Δασμοί («ταρίφες») στον ψηφιακό κόσμο;

Δημοσιεύθηκε στο  2045.gr, 7.04.2025

Μπορεί η Ευρώπη να επιβάλλει δασμούς στις ψηφιακές υπηρεσίες; Ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους μοιάζει να διστάζει;

Αν είναι κάτι που, στα μάτια μου τουλάχιστον, έχει άμεσο ενδιαφέρον για καθέναν μας σε σχέση με τους δασμούς («ταρίφες») που ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ, και που φαίνεται να οδηγούν σε εμπορικό πόλεμο με την Ευρώπη, είναι ότι κανείς, μα κανείς, δεν μιλά για τον ψηφιακό κόσμο. Γιατί, άραγε;

Από τη μεριά των ΗΠΑ, ίσως, οι λόγοι είναι πιο φανεροί: Οι δασμοί αφορούν μόνο προϊόντα (αφού εκεί εντοπίστηκε το έλλειμμα), ενώ ο ψηφιακός κόσμος αφορά υπηρεσίες. Στις υπηρεσίες, από ό,τι φαίνεται, οι ΗΠΑ, τουλάχιστον σε σχέση με την Ευρώπη, έχουν ένα «μικρό» πλεόνασμα της τάξης των 300δις (σε σχέση με το 1τρις έλλειμμα στα προϊόντα).

Σωστά; Λάθος. Όπως είναι γνωστό οι υπηρεσίες στο ίντερνετ φορολογικά «εξαφανίζονται», μέσω τιμολογήσεων από Ιρλανδία για όλη την Ευρώπη και άλλων πρακτικών «φορολογικής βελτιστοποίησης». Με άλλα λόγια, ολόκληρη η Ευρώπη, καθένας από εμάς, πληρώνει απευθείας, κάθε μήνα, τις Microsoft, Amazon, Google, Facebook και λοιπές, όμως το εισόδημα σχεδόν εξαφανίζεται τόσο για τις χώρες κατανάλωσης (δηλαδή για όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες) όσο και για τη χώρα παραγωγής (τις ΗΠΑ). Όμως, με την σημαντικότατη διαφορά ότι όλες αυτές οι «ψηφιακές» εταιρείες έχουν έδρα στις ΗΠΑ – επομένως, αργά ή γρήγορα εισόδημα θα εμφανιστεί εκεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (πχ. μέσω εξαγορών, επενδύσεων σε startups, ή ακόμα και μέσω επιβλητικών κτηρίων γραφείων), κάτι που ποτέ δεν θα συμβεί στην Ευρώπη.

Επομένως, τα 300 δις πλεόνασμα των ΗΠΑ στις υπηρεσίες θα έλεγα (χωρίς να έχω δει από που πήρε ο Economist, απ’ όπου τα αντέγραψα, τα νούμερά του) ότι είναι πλασματικά, ότι δηλαδή ανταποκρίνονται μόνο σε ό,τι «φαίνεται», σε ό,τι τιμολογείται απευθείας από τις ΗΠΑ, κάτι που όμως στον ψηφιακό κόσμο είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.

Είναι μόνο αυτό; Όχι φυσικά – αυτό είναι το μικρότερης σημασίας. Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι η τεχνολογική εξάρτηση από τις ψηφιακές τεχνολογίες των ΗΠΑ. Αυτό το σημείο δεν νομίζω ότι χρειάζεται να διευκρινιστεί περισσότερο εδώ: στην ουσία καθετί που χρησιμοποιεί καθένας από εμάς στην Ευρώπη οποιαδήποτε στιγμή εργάζεται ή βρίσκεται στον ψηφιακό κόσμο παράγεται, και ελέγχεται απευθείας, από εταιρείες που έχουν έδρα στις ΗΠΑ.

Αν οι ΗΠΑ έχουν τους δικούς τους λόγους να μην ασχολούνται με δασμούς (ταρίφες) στον ψηφιακό κόσμο, τι λόγους έχει άραγε η Ευρώπη να μην αντεπιτεθεί ακριβώς εκεί; Γιατί άραγε συζητάμε περισσότερο για το αλκοόλ (γαλλικά και ιταλικά κρασιά απέναντι από το bourbon) και καθόλου για το ίντερνετ;

Υποθέτω ότι η Ευρώπη δεν ασχολείται με τον ψηφιακό κόσμο επειδή δεν είναι καθόλου έτοιμη να το κάνει. Ακόμα και αν μπορούσε να επιβάλει δασμούς στην Microsoft, στην Google, στην Amazon ή στα κοινωνικά δίκτυα, τα μέτρα αυτά αυτομάτως θα έκαναν αντιλαϊκές τις Βρυξέλλες σε καθέναν από εμάς, αφού καθένας θα έβλεπε ξαφνικά το μηνιαίο κόστος του MS Office του, των online διαφημίσεών του, ή της online πλατφόρμας όπου βλέπει ταινίες ή ακούει μουσική (για να χρησιμοποιήσω μόνο λίγα από τα, δεκάδες, καθημερινά παραδείγματα για καθέναν μας) να εκτοξευόταν. Ποιος Ευρωπαίος πολιτικός θα άντεχε κάτι τέτοιο;

Η κατάσταση, επομένως, που επικρατεί σήμερα στον ψηφιακό κόσμο θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια «ισορροπία τρόμου», όπου οι ΗΠΑ δεν θέλουν να χάσουν το στρατηγικό τους πλεονέκτημα και η Ευρώπη κινδυνεύει να πυροβολήσει τα πόδια της, αν τυχόν και αποφασίσει να αντεπιτεθεί. Επομένως, και οι δύο προτιμούν να ασχολούνται με το αλκοόλ, ή έστω με τα αυτοκίνητα, παρά με το ίντερνετ.

Πως θα εξελιχτεί η κατάσταση; Αυτό κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει – όπως κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πριν 10-20 χρόνια ότι θα φτάναμε εδώ σήμερα. Αν έπρεπε να μαντέψω, θα έλεγα ότι ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο όπου τα κράτη (ή, σωστότερα, η Ευρώπη, αφού καθένα από τα κράτη-μέλη της χωριστά είναι ανίσχυρο μπροστά στο παγκόσμιο φαινόμενο που λέγεται ψηφιακός κόσμος) δεν έχουν αντεπιτεθεί, περιχαρακώνοντας, τον ψηφιακό κόσμο «τους». Με άλλα λόγια, επειδή το φαινόμενο είναι πρόσφατο, η Ευρώπη έχει επιτρέψει, άθελά της, σε μια τρίτη χώρα (στις ΗΠΑ – όμως και η Κίνα, πχ. μέσω TikTok δεν είναι μακριά) να απευθύνεται και να συναλλάσσεται απευθείας με πολίτες της, παρακάμπτοντας τις εθνικές κυβερνήσεις. Αυτό το, ανήκουστο ιστορικά, φαινόμενο δεν πιστεύω ότι θα διαρκέσει – με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τα κράτη θα επαναφέρουν την κυριαρχία στα εδάφη τους στα προ ίντερνετ επίπεδα. Ο εμπορικός πόλεμος που πάει να ξεσπάσει ίσως είναι η αρχή για καθέναν μας, περιλαμβανομένων των κυβερνήσεών μας, να αρχίσει να σκέφτεται περισσότερο «ευρωπαϊκά» στους ψηφιακούς τομείς που τον αφορούν. Προφανώς όμως, μέχρι κάτι τέτοιο να συμβεί, πίνοντας εμείς υπερτιμημένο bourbon και οι Αμερικανοί υπερτιμημένο κρασί, και οδηγώντας όλοι μας υπερτιμημένα αυτοκίνητα, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο.

Είναι το software, η μουσική, τα βιβλία μας προϊόν ή υπηρεσία;

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 10.06.2024

Ολόκληρη η βιομηχανία σήμερα μετατρέπει τα προϊόντα της σε υπηρεσία. Από τη μουσική και τις ταινίες που ισχύει ήδη, μέχρι τα αυτοκίνητα -και ποιος ξέρει τι άλλο- στο μέλλον.

Αφορμή γι αυτό το κείμενο στάθηκε ένα άλλο, πιο νομικό, για την ανάγκη να αποκτήσουμε ένα δικαίωμα στην εξατομίκευση της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI individualization) – πιο πολλά γι αυτό το θέμα σύντομα, όμως εδώ σχολιάζω κάτι διαφορετικό: μια τάση που ίσως για πάρα πολύ καιρό έχει μείνει ασχολίαστη, σε βαθμό που οι επόμενες γενιές θα την παίρνουν ως δεδομένο. Πρόκειται για την παροχή των πάντων, ακόμα και των πιο «υλικών» αγαθών, ως υπηρεσία. Με άλλα λόγια, για την «από-προϊοντοποίηση» των πάντων γύρω μας, κάτι που έκανε εφικτό η ψηφιακή τεχνολογία.

Η περίπτωση είναι απλή, αν κανείς (κάπως μεγαλύτερης ηλικίας…) την σκεφτεί έστω και για ένα λεπτό. Πριν λίγα χρόνια η μουσική μας «καθόταν» στο σαλόνι ή στο υπνοδωμάτιό μας, με την έννοια ότι η συλλογή μας από βινύλια ή CD ήταν αγορασμένη ως προϊόν, δική μας να την κάνουμε ό,τι θέλουμε για όσο χρόνο θέλουμε. Το ίδιο και οι ταινίες μας: είτε αγορασμένες (σε βιντεοκασέτα ή σε DVD) είτε νοικιασμένες για λίγες μέρες, σε κάθε περίπτωση πάντως σαν απτό, υλικό προϊόν. Ομοίως και με τα βιβλία μας: τα αγοράζαμε από το βιβλιοπωλείο σε χαρτί, δικά μας να τα διαβάσουμε, δανείσουμε ή σημειώσουμε πάνω τους όσο θέλουμε.

Τίποτα από αυτά δεν ισχύει σήμερα. Η μουσική μας και οι ταινίες μας δεν μας ανήκουν πια σαν προϊόντα, παρά μόνο πληρώνουμε συνδρομή πρόσβασης σε υπηρεσία διάθεσής τους online. Το ίδιο και με τα βιβλία: τα «αγοράζουμε» σε ψηφιακή μορφή από online βιβλιοπωλεία όμως είναι πολύ περιορισμένες οι χρήσεις σε αυτά που μας επιτρέπονται, και πολύ σπάνια μας ανήκουν πραγματικά για πάντα.

Με άλλα λόγια, το (πολιτιστικό) προϊόν έγινε πλέον (ψηφιακή) υπηρεσία.

Το software ως υπηρεσία

Αυτή είναι μια τάση που ξεκίνησε από το software. Όπως θυμούνται οι παλιότεροι, στην αρχή το software έφτανε σε εμάς σε κουτιά (αρχικά με δισκέτες, μετά με άλλα ψηφιακά μέσα) που «κάθονταν» σε καταστήματα. Κάθε (νόμιμος) χρήστης έμπαινε στο κατάστημα, τα κατέβαζε από το ράφι, τα πήγαινε στον χώρο του του και τα εγκαθιστούσε στον υπολογιστή του, δικά του για πάντα (έστω, για όσο καιρό ήταν συμβατά με το λειτουργικό σύστημα, το hardware κοκ.). Αυτό όμως άλλαξε, με ξαφνικό και βίαιο τρόπο, με το ίντερνετ: μόλις κάθε υπολογιστής μας συνδέθηκε online οι εταιρείες πληροφορικής βρήκαν έναν καταπληκτικό νέο τρόπο να αυξήσουν τα έσοδά τους, να βελτιστοποιήσουν τους φόρους τους και να εξασφαλίσουν την συνεχιζόμενη ύπαρξή τους για πάντα: το λογισμικό-ως-υπηρεσία / software-as-a-service (SaaS).

To SaaS είναι το καταπληκτικότερο business model όλων των εποχών για τη βιομηχανία πληροφορικής και ταυτόχρονα ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα τόσο για τον χρήστη όσο και για τις κυβερνήσεις/κράτη. Με μια απλή κίνηση οι εταιρείες πληροφορικής αφαίρεσαν από τον χρήστη έλεγχο τόσο του λογισμικού του (που πλέον ελέγχεται online, από τις ίδιες) όσο και του υπολογιστή του (που παραμένει μόνιμα συνδεδεμένος με αυτές) αλλά και των χρημάτων του, αφού εκεί που κάποτε πλήρωνε ένα ποσό για απεριόριστη χρήση τώρα πληρώνει συνδρομή με τον μήνα.

Ταυτόχρονα το SaaS αφαίρεσε από τις κυβερνήσεις των κρατών φορολογικά έσοδα εκατομμυρίων: αφού το software έγινε υπηρεσία, μπορεί να παρέχεται (θεωρητικά!) εξ αποστάσεως. Με άλλα λόγια, εκεί που για κάθε Windows και Office που πουλούσε σε Έλληνες χρήστες από ελληνικό κατάστημα η Microsoft πλήρωνε στο ελληνικό κράτος φόρο, τώρα δεν πληρώνει ούτε ένα ευρώ, αφού η τιμολόγηση της υπηρεσίας γίνεται από την Ιρλανδία – όπως ακριβώς συμβαίνει με όλες, μα όλες, τις εταιρείες πληροφορικής σήμερα. Τα μαθηματικά της απώλειας εισοδήματος για κάθε μια χώρα του πλανήτη (και συνεπώς, για τους πολίτες τους, αφού οι φόροι θα επέστρεφαν σε αυτούς σε κρατική υπηρεσία) είναι εύκολο να γίνουν από καθέναν.

Η παραπάνω αλλαγή, παρότι βίαιη, ήταν, όπως είδαμε, σταδιακή: στην αρχή το λογισμικό έγινε υπηρεσία, όταν το ίντερνετ σύνδεσε μεταξύ τους όλους τους υπολογιστές του πλανήτη. Στη συνέχεια αυτό έγινε με τη μουσική, όταν το internet bandwidth το επέτρεψε και η μουσική βιομηχανία (εκούσα άκουσα) το ανέχτηκε. Πριν λίγα χρόνια αυτό συνεχίστηκε με τις ταινίες, επίσης όταν το internet bandwidth αυξήθηκε κι άλλο και η αντίστοιχη βιομηχανία υπέκυψε. Τώρα, σιγά-σιγά συμβαίνει με τα βιβλία. Φαντάζομαι ότι επόμενος στόχος θα είναι ο Τύπος.

Γιατί ανεχτήκαμε αυτή την κατάσταση; Πιθανότατα επειδή κανείς δεν ασχολήθηκε – αν δεν μας βόλεψε κιόλας. Ο μέσος άνθρωπος είδε ξαφνικά ότι από τα 100-200 βινύλια ή CD που είχε στο σπίτι του ξαφνικά, με μηνιαίο κόστος αγοράς ενός μόνο CD, απέκτησε πρόσβαση σε ολόκληρη τη μουσική βιβλιοθήκη του κόσμου. Το ίδιο και με τις ταινίες. Γιατί, επομένως, να παραπονεθεί;

Οι κυβερνήσεις, από τη μεριά τους, υποθέτω ότι πείστηκαν ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος αποτελεσματικής καταπολέμησης της πειρατείας (λογισμικού, μουσικής, ταινιών κοκ.) – ενδεχομένως, πήραν και μερικές δωρεάν άδειες χρήσης για το Δημόσιό τους σε αντάλλαγμα (το ψηφιακό αντίστοιχο με τις «χάντρες και τα καθρεφτάκια» που έδιναν οι αποικιοκράτες στους ιθαγενείς).

Φυσικά, η τάση αυτή δεν περιορίζεται στα πολιτισμικά προϊόντα. Ολόκληρη η βιομηχανία σήμερα προσπαθεί να μας πείσει ότι τα προϊόντα της (κλιματιστικά, καφετιέρες, αυτοκίνητα, τηλεοράσεις κλπ.) δεν είναι προϊόντα αλλά end-points σε υπηρεσία – δικαιολογώντας, φυσικά, μηνιαίες συνδρομές και μια μόνιμη, πλέον, σχέση με τον κατασκευαστή. Κάπως έτσι, άλλωστε, εξηγείται (με την έννοια ότι κάποιος πληρώνει για τη συνεχιζόμενη ανάπτυξή του) και το IoT (internet of things).

Απώλεια ιδιοκτησίας

Η παραπάνω όμως «συμφωνία» μεταξύ μέσου χρήστη και βιομηχανίας πληροφορικής είχε μια παγίδα – ή, έστω, ένα αντάλλαγμα που δεν πολύ-εξηγήθηκε, νομίζω: την απώλεια του ελέγχου, της ιδιοκτησίας. (Η «συμφωνία» με τις κυβερνήσεις είναι ανεξήγητη για τους πολίτες τους ούτως ή άλλως.)  Δηλαδή, ναι μεν έχουμε πρόσβαση με, αντικειμενικά χαμηλή τιμή για όσα προσφέρει, σε όλη τη μουσική βιβλιοθήκη που υπάρχει ή σε περισσότερες ταινίες που θα μπορούσαμε ποτέ να δούμε, όμως αυτό είναι το μόνο που έχουμε: πρόσβαση. Αν ποτέ σταματήσουμε να πληρώνουμε τότε δεν θα έχουμε απολύτως τίποτα: ούτε ένα τραγούδι, ούτε ένα μουσικό κομμάτι, ούτε μια ταινία δικά μας.

Αυτή ακριβώς είναι η βασική διαφορά μεταξύ υπηρεσίας και προϊόντος. Η υπηρεσία είναι παροδική (ή, έστω, ενσωματώνεται και πάμε παρακάτω) ενώ το προϊόν, θεωρητικά, μόνιμο. Επίσης, η υπηρεσία ελέγχεται από εκείνον που την παρέχει, ενώ το προϊόν από εκείνον που το αγοράζει. Τέλος, το προϊόν είναι κάτι απτό, κάτι που παραδοσιακοί μηχανισμοί όπως το Κράτος καταλαβαίνουν και μεταχειρίζονται αντίστοιχα, ενώ η υπηρεσία κάτι άυλο, που συχνά ούτε καν μπορεί να περιγραφεί με απλό τρόπο.

Επομένως, τι είναι το λογισμικό μας, η μουσική μας και τα βιβλία μας; Προϊόντα που αγοράσαμε ή υπηρεσίες που μας παρέχονται κάθε μήνα; Αυτό εδώ το κείμενο απλά επισημαίνει την αλλαγή: από προϊόντα που ήταν στην αρχή έγιναν όλα, ψηφιακή, υπηρεσία μέσα σε λίγα χρόνια. Γι αυτή την αλλαγή κανείς μας δεν ρωτήθηκε και, κυρίως, σε κανέναν μας δεν προσφέρθηκε εναλλακτική. Είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να αλλάξει: ακόμα και αν κάποιοι από εμάς απεχθάνονται την παραδοσιακή έννοια της ιδιοκτησίας, δηλαδή του απόλυτου ελέγχου πάνω σε κάτι, και πάλι σε καθέναν μας θα έπρεπε να δίνεται η επιλογή: αφού η βιομηχανία πληροφορικής μας απέδειξε ότι κάθε προϊόν μπορεί να γίνει και υπηρεσία τότε θα πρέπει να ισχύσει και το αντίστροφο κάθε δηλαδή υπηρεσία να μπορεί να γίνει προϊόν.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη και ο μέσος, λογικός άνθρωπος

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 22.01.2024

Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα πρέπει να ξεφύγει από μια προδιαγεγραμμένη συμπεριφορά, και να προσπαθήσει να συμβαδίσει με το απρόβλεπτο της ανθρώπινης φύσης.

Το αυτοκίνητό μου έχει σύστημα start-stop, αυτό δηλαδή που στο φανάρι σβήνει από μόνο του την μηχανή και την ξανανάβει μόλις ξεκινήσει, ώστε να πετύχουμε οικονομία και προστασία του περιβάλλοντος. Υπό κανονικές συνθήκες η μηχανή ανάβει και σβήνει αναλόγως αν ο οδηγός πατάει το γκάζι, όμως, και εδώ είναι ο λόγος που σας απασχολώ με το θέμα αυτό τόση ώρα, ο κατασκευαστής προσπάθησε να κάνει το σύστημα πιο «έξυπνο»: Το αυτοκίνητο, χρησιμοποιώντας τους αισθητήρες για το παρκάρισμα που ούτως ή άλλως έχει μπροστά, ανάβει από μόνο του την σβησμένη μηχανή και όταν αντιληφθεί ότι το μπροστινό όχημα αρχίζει να κινείται.

Καλό; Θεωρητικά ναι, πρακτικά όμως στην Ελλάδα όχι και τόσο. Αυτό, επειδή ο κατασκευαστής δεν συνυπολόγισε την ελληνική συνήθεια των μικρών «γκαζιών» ενώ τα αυτοκίνητα είναι σταματημένα στα φανάρια. Το φαινόμενο είναι συνηθισμένο: σε κάθε φανάρι υπάρχει κάποιος που σταματά αφήνοντας μεγαλύτερη από το κανονικό απόσταση από τον μπροστινό του και, καθώς περιμένει να αλλάξει το φανάρι, τσουλάει σιγά-σιγά. Όμως το αυτοκίνητό μου το ανιχνεύει αυτό σαν κίνηση και ξεκινά, ενώ ο μπροστινός ξανασταματά στους δέκα πόντους – και αυτό γίνεται ξανά και ξανά μέχρι επιτέλους να αλλάξει το φανάρι και να φύγουμε.

Όμως, δεν είναι σωστό μόνο να κατηγορώ τους συνανθρώπους μου ότι κάνουν πράγματα παράλογα. Το ίδιο κάνω και εγώ – σε διαφορετικές περιπτώσεις, βέβαια. Για παράδειγμα, τόσο το Spotify όσο και το Apple Music έχουν λίστες τραγουδιών για τρέξιμο. Αυτές ακολουθούν την, αναμενόμενη και σωστή, λογική ότι όποιος κάνει προπόνηση πρώτα κάνει ζέσταμα για κανένα τέταρτο, επομένως η μουσική είναι «χαμηλά», και μετά ξεκινά σταδιακά, επομένως η μουσική ανεβαίνει «σιγά-σιγά». Έλα όμως που εγώ σχεδόν πάντα βιάζομαι, επομένως ξεκινάω με ελάχιστο ζέσταμα, ανεβαίνω αμέσως όσο πιο γρήγορα μπορώ και συνεχίζω όσο αντέχω μέχρι περίπου να σκάσω, χωρίς να αφιερώνω ιδιαίτερο χρόνο και για αποθεραπεία. Έτσι όμως η λίστα μουσικής αχρηστεύεται, εγώ εκνευρίζομαι, και ο αλγόριθμος δεν μαθαίνει τίποτα (καλό) από μένα, όπως κανονικά θα έπρεπε ώστε να βοηθηθούν και άλλοι.

Με όλα αυτά θέλω να πω ότι καλή η Τεχνητή Νοημοσύνη, όμως η ζωή εκεί έξω έχει άπειρες παραλλαγές – τόσες, όσες και οι άνθρωποι. Καθένας μας έχει τις ιδιαιτερότητές του, τις σκέψεις και τις προτεραιότητές του, τις ικανότητές του, ή, έστω, τη στιγμή της ημέρας του. Η Τεχνητή Νοημοσύνη σήμερα, εμφανώς, δεν μπορεί να ακολουθήσει.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Υποθέτω, επειδή το μοντέλο ανάπτυξής της είναι λογικο-κεντρικό, βασισμένο στη λογική. Το ερώτημα δηλαδή που απαντά κάθε φορά είναι, τι θα έκανε σε κάθε μια περίπτωση ένας μέσος, λογικός άνθρωπος. Και στο ερώτημα αυτό απαντούν μέσοι, λογικοί άνθρωποι, οι οποίοι έχουν σχεδιάσει τις εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης σήμερα. Έτσι, πράγματι ο μέσος λογικός άνθρωπος σταματά το αυτοκίνητό του μια μόνο φορά στο φανάρι και ξεκινά μόνο όταν αυτό γίνει πράσινο. Ή, κάνει ζέσταμα και αποθεραπεία, κάθε που κάνει τρεξιματική προπόνηση. Να όμως που η ζωή αποδεικνύεται διαφορετική.

Ο μέσος, λογικός άνθρωπος είναι μια πολύ χρήσιμη έννοια πχ. στη νομική ή τη φιλοσοφία. Πολύ συχνά ο νόμος ζητά από τον δικαστή να κρίνει βάσει του τι θα έκανε ένας μέσος, λογικός άνθρωπος σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Και η ηθική, στη (δυτική, τουλάχιστον) φιλοσοφία, στηρίζεται στο ότι ενεργεί (μόνος ή σε κοινωνία) ένας μέσος, λογικός άνθρωπος. Όμως όλες αυτές είναι θεωρητικές κατασκευές με σκοπό να λύσουν προβλήματα που δεν μπορούν να λυθούν ικανοποιητικά με άλλον τρόπο.

Αυτό δηλαδή που θέλω να πω είναι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη, που διεκδικεί ρόλο στην καθημερινότητά μας, δεν μπορεί να στηριχτεί σε αυτή τη, θεωρητική, κατασκευή του μέσου λογικού ανθρώπου. Οι στιγμές που καθένας μας λειτουργεί με απόλυτα λογικό τρόπο μέσα στην ημέρα του είναι πολλές, όμως εξίσου πολλές είναι και οι άλλες, οι στιγμές δηλαδή που (τουλάχιστον στα μάτια ενός εξωτερικού παρατηρητή) αυτό που κάνει δεν βγάζει νόημα. Πιθανότατα αυτό είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης μας, ίσως είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους, ότι δηλαδή κάνουμε λάθη. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, αν θέλει πράγματι να βοηθήσει ουσιαστικά, θα πρέπει να ξεφύγει από μια προδιαγεγραμμένη (και εύκολα διαγνώσιμη και ανιχνεύσιμη) συμπεριφορά, και να προσπαθήσει να συμβαδίσει με το απρόβλεπτο, και συχνά παράλογο, της ανθρώπινης φύσης. Αλλιώς, θα παραμείνει ένα ακόμα χρήσιμο εργαλείο: θα μου θυμίζει να βάλω το καλοριφέρ λίγο πριν φτάσω στο σπίτι μου αν η μέρα είναι κρύα, αδυνατώντας να καταλάβει ότι είμαι τύπος που του αρέσει να νιώθει το σπίτι του να ζεσταίνεται σιγά-σιγά τον χειμώνα.