαντική επιστημονική και τεχνοκρατική εργασία πίσω από την εκπόνησή του. Αυτό άλλωστε προκύπτει έμμεσα και από την, αμήχανη, αντίδραση της αντιπολίτευσης που είχε να αντιπροτείνει μόνο το «Χαβάη 5-0» (σημειολογικά, πάντως, εξίσου όρους που λέει κάτι μόνο στη γενιά μου!). Η λογική του συνέχεια είναι ξεκάθαρη: Το σχέδιο Πισσαρίδη εκπονήθηκε εγκαίρως, μελετήθηκε, και τώρα υλοποιείται. Τα απαραίτητα βήματα τόσο ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και στο ελληνικό Κοινοβούλιο ήδη εκτελούνται. Όπως συμβαίνει και με την αντιμετώπιση της πανδημίας, ιδίως με τους μαζικούς εμβολιασμούς, λίγοι μπορούν να αμφισβητήσουν ότι η Ελλάδα προχωρεί οργανωμένα, όπως είχαμε καιρό να δούμε, και με σχέδιο καλύτερο από των υπόλοιπων Ευρωπαίων.

Συγκεκριμένα, η Ελλάδα 2.0 μου θύμισε τον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όπως είναι γνωστό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή λειτουργεί εντελώς τεχνοκρατικά: Πρώτα αποφασίζει επιμέρους τομείς παρέμβασης, στη συνέχεια διαμορφώνει συγκεκριμένους στόχους, μετά ξοδεύει χρήματα και ανθρώπινους πόρους (νόμους) για να τους επιτύχει, και στο τέλος αξιολογεί τι πέτυχε και τι χρειάζεται ακόμα βελτίωση.

Αυτή η προσέγγιση δεν είναι όμως πάντα η ιδανική. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επανειλημμένα κατηγορηθεί ως ένας «στεγνός», γραφειοκρατικός μηχανισμός που είναι απομακρυσμένος από τον Ευρωπαίο πολίτη. Πιθανότατα αυτό οφείλεται στο ότι έτσι ακριβώς είχε σχεδιαστεί τότε, τη δεκαετία του 1950. Όμως, η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι εθνικές κυβερνήσεις πρέπει να την μιμηθούν. Ίσα ίσα. Οι εθνικές κυβερνήσεις χαράσσουν πολιτικές – δεν διαχειρίζονται απλώς λεφτά.

Λείπει επομένως κάτι από την Ελλάδα 2.0; Θα μπορούσε να γίνει κάτι παραπάνω; Κατά τη γνώμη μου, ναι. Νομίζω ότι είναι περιοριστικό η Ελλάδα 2.0 να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως οικονομικό φαινόμενο, αποκλειστικά ως αλλαγή του «παραγωγικού παραδείγματος». Μια τέτοια οπτική την κάνει αυτομάτως απλά και μόνο διαχειριστικό εργαλείο. Βέλτιστο, βιώσιμο, στοχοθετημένο και τεκμηριωμένο, αλλά πάντως οικονομικό και μόνο.

Θα μπορούσε να είναι και κάτι ακόμα; Ναι. Θα μπορούσε να αποτελέσει επιπλέον και κοινωνικό μοντέλο. Μαζί με τα χρήματα να έρθουν και ιδέες και πολιτικές για την κοινωνική αλλαγή της Ελλάδας. Για τη συνολική αναθεώρηση του κοινωνικού, και όχι μόνο του παραγωγικού, παραδείγματος. Με λίγα λόγια, στην Ελλάδα 2.0 το οικονομικό αφήγημα θα μπορούσε να συνοδεύεται και από, αντίστοιχο, κοινωνικό. Με αυτόν τον τρόπο η στοχοθεσία του θα ήταν ακόμα πιο φιλόδοξη – και πιο διαρκής.

Πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάλαβε τις ατέλειές της και θέσπισε θέση Επίτροπου για την «Προώθηση του Ευρωπαϊκού Τρόπου Ζωής Μας», ο οποίος μάλιστα ανατέθηκε σε Έλληνα. Το στοίχημά της είναι, πλέον, υπαρξιακό: Έναν καλό διαχειριστή όλοι τον αγαπούν, όμως κανείς δεν τον θεωρεί ισάξιο μιας κυβέρνησης, και έτσι θα συνεχίσει να κάθεται στον καναπέ και όχι στην πολυθρόνα. Η Ελλάδα 2.0 δεν θέτει, ευτυχώς, τέτοια διλήμματα. Παρουσιάζει όμως την μοναδική ευκαιρία να αφήσει κοινωνικό αποτύπωμα εξίσου σημαντικό με το οικονομικό.

Οι επέτειοι είναι χρήσιμες, επειδή βοηθούν να τραβήξει κανείς γραμμές. Κάθε Πρωτοχρονιά κάνουμε σχέδια για το νέο έτος. Κάθε συμπληρωμένη δεκαετία της ζωής μας γιορτάζουμε το γεγονός, κάνουμε απολογισμό και κοιτάμε μπροστά. Το ίδιο συμβαίνει και στους οργανισμούς: Τα «στρογγυλά» έτη της ζωής τους σηματοδοτούν αφενός την ευκαιρία για γιορτή και αφετέρου την ευκαιρία για επανακαθορισμό. Τα κράτη δεν διαφέρουν σε αυτό. Τα διακόσια χρόνια από την ελληνική επανάσταση δίνουν την ευκαιρία για αναδιάταξη και επαναπροσδιορισμό. Είναι η Ελλάδα 2.0 ο στόχος των επόμενων εκατό ετών; Αν αυτός είναι ο στόχος, τότε δεν πρέπει να μιλάμε για οικονομικό, αλλά για κοινωνικό μοντέλο. Εκτός από το New Deal οικονομικό μοντέλο ουδέποτε έμεινε στην ιστορία. Αν επομένως μιλάμε για τα επόμενα εκατό και όχι για τα επόμενα δέκα χρόνια, τότε η Ελλάδα 2.0 χρειάζεται και κάτι επιπλέον, εκτός από άριστη, τεκμηριωμένη και αδιαμφισβήτητη οικονομική ανάλυση και εκτέλεση: Χρειάζεται και ένα κοινωνικό μοντέλο, στο οποίο αυτή να αποσκοπεί.

Το «έξυπνο Κράτος»: Αφού για το εμβόλιο ειδοποιείσαι ατομικά, γιατί όχι και για το επίδομα;

Δημοσιεύθηκε στο dEASY, 8.3.2021

Το εκατομμυριοστό εμβόλιο κατά του COVID-19 που γιορτάσαμε πρόσφατα και ο υποδειγματικός εμβολιασμός του ελληνικού πληθυσμού («Επιχείρηση Ελευθερία») που μας φέρνει στις κορυφαίες θέσεις του πλανήτη δεν μπορούν παρά να μας ανοίξουν την όρεξη για το μέλλον: Αν τελικά είναι εφικτό το ελληνικό Κράτος να διαχειριστεί εξατομικευμένα έναν-έναν τους πολίτες του ώστε να καταφέρει να εμβολιάσει τον συνολικό πληθυσμό γρήγορα και οργανωμένα, μήπως τελικά μπορεί να επιτύχει και πολύ περισσότερα από αυτό, όταν με το καλό ο ιός μπει στην Ιστορία;

Όταν ο ιός μπει στην Ιστορία τίποτα δεν θα είναι το ίδιο όπως παλιά. Η κανονικότητα θα επανέλθει, όμως δεν θα είναι η κανονικότητα που γνωρίζαμε ως τώρα. Θεωρώ αδιανόητο ότι συνήθειες του παρελθόντος, όπως τα αεροπορικά ταξίδια για ψύλλου πήδημα, θα επαναληφθούν. Ούτε η αναγκαστική προσέλευση σε γραφεία όταν η εργασία μπορεί να γίνει εξίσου καλά εξ αποστάσεως. Ούτε η επίσκεψη σε φυσικό κατάστημα όταν δεν υπάρχει λόγος γι αυτό.

Και το Κράτος; Θα μείνει ανεπηρέαστο; Ίσα ίσα πιστεύω ότι εκεί θα πρέπει να σημειωθούν οι μεγαλύτερες αλλαγές. Το ελληνικό Κράτος απέδειξε με τον εμβολιασμό του πληθυσμού πως όταν θέλει, μπορεί. Υπάρχει και η γνώση και η τεχνική δυνατότητα. Οι εξατομικευμένες ειδοποιήσεις, η εξατομικευμένη υπηρεσία προς κάθε κάτοικο δείχνουν με τον σαφέστερο τρόπο ότι όχι μόνο δεν υστερούμε σε σχέση με οποιοδήποτε κράτος αλλά μπορούμε να δώσουμε και μερικά μαθήματα σε άλλους.

Το μέλλον οφείλει να είναι εξίσου δυναμικό. Η αντιμετώπιση της πανδημίας θα έχει αφήσει πολλούς συμπολίτες μας σε κατάσταση οικονομικής ανάγκης. Άλλοι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις μακροχρόνιες συνέπειες της νόσου στην υγεία τους.

Δεν υπέφεραν όμως όλοι το ίδιο. Κάποιοι ωφελήθηκαν από τις νέες συνθήκες εμπορίου ή εργασίας που δημιουργήθηκαν. Οι online επιχειρήσεις αύξησαν κατά πολύ τις πωλήσεις τους. Κάποιοι εργοδότες είδαν το προσωπικό τους και το ενοίκιό τους να επιδοτείται χωρίς η δουλειά τους, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, να έχει υποστεί αντίστοιχη μείωση. Το ίδιο και οι εργαζόμενοι ή οι ελεύθεροι επαγγελματίες: Άλλοι έχασαν οριστικά τις θέσεις εργασίας τους, άλλοι θα επιστρέψουν σε άλλο καθεστώς από αυτό στο οποίο βρίσκονταν, άλλοι θα ξανανοίξουν τα γραφεία τους όμως θα χρειαστούν χρήματα γρήγορα ώστε να ορθοποδήσουν, ενώ υπάρχουν και άλλοι που ωφελήθηκαν κατά το τελευταίο έτος αυξάνοντας τα έσοδά τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Με άλλα λόγια, καθένας μας αντιμετώπισε άλλες συνθήκες οικονομικές, κοινωνικές και υγείας κατά το τελευταίο έτος. Γιατί επομένως θα έπρεπε όλοι μας να αντιμετωπιστούμε το ίδιο από το Κράτος όταν επιστρέψουμε στη (νέα) κανονικότητα;

Ρόλος του Κράτους δεν είναι να σταθεί απέναντι, αλλά δίπλα στον πολίτη. Δεν είναι να αδειάσει αδιακρίτως έναν κουβά χρήματα στην αγορά μήπως και επιτευχθεί η ανάκαμψη, αλλά να βοηθήσει καθέναν ατομικά, όπως και όποτε το χρειαστεί. Τα νέα τεχνολογικά εργαλεία προσφέρουν αυτή τη δυνατότητα. Όπως ακριβώς το εμβόλιο παρέχεται ατομικά σε καθέναν όταν έρθει η σειρά του, το ίδιο ακριβώς θα πρέπει να γίνει και με τη βοήθεια, οικονομική ή άλλη, μετά τον ιό. Άλλος χρειάζεται άμεση οικονομική υποστήριξη, άλλος έμμεση και άλλος καθόλου. Άλλος χρειάζεται βοήθεια από κοινωνικές υπηρεσίες ή έχει ειδικά θέματα υγείας ενώ άλλος τα καταφέρνει μια χαρά μόνος του. Η τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα της εξατομικευμένης αντιμετώπισης από το Κράτος. Τα οριζόντια μέτρα πλέον δεν είναι αρκετά.

Το ίδιο και στο μέλλον. Το Κράτος οφείλει να επικεντρώσει στις ανάγκες καθενός από τους πολίτες του χωριστά. Κάποιος μπορεί να χρειάζεται χρήματα ενώ κάποιος άλλος μπορεί να χρειάζεται μόνο πληροφόρηση πως να τα βρει. Κάποιος μπορεί να χρειάζεται επίδομα ενώ κάποιος άλλος μπορεί να χρειάζεται επανεκπαίδευση ώστε να αλλάξει εργασία. Το μοντέλο της επίσκεψης του πολίτη στον γκισέ κάθε μιας υπηρεσίας ώστε να πάρει αποσπασματική πληροφόρηση από έναν δημόσιο υπάλληλο που και ο ίδιος δεν γνωρίζει καλύτερα, έχει παρέλθει. Όπως ακριβώς η Επιχείρηση Ελευθερία επιχειρεί να μας απελευθερώσει από τον ιό, έτσι ακριβώς μια διαρκής αντίστοιχη επιχείρηση από το ελληνικό Κράτος οφείλει να μας μεταφέρει σε μια νέα, πολύ καλύτερα οργανωμένη Ελλάδα, που όλοι πλέον βλέπουμε ότι είναι απολύτως εφικτή.