Είναι το software, η μουσική, τα βιβλία μας προϊόν ή υπηρεσία;

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 10.06.2024

Ολόκληρη η βιομηχανία σήμερα μετατρέπει τα προϊόντα της σε υπηρεσία. Από τη μουσική και τις ταινίες που ισχύει ήδη, μέχρι τα αυτοκίνητα -και ποιος ξέρει τι άλλο- στο μέλλον.

Αφορμή γι αυτό το κείμενο στάθηκε ένα άλλο, πιο νομικό, για την ανάγκη να αποκτήσουμε ένα δικαίωμα στην εξατομίκευση της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI individualization) – πιο πολλά γι αυτό το θέμα σύντομα, όμως εδώ σχολιάζω κάτι διαφορετικό: μια τάση που ίσως για πάρα πολύ καιρό έχει μείνει ασχολίαστη, σε βαθμό που οι επόμενες γενιές θα την παίρνουν ως δεδομένο. Πρόκειται για την παροχή των πάντων, ακόμα και των πιο «υλικών» αγαθών, ως υπηρεσία. Με άλλα λόγια, για την «από-προϊοντοποίηση» των πάντων γύρω μας, κάτι που έκανε εφικτό η ψηφιακή τεχνολογία.

Η περίπτωση είναι απλή, αν κανείς (κάπως μεγαλύτερης ηλικίας…) την σκεφτεί έστω και για ένα λεπτό. Πριν λίγα χρόνια η μουσική μας «καθόταν» στο σαλόνι ή στο υπνοδωμάτιό μας, με την έννοια ότι η συλλογή μας από βινύλια ή CD ήταν αγορασμένη ως προϊόν, δική μας να την κάνουμε ό,τι θέλουμε για όσο χρόνο θέλουμε. Το ίδιο και οι ταινίες μας: είτε αγορασμένες (σε βιντεοκασέτα ή σε DVD) είτε νοικιασμένες για λίγες μέρες, σε κάθε περίπτωση πάντως σαν απτό, υλικό προϊόν. Ομοίως και με τα βιβλία μας: τα αγοράζαμε από το βιβλιοπωλείο σε χαρτί, δικά μας να τα διαβάσουμε, δανείσουμε ή σημειώσουμε πάνω τους όσο θέλουμε.

Τίποτα από αυτά δεν ισχύει σήμερα. Η μουσική μας και οι ταινίες μας δεν μας ανήκουν πια σαν προϊόντα, παρά μόνο πληρώνουμε συνδρομή πρόσβασης σε υπηρεσία διάθεσής τους online. Το ίδιο και με τα βιβλία: τα «αγοράζουμε» σε ψηφιακή μορφή από online βιβλιοπωλεία όμως είναι πολύ περιορισμένες οι χρήσεις σε αυτά που μας επιτρέπονται, και πολύ σπάνια μας ανήκουν πραγματικά για πάντα.

Με άλλα λόγια, το (πολιτιστικό) προϊόν έγινε πλέον (ψηφιακή) υπηρεσία.

Το software ως υπηρεσία

Αυτή είναι μια τάση που ξεκίνησε από το software. Όπως θυμούνται οι παλιότεροι, στην αρχή το software έφτανε σε εμάς σε κουτιά (αρχικά με δισκέτες, μετά με άλλα ψηφιακά μέσα) που «κάθονταν» σε καταστήματα. Κάθε (νόμιμος) χρήστης έμπαινε στο κατάστημα, τα κατέβαζε από το ράφι, τα πήγαινε στον χώρο του του και τα εγκαθιστούσε στον υπολογιστή του, δικά του για πάντα (έστω, για όσο καιρό ήταν συμβατά με το λειτουργικό σύστημα, το hardware κοκ.). Αυτό όμως άλλαξε, με ξαφνικό και βίαιο τρόπο, με το ίντερνετ: μόλις κάθε υπολογιστής μας συνδέθηκε online οι εταιρείες πληροφορικής βρήκαν έναν καταπληκτικό νέο τρόπο να αυξήσουν τα έσοδά τους, να βελτιστοποιήσουν τους φόρους τους και να εξασφαλίσουν την συνεχιζόμενη ύπαρξή τους για πάντα: το λογισμικό-ως-υπηρεσία / software-as-a-service (SaaS).

To SaaS είναι το καταπληκτικότερο business model όλων των εποχών για τη βιομηχανία πληροφορικής και ταυτόχρονα ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα τόσο για τον χρήστη όσο και για τις κυβερνήσεις/κράτη. Με μια απλή κίνηση οι εταιρείες πληροφορικής αφαίρεσαν από τον χρήστη έλεγχο τόσο του λογισμικού του (που πλέον ελέγχεται online, από τις ίδιες) όσο και του υπολογιστή του (που παραμένει μόνιμα συνδεδεμένος με αυτές) αλλά και των χρημάτων του, αφού εκεί που κάποτε πλήρωνε ένα ποσό για απεριόριστη χρήση τώρα πληρώνει συνδρομή με τον μήνα.

Ταυτόχρονα το SaaS αφαίρεσε από τις κυβερνήσεις των κρατών φορολογικά έσοδα εκατομμυρίων: αφού το software έγινε υπηρεσία, μπορεί να παρέχεται (θεωρητικά!) εξ αποστάσεως. Με άλλα λόγια, εκεί που για κάθε Windows και Office που πουλούσε σε Έλληνες χρήστες από ελληνικό κατάστημα η Microsoft πλήρωνε στο ελληνικό κράτος φόρο, τώρα δεν πληρώνει ούτε ένα ευρώ, αφού η τιμολόγηση της υπηρεσίας γίνεται από την Ιρλανδία – όπως ακριβώς συμβαίνει με όλες, μα όλες, τις εταιρείες πληροφορικής σήμερα. Τα μαθηματικά της απώλειας εισοδήματος για κάθε μια χώρα του πλανήτη (και συνεπώς, για τους πολίτες τους, αφού οι φόροι θα επέστρεφαν σε αυτούς σε κρατική υπηρεσία) είναι εύκολο να γίνουν από καθέναν.

Η παραπάνω αλλαγή, παρότι βίαιη, ήταν, όπως είδαμε, σταδιακή: στην αρχή το λογισμικό έγινε υπηρεσία, όταν το ίντερνετ σύνδεσε μεταξύ τους όλους τους υπολογιστές του πλανήτη. Στη συνέχεια αυτό έγινε με τη μουσική, όταν το internet bandwidth το επέτρεψε και η μουσική βιομηχανία (εκούσα άκουσα) το ανέχτηκε. Πριν λίγα χρόνια αυτό συνεχίστηκε με τις ταινίες, επίσης όταν το internet bandwidth αυξήθηκε κι άλλο και η αντίστοιχη βιομηχανία υπέκυψε. Τώρα, σιγά-σιγά συμβαίνει με τα βιβλία. Φαντάζομαι ότι επόμενος στόχος θα είναι ο Τύπος.

Γιατί ανεχτήκαμε αυτή την κατάσταση; Πιθανότατα επειδή κανείς δεν ασχολήθηκε – αν δεν μας βόλεψε κιόλας. Ο μέσος άνθρωπος είδε ξαφνικά ότι από τα 100-200 βινύλια ή CD που είχε στο σπίτι του ξαφνικά, με μηνιαίο κόστος αγοράς ενός μόνο CD, απέκτησε πρόσβαση σε ολόκληρη τη μουσική βιβλιοθήκη του κόσμου. Το ίδιο και με τις ταινίες. Γιατί, επομένως, να παραπονεθεί;

Οι κυβερνήσεις, από τη μεριά τους, υποθέτω ότι πείστηκαν ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος αποτελεσματικής καταπολέμησης της πειρατείας (λογισμικού, μουσικής, ταινιών κοκ.) – ενδεχομένως, πήραν και μερικές δωρεάν άδειες χρήσης για το Δημόσιό τους σε αντάλλαγμα (το ψηφιακό αντίστοιχο με τις «χάντρες και τα καθρεφτάκια» που έδιναν οι αποικιοκράτες στους ιθαγενείς).

Φυσικά, η τάση αυτή δεν περιορίζεται στα πολιτισμικά προϊόντα. Ολόκληρη η βιομηχανία σήμερα προσπαθεί να μας πείσει ότι τα προϊόντα της (κλιματιστικά, καφετιέρες, αυτοκίνητα, τηλεοράσεις κλπ.) δεν είναι προϊόντα αλλά end-points σε υπηρεσία – δικαιολογώντας, φυσικά, μηνιαίες συνδρομές και μια μόνιμη, πλέον, σχέση με τον κατασκευαστή. Κάπως έτσι, άλλωστε, εξηγείται (με την έννοια ότι κάποιος πληρώνει για τη συνεχιζόμενη ανάπτυξή του) και το IoT (internet of things).

Απώλεια ιδιοκτησίας

Η παραπάνω όμως «συμφωνία» μεταξύ μέσου χρήστη και βιομηχανίας πληροφορικής είχε μια παγίδα – ή, έστω, ένα αντάλλαγμα που δεν πολύ-εξηγήθηκε, νομίζω: την απώλεια του ελέγχου, της ιδιοκτησίας. (Η «συμφωνία» με τις κυβερνήσεις είναι ανεξήγητη για τους πολίτες τους ούτως ή άλλως.)  Δηλαδή, ναι μεν έχουμε πρόσβαση με, αντικειμενικά χαμηλή τιμή για όσα προσφέρει, σε όλη τη μουσική βιβλιοθήκη που υπάρχει ή σε περισσότερες ταινίες που θα μπορούσαμε ποτέ να δούμε, όμως αυτό είναι το μόνο που έχουμε: πρόσβαση. Αν ποτέ σταματήσουμε να πληρώνουμε τότε δεν θα έχουμε απολύτως τίποτα: ούτε ένα τραγούδι, ούτε ένα μουσικό κομμάτι, ούτε μια ταινία δικά μας.

Αυτή ακριβώς είναι η βασική διαφορά μεταξύ υπηρεσίας και προϊόντος. Η υπηρεσία είναι παροδική (ή, έστω, ενσωματώνεται και πάμε παρακάτω) ενώ το προϊόν, θεωρητικά, μόνιμο. Επίσης, η υπηρεσία ελέγχεται από εκείνον που την παρέχει, ενώ το προϊόν από εκείνον που το αγοράζει. Τέλος, το προϊόν είναι κάτι απτό, κάτι που παραδοσιακοί μηχανισμοί όπως το Κράτος καταλαβαίνουν και μεταχειρίζονται αντίστοιχα, ενώ η υπηρεσία κάτι άυλο, που συχνά ούτε καν μπορεί να περιγραφεί με απλό τρόπο.

Επομένως, τι είναι το λογισμικό μας, η μουσική μας και τα βιβλία μας; Προϊόντα που αγοράσαμε ή υπηρεσίες που μας παρέχονται κάθε μήνα; Αυτό εδώ το κείμενο απλά επισημαίνει την αλλαγή: από προϊόντα που ήταν στην αρχή έγιναν όλα, ψηφιακή, υπηρεσία μέσα σε λίγα χρόνια. Γι αυτή την αλλαγή κανείς μας δεν ρωτήθηκε και, κυρίως, σε κανέναν μας δεν προσφέρθηκε εναλλακτική. Είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να αλλάξει: ακόμα και αν κάποιοι από εμάς απεχθάνονται την παραδοσιακή έννοια της ιδιοκτησίας, δηλαδή του απόλυτου ελέγχου πάνω σε κάτι, και πάλι σε καθέναν μας θα έπρεπε να δίνεται η επιλογή: αφού η βιομηχανία πληροφορικής μας απέδειξε ότι κάθε προϊόν μπορεί να γίνει και υπηρεσία τότε θα πρέπει να ισχύσει και το αντίστροφο κάθε δηλαδή υπηρεσία να μπορεί να γίνει προϊόν.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη και ο μέσος, λογικός άνθρωπος

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 22.01.2024

Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα πρέπει να ξεφύγει από μια προδιαγεγραμμένη συμπεριφορά, και να προσπαθήσει να συμβαδίσει με το απρόβλεπτο της ανθρώπινης φύσης.

Το αυτοκίνητό μου έχει σύστημα start-stop, αυτό δηλαδή που στο φανάρι σβήνει από μόνο του την μηχανή και την ξανανάβει μόλις ξεκινήσει, ώστε να πετύχουμε οικονομία και προστασία του περιβάλλοντος. Υπό κανονικές συνθήκες η μηχανή ανάβει και σβήνει αναλόγως αν ο οδηγός πατάει το γκάζι, όμως, και εδώ είναι ο λόγος που σας απασχολώ με το θέμα αυτό τόση ώρα, ο κατασκευαστής προσπάθησε να κάνει το σύστημα πιο «έξυπνο»: Το αυτοκίνητο, χρησιμοποιώντας τους αισθητήρες για το παρκάρισμα που ούτως ή άλλως έχει μπροστά, ανάβει από μόνο του την σβησμένη μηχανή και όταν αντιληφθεί ότι το μπροστινό όχημα αρχίζει να κινείται.

Καλό; Θεωρητικά ναι, πρακτικά όμως στην Ελλάδα όχι και τόσο. Αυτό, επειδή ο κατασκευαστής δεν συνυπολόγισε την ελληνική συνήθεια των μικρών «γκαζιών» ενώ τα αυτοκίνητα είναι σταματημένα στα φανάρια. Το φαινόμενο είναι συνηθισμένο: σε κάθε φανάρι υπάρχει κάποιος που σταματά αφήνοντας μεγαλύτερη από το κανονικό απόσταση από τον μπροστινό του και, καθώς περιμένει να αλλάξει το φανάρι, τσουλάει σιγά-σιγά. Όμως το αυτοκίνητό μου το ανιχνεύει αυτό σαν κίνηση και ξεκινά, ενώ ο μπροστινός ξανασταματά στους δέκα πόντους – και αυτό γίνεται ξανά και ξανά μέχρι επιτέλους να αλλάξει το φανάρι και να φύγουμε.

Όμως, δεν είναι σωστό μόνο να κατηγορώ τους συνανθρώπους μου ότι κάνουν πράγματα παράλογα. Το ίδιο κάνω και εγώ – σε διαφορετικές περιπτώσεις, βέβαια. Για παράδειγμα, τόσο το Spotify όσο και το Apple Music έχουν λίστες τραγουδιών για τρέξιμο. Αυτές ακολουθούν την, αναμενόμενη και σωστή, λογική ότι όποιος κάνει προπόνηση πρώτα κάνει ζέσταμα για κανένα τέταρτο, επομένως η μουσική είναι «χαμηλά», και μετά ξεκινά σταδιακά, επομένως η μουσική ανεβαίνει «σιγά-σιγά». Έλα όμως που εγώ σχεδόν πάντα βιάζομαι, επομένως ξεκινάω με ελάχιστο ζέσταμα, ανεβαίνω αμέσως όσο πιο γρήγορα μπορώ και συνεχίζω όσο αντέχω μέχρι περίπου να σκάσω, χωρίς να αφιερώνω ιδιαίτερο χρόνο και για αποθεραπεία. Έτσι όμως η λίστα μουσικής αχρηστεύεται, εγώ εκνευρίζομαι, και ο αλγόριθμος δεν μαθαίνει τίποτα (καλό) από μένα, όπως κανονικά θα έπρεπε ώστε να βοηθηθούν και άλλοι.

Με όλα αυτά θέλω να πω ότι καλή η Τεχνητή Νοημοσύνη, όμως η ζωή εκεί έξω έχει άπειρες παραλλαγές – τόσες, όσες και οι άνθρωποι. Καθένας μας έχει τις ιδιαιτερότητές του, τις σκέψεις και τις προτεραιότητές του, τις ικανότητές του, ή, έστω, τη στιγμή της ημέρας του. Η Τεχνητή Νοημοσύνη σήμερα, εμφανώς, δεν μπορεί να ακολουθήσει.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Υποθέτω, επειδή το μοντέλο ανάπτυξής της είναι λογικο-κεντρικό, βασισμένο στη λογική. Το ερώτημα δηλαδή που απαντά κάθε φορά είναι, τι θα έκανε σε κάθε μια περίπτωση ένας μέσος, λογικός άνθρωπος. Και στο ερώτημα αυτό απαντούν μέσοι, λογικοί άνθρωποι, οι οποίοι έχουν σχεδιάσει τις εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης σήμερα. Έτσι, πράγματι ο μέσος λογικός άνθρωπος σταματά το αυτοκίνητό του μια μόνο φορά στο φανάρι και ξεκινά μόνο όταν αυτό γίνει πράσινο. Ή, κάνει ζέσταμα και αποθεραπεία, κάθε που κάνει τρεξιματική προπόνηση. Να όμως που η ζωή αποδεικνύεται διαφορετική.

Ο μέσος, λογικός άνθρωπος είναι μια πολύ χρήσιμη έννοια πχ. στη νομική ή τη φιλοσοφία. Πολύ συχνά ο νόμος ζητά από τον δικαστή να κρίνει βάσει του τι θα έκανε ένας μέσος, λογικός άνθρωπος σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Και η ηθική, στη (δυτική, τουλάχιστον) φιλοσοφία, στηρίζεται στο ότι ενεργεί (μόνος ή σε κοινωνία) ένας μέσος, λογικός άνθρωπος. Όμως όλες αυτές είναι θεωρητικές κατασκευές με σκοπό να λύσουν προβλήματα που δεν μπορούν να λυθούν ικανοποιητικά με άλλον τρόπο.

Αυτό δηλαδή που θέλω να πω είναι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη, που διεκδικεί ρόλο στην καθημερινότητά μας, δεν μπορεί να στηριχτεί σε αυτή τη, θεωρητική, κατασκευή του μέσου λογικού ανθρώπου. Οι στιγμές που καθένας μας λειτουργεί με απόλυτα λογικό τρόπο μέσα στην ημέρα του είναι πολλές, όμως εξίσου πολλές είναι και οι άλλες, οι στιγμές δηλαδή που (τουλάχιστον στα μάτια ενός εξωτερικού παρατηρητή) αυτό που κάνει δεν βγάζει νόημα. Πιθανότατα αυτό είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης μας, ίσως είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους, ότι δηλαδή κάνουμε λάθη. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, αν θέλει πράγματι να βοηθήσει ουσιαστικά, θα πρέπει να ξεφύγει από μια προδιαγεγραμμένη (και εύκολα διαγνώσιμη και ανιχνεύσιμη) συμπεριφορά, και να προσπαθήσει να συμβαδίσει με το απρόβλεπτο, και συχνά παράλογο, της ανθρώπινης φύσης. Αλλιώς, θα παραμείνει ένα ακόμα χρήσιμο εργαλείο: θα μου θυμίζει να βάλω το καλοριφέρ λίγο πριν φτάσω στο σπίτι μου αν η μέρα είναι κρύα, αδυνατώντας να καταλάβει ότι είμαι τύπος που του αρέσει να νιώθει το σπίτι του να ζεσταίνεται σιγά-σιγά τον χειμώνα.

Ευρωπαϊκός τρόπος (ψηφιακής) ζωής περνά μέσα από τον νόμο

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 6.05.2022

Και δίνει τον τόνο στον υπόλοιπο πλανήτη.

Οσοι ασχολούμαστε με τη νομική ρύθμιση των ψηφιακών τεχνολογιών την περίοδο αυτή βρισκόμαστε σε απόγνωση: Η Κομισιόν τα τελευταία δύο-τρία χρόνια έχει βαλθεί να μας εξοντώσει, παρουσιάζοντας απανωτά νέα, βασικά νομοθετήματα σχεδόν σε όλους τους τομείς της ψηφιακής ζωής. Υπό άλλες συνθήκες, δηλαδή λίγα χρόνια πριν, καθένα τους θα ήταν αρκετό να μας απασχολεί για χρόνια. Τώρα, το επόμενο διαδέχεται το προηγούμενο με ρυθμό καταιγιστικό, και πριν καλά-καλά προλάβουν να οριστικοποιηθούν τα πρώτα ξεκινά η δημόσια διαβούλευση για τα επόμενα.

Εν τάχει, αναφέρομαι συγκεκριμένα (και στα αγγλικά, καθώς οι ελληνικοί τίτλοι δεν έχουν καμία σημασία για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια) στις Artificial Intelligence ActDigital Markets ActDigital Services ActData Governance Act, και στην Data Act, οι οποίες σήμερα είναι «τρέχουσες», ενώ πριν λίγο καιρό ολοκληρώθηκε η Cybersecurity Act και είμαστε εν αναμονή, τουλάχιστον, μιας European Cyber Resilience Act.

Καθένα από τα παραπάνω νομοθετήματα έχει εξαιρετικά φιλόδοξους στόχους. Η Artificial Intelligence Act θέλει να βάλει τους κανόνες για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Η Digital Markets Act θέλει να ρυθμίσει τις μεγάλες ιντερνετικές πλατφόρμες. Η Digital Services Act θέλει να ρυθμίσει τις σχέσεις μας στο ίντερνετ. Η Data Governance Act και η Data Act θέλουν να ρυθμίσουν τη χρήση και την πρόσβαση στις ψηφιακές πληροφορίες. Τα θέματα κυβερνοασφάλειας επιχειρούν να καλύψουν οι Cybersecurity Act (καθώς και η NIS2 Οδηγία) και, στο άμεσο μέλλον, η European Cyber Resilience Act.

Η παραπάνω εξέλιξη, που για τους λόγους αυτής εδώ της ανάλυσης θα την εκλάβω σαν μια, ενιαία πολιτική απόφαση της Ευρώπης να ρυθμίσει την ψηφιακή ζωή, έχει σημαντικότατες συνέπειες για την ίδια την Ευρώπη, για καθένα από τα Κράτη-Μέλη, για καθέναν από εμάς ατομικά, καθώς και για ολόκληρο τον πλανήτη.

Οι συνέπειες για τις μη-ευρωπαϊκές χώρες

“Οι Ευρωπαίοι τολμούν να βάλουν πρώτοι κανόνες εκεί που δεν έχουν τολμήσει ούτε οι Αμερικανοί, ούτε οι Κινέζοι”

Ας ξεκινήσουμε από τον πλανήτη, δηλαδή τις τρίτες, μη-ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό που είναι κοινό σχεδόν σε όλα τα παραπάνω νομοθετήματα είναι ότι είναι τα πρώτα στον τομέα τους. Δηλαδή, τα θέματα της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν τόλμησε κανένας νομοθέτης στον κόσμο να τα ακουμπήσει, ούτε καν σε ΗΠΑ και Κίνα όπου οι αντίστοιχες τεχνολογίες ανθούν. Το ίδιο και τις μεγάλες ιντερνετικές πλατφόρμες: Παρότι Αμερικανικής και Κινεζικής προέλευσης, ούτε η μία ούτε η άλλη κυβέρνηση δεν τόλμησε τους να βάλει κανόνες. Οι πρώτοι που το κάνουν είναι οι Ευρωπαίοι. Και, όπως είναι λογικό, οι κανόνες τους θα αποτελέσουν τελικά και τους παγκόσμιους κανόνες.

Αυτό το είδαμε να συμβαίνει ήδη με τον GDPR – τον Ευρωπαϊκό νόμο για τα προσωπικά δεδομένα. Το παράδειγμά του ακολούθησαν οι Κινέζοι (και οι Βραζιλιάνοι, οι Ινδοί, οι Ιάπωνες, οι Κορεάτες για να αναφέρω μόνο τους πιο πρόσφατους), και προσπαθούν να ακολουθήσουν οι Αμερικανοί. Στον τομέα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, τόσο κρίσιμο για την ψηφιακή ζωή, τον παγκόσμιο τόνο τον δίνει εδώ και χρόνια, επισήμως και επωνύμως, η Ευρώπη.

Οι συνέπειες για την Ευρώπη και τα κράτη-μέλη

Για την ίδια την Ευρώπη οι παραπάνω πρωτοβουλίες έχουν μεγάλη σημασία επειδή αποτελούν σημαντικά βήματα προς την ενοποίηση. Καθένα από τα νομοθετήματα αυτά είναι Κανονισμός – επομένως, όπως ο GDPR, ισχύει απευθείας στα Κράτη-Μέλη. Επίσης, καθένα από τα νομοθετήματα αυτά έχει εύκολα αναγνωρίσιμο όνομα – είναι δηλαδή, όπως και ο GDPR, «επώνυμα». Τέλος, ο συνδυασμός όλων αυτών των νομοθετημάτων ρυθμίζει ολόκληρη την ψηφιακή ζωή μας: ειδικά η Digital Services Act αφορά, ακριβώς όπως και ο GDPR, κάθε στιγμή της διαδικτυακής μας ζωής – δηλαδή, ίσως το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μας. Συνεπώς, μόλις η διαδικασία ολοκληρωθεί καθένας μας για την ψηφιακή του ζωή θα αναφέρεται απευθείας στην Ευρώπη, και στον ευρωπαϊκό νόμο, και όχι στον εθνικό νόμο. Όπως ακριβώς σήμερα όλοι στην Ελλάδα αναφέρονται στον «GDPR» και, σχεδόν ποτέ, στον ΓΚΠΔ (τα ελληνικά αρχικά του) ή, πολύ λιγότερο, στον ελληνικό νόμο που τον «τοπικοποιεί», έτσι και στο μέλλον όλοι θα αναφερόμαστε απευθείας στο AI Act ή στο DSA. Οι συνέπειες αυτής της γλωσσικής αλλαγής για το ευρωπαϊκό πρότζεκτ είναι προφανείς.

Για τα Κράτη-Μέλη αυτή η βιασύνη της Ευρώπης να ρυθμίσει την ψηφιακή ζωή αποτελεί ταυτόχρονα πρόβλημα και λύση. Πρόβλημα, επειδή όπως είδαμε η Ευρώπη αφαιρεί από τα Κράτη-Μέλη τη δυνατότητα να νομοθετήσουν μόνα τους για την ψηφιακή ζωή. Αυτή όμως ακριβώς η διαπίστωση είναι ταυτόχρονα και λύτρωση γι αυτά: Ποιο κράτος άραγε θα είχε τις δυνάμεις και τις γνώσεις να νομοθετήσει για την Τεχνητή Νοημοσύνη μόνο του; Για την κυβερνοασφάλεια; Αλλά, ακόμα και αν το έκανε, τι σημασία θα είχε η νομοθεσία, πχ. για το Facebook από ένα μόνο ευρωπαϊκό κράτος; Απολύτως καμία – όπως πρόσφατα αναγκάστηκε να διαπιστώσει η Αυστραλία. Όμως ολόκληρη η Ευρώπη έχει άλλο ειδικό βάρος – όπως επανειλημμένα αναγκάστηκαν να διαπιστώσουν η Google, το Facebook ή η Microsoft.

Για τους Ευρωπαίους, για καθέναν από εμάς, η ευρωπαϊκή νομοθεσία μόνο καλό κάνει. Όταν ολοκληρωθούν οι διαδικασίες οι Ευρωπαίοι θα έχουν το αποτελεσματικότερο και καλύτερο ρυθμιστικό πλαίσιο στον κόσμο για την ψηφιακή ζωή. Θα είναι οι μόνοι των οποίων η διαδικτυακή ζωή θα προστατεύεται. Όπως ακριβώς είναι οι μόνοι με τόσο αποτελεσματικό και πλήρες νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, μέσω του GDPR, το ίδιο θα συμβεί και με τις υπόλοιπες ψηφιακές τεχνολογίες που μας κατακλύζουν.

Ακόμα σημαντικότερο όμως για καθέναν μας είναι το γεγονός ότι ο Ευρωπαϊκός τρόπος ψηφιακής ζωής βάζει τον άνθρωπο στο επίκεντρο. Αυτή είναι η βασική αρχή της Ευρωπαϊκής Διακήρυξης για τα Ψηφιακά Δικαιώματα, που εκδόθηκε μόλις τον Ιανουάριο και που όμως θα αποτελέσει την βασική πολιτική προσέγγιση της Ευρώπης για τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Η τοποθέτηση του ανθρώπου στο επίκεντρο έχει μεγάλη σημασία: Η Ευρώπη δεν βάζει το παγκόσμιο τεχνολογικό προβάδισμα ή τη μεγιστοποίηση του κέρδους από τις ψηφιακές τεχνολογίες στο επίκεντρο, αλλά τον άνθρωπο.

“Η Ευρώπη επιλέγει να δώσει προτεραιότητα στον άνθρωπο, θυσιάζοντας την τεχνολογική πρωτοκαθεδρία και το κέρδος. Κανείς δεν μπορεί να τα έχει όλα”

Τελικά, επομένως, το παγκόσμιο τρί-πολο επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά: Οι ΗΠΑ έχουν την τεχνολογία, η Κίνα τα χρήματα, και η Ευρώπη βάζει τους κανόνες. Αυτός είναι ο Ευρωπαϊκός τρόπος ψηφιακής ζωής, οι κανόνες που βάζουν πρώτο τον άνθρωπο. Οι κανόνες αυτοί δεν μπορεί παρά να βρίσκονται μέσα σε νόμους, και μάλιστα αυστηρούς –οτιδήποτε διαφορετικό απλά δεν λειτουργεί. Αν με ρωτήσετε, είμαι χαρούμενος με αυτή την εξέλιξη. Όχι τόσο λόγω προσωπικού συμφέροντος (νομικός είμαι, τι άλλο θα έλεγα;;) αλλά κυρίως επειδή αφενός πιστεύω ότι η Ευρωπαϊκή προσέγγιση είναι η σωστή για τον άνθρωπο και επειδή αφετέρου πιστεύω ότι, για δομικούς λόγους, ο ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ και Κίνα στα δικά τους πεδία είναι καταδικασμένος – όσο καταδικασμένες είναι και αυτές αν προσπαθήσουν να παράξουν κανόνες για όλους. Φυσικά φαντάζομαι ότι υπάρχουν πολλοί που θα διαφωνούσαν μαζί μου, όπως έχουν κάθε δικαίωμα να κάνουν – αυτή είναι άλλωστε η ουσία της δημοκρατίας, η οποία, ας μην ξεχνάμε, είναι μια άλλη ρυθμιστική προσφορά της Ευρώπης στην ανθρωπότητα.

Ανισότητα; Ίσα ίσα, ποτέ δεν ήμασταν καλύτερα, εξαιτίας της ψηφιακής τεχνολογίας

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 26.01.2022

Δεν ζούμε στην εποχή των ανισοτήτων, αλλά σε μια απίστευτης και απαράμιλλης ισότητας, χάρη και στην ψηφιακή τεχνολογία.

Το κείμενο του, φίλου, Τάσου Παγκάκη που δημοσιεύτηκε εδώ στο 2045 για την ανισότητα μου έδωσε μια ευκαιρία που ομολογώ ότι από καιρό έψαχνα: Να δώσω μια άλλη οπτική γι’ αυτό το θέμα. Το κείμενο του Τάσου συμφωνεί με την, πράγματι γενική, αντίληψη ότι η ανισότητα είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα σήμερα. Διαφωνώ έντονα. Ή, μάλλον, συμφωνώ γενικά ότι η μεγάλη ανισότητα είναι κακό πράγμα, κάνοντας όμως δύο επισημάνσεις: Πρώτη, ότι η ανισότητα γενικά είναι καλό πράγμα, και αναπόφευκτη μεταξύ των ανθρώπων. Δεύτερη, ότι η ανθρωπότητα ουδέποτε ιστορικά πέρασε καλύτερη περίοδο προστασίας του ανθρώπου, ευημερίας και ασφάλειας, έχοντας μειώσει σε απίστευτο βαθμό της ανισότητες.

Όμως ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, ακολουθώντας τη δομή του Τάσου, επειδή το θέμα είναι αχανές και προφανώς δεν αντιμετωπίζεται αναλυτικά εδώ.

Ζούμε πράγματι στην εποχή των ανισοτήτων;

Προφανώς και δεν ζούμε στην εποχή των ανισοτήτων. Ίσα ίσα, ζούμε σε εποχή απίστευτης και απαράμιλλης ισότητας. Το βασικό μόττο της, οικονομικής, ανισότητας σήμερα είναι ότι το 1% του πληθυσμού ελέγχει το, και γω δεν ξέρω πόσο ακριβώς, μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου πλούτου. Ωραία, δεχόμαστε ότι τα πράγματα είναι έτσι. Η ερώτηση είναι, ήταν ποτέ στο παρελθόν διαφορετικά; Ή, πιο σωστά, ήταν ποτέ τα πράγματα καλύτερα από σήμερα;

Πόσο πίσω στην ανθρώπινη ιστορία θα θέλατε να πάμε; Το γεγονός βέβαια ότι αξιόπιστα στατιστικά έχουμε για μόλις τα εκατό τελευταία χρόνια περίπου (και αυτά μόνο για καμιά δεκαριά χώρες) δεν βοηθά, επομένως θα πρέπει να κάνουμε μια αναγωγή με βάση τη φαντασία κα τις ιστορικές μας γνώσεις: Στην Αρχαία Ρώμη, για παράδειγμα, ο ίδιος ο αυτοκράτορας και οι ευγενείς στη Ρώμη ποιο ακριβώς ποσοστό του παγκόσμιου τότε πλούτου κρατούσαν στα χέρια τους; Μήπως, όλο; Πόσο ίσος ήταν ο Ρωμαίος που ζούσε σε φτωχογειτονιές στη Ρώμη με αυτούς; Και, φανταστείτε ότι ο φτωχός Ρωμαίος στη Ρωμη ήταν απείρως πλουσιότερος από τον φτωχό Εβραίο ή τον φτωχό Αιγύπτιο, τους κατακτημένους δηλαδή. Για να μην σας ζητήσω να φανταστείτε ότι αυτός ήταν ο «πολιτισμένος» κόσμος – σε άλλες περιοχές της Σιβηρίας (για την ακρίβεια, οπουδήποτε πέρα από τον Δούναβη) ή της υποσαχάριας Αφρικής, πόσο πλούσιοι ήταν αυτοί οι λαοί σε σχέση με τους ευγενείς στη Ρώμη; Αν πρόκειται σήμερα να συγκρίνουμε τον ιδιοκτήτη της Tesla ή της Amazon με τον μέσο Αμερικανό, Ευρωπαίο ή Αφρικανό, αυτή θα ήταν η αντιστοιχία. Βελτιώθηκαν, ή χειροτέρεψαν τα πράγματα κατά τη γνώμη σας;

Δεν θα είχα όμως καμία αντίρρηση να έρθουμε και πιο πρόσφατα. Θέλετε να πάμε στη Βιομηχανική Επανάσταση; Όταν στο Μάντσεστερ δούλευαν και τα μικρά παιδιά 16ωρα οι Άγγλοι ευγενείς ζούσαν στους πύργους που σήμερα είναι τα μουσεία που επισκεπτόμαστε κάθε που πηγαίνουμε στην Αγγλία. Και, σκεφτείτε ότι αυτοί στο Μάντσεστερ ήταν οι τυχεροί. Εδώ στα Βαλκάνια είχαμε τουρκοκρατία και στα απομακρυσμένα χωριά φαντάζεστε πως ζούσαν οι Έλληνες. Και πάλι, οι Έλληνες ήταν από τους τυχερούς, τουλάχιστον δεν πήγαιναν σκλάβοι σε φυτείες σε άλλη ήπειρο, όπως οι Αφρικανοί συνάνθρωποί μας. Θέλετε να δούμε συνθήκες ισότητας τότε, μεταξύ του Άγγλου ή του Ισπανού βασιλιά και οποιουδήποτε από τους παραπάνω;

Θα μπορούσα να εξιστορώ για ώρες ολόκληρες, και να φτάσω μέχρι και το 1930, συγκρίνοντας τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ» με Αμερικανούς λευκούς συμπολίτες του που δεν είχαν ούτε φαγητό να φάνε ή με μαύρους συμπολίτες του που δεν είχαν ούτε δικαίωμα στη ζωή τους, και να έρθω μετά στην Ελλάδα όπου ζούσαμε τα αποτελέσματα της μικρασιατικής καταστροφής. Τι συνθήκες ισότητας υπήρχαν τότε μεταξύ του Μεγάλου Γκάτσμπυ και του πρόσφυγα στη Νέα Φιλαδέλφεια;

Επομένως, όχι. Δεν ζούμε την εποχή της ανισότητας. Ζούμε την εποχή της απίστευτης ισότητας.

“Σε λιγότερα από εκατό χρόνια το βιοτικό επίπεδο της ανθρωπότητας ανέβηκε σε απίστευτο βαθμό, το ποσοστό της φτώχειας καταπολεμήθηκε σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά κυρίως, κυρίως, σταματήσαμε να θεωρούμε ότι υπάρχουν κατώτεροι συνάνθρωποι.”

Τι μας κοστίζουν οι ανισότητες;

Με το δεύτερο σημείο του Τάσου συμφωνώ, οι ανισότητες πράγματι μας κοστίζουν ακριβά. Η ερώτησή μου όμως είναι, ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που πιστεύουμε ότι μας κοστίζουν ακριβά; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ότι μας κοστίζουν ακριβά επειδή μετράμε το κάθε άτομο ίσα. Δηλαδή, σύμφωνα με την ανάλυση του Τάσου, προκαλείται δημοσιονομικό κόστος επειδή θέλουμε όσοι έχουν ανάγκη να βοηθηθούν, και προκαλείται ιδιωτικό οικονομικό κόστος επειδή θέλουμε όλοι να έχουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως η υγεία και η εκπαίδευση.

Όμως, η βασική παραδοχή πίσω από όλα τα παραπάνω είναι ότι φτάνουμε σε αυτά τα συμπεράσματα επειδή θεωρούμε όλους τους ανθρώπους, οπουδήποτε στον πλανήτη ίσους, που έχουν βασικά δικαιώματα που πρέπει να προστατευθούν.

Ποτέ, μα ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν πίστευε απολύτως κανένας το παραπάνω, παρά μόνο τα τελευταία πενήντα με εξήντα χρόνια. Ποιος πίστευε ότι άλλοι, γειτονικοί ή μακρινοί λαοί δεν ήταν κατώτεροι, που δεν τους άξιζε να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης ή να πεθάνουν; Οι αρχαίοι Έλληνες; Οι αρχαίοι Ρωμαίοι; Οι βασιλιάδες του Μεσαίωνα (των Βυζαντινών περιλαμβανομένων); Οι αποικιοκράτες; Οι Μογγόλοι; Οι Αζτέκοι; Ο Κινέζος αυτοκράτορας; Ο Ιάπωνας αυτοκράτορας; Ποιος; Στη νεότερη εποχή, αν αντικαταστήσουμε τον «γειτονικό λαό» με τον αντίθετο ιδεολογικά, το ίδιο δεν θεωρούσαν οι κομμουνιστές και οι φασίστες; Ποιος από όλους αυτούς (περιλαμβανομένων των λαών και των οπαδών τους) θεώρησε ποτέ ότι ο δίπλα και διαφορετικός λαός ή ιδεολογικός αντίπαλος έχει δικαιώματα ίδια με τα δικά του; Στην καλύτερη περίπτωση για αιώνες η ανθρωπότητα το μόνο δικαίωμα που αναγνώριζε στον δίπλα και διαφορετικό ήταν το δικαίωμα σε έναν γρήγορο, χωρίς βασανιστήρια θάνατο (κυριολεκτώ, δεν αστειεύομαι).

Η σημερινή πεποίθηση ότι όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη έχουν ίσα δικαιώματα και πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες προήλθε από τον Δυτικό πολιτισμό, με χριστιανική προέλευση και μέσα από την Αμερικανική και τη Γαλλική επανάσταση. Το μοντέλο αυτό σκέψης κατόπιν επιβλήθηκε και στον υπόλοιπο κόσμο (μουσουλμανικό, ασιατικό) παρότι, όπως διαπιστώνουμε καθημερινά, αντιρρήσεις σε αυτή τη θρησκεία και σε αυτά τα πολιτικά συστήματα ακόμα υπάρχουν. Όλα αυτά όμως είναι αποτέλεσμα της (Δυτικής) σκέψης μας τα τελευταία πενήντα-εξήντα χρόνια, όχι παραπάνω.

Είναι παντού γύρω μας οι ανισότητες;

Ανισότητες υπάρχουν γύρω μας, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι αυτό. Όμως, αν κρατήσουμε τα δύο παραπάνω δεδομένα, ότι δηλαδή ποτέ η ανθρωπότητα σε παγκόσμιο οικονομικό επίπεδο δεν ήταν περισσότερο ίση και ότι ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν πίστευε καθολικά ότι όλοι οι άνθρωποι είναι μεταξύ τους ίσοι, τότε πρέπει να αντιληφθούμε ότι πλέον η σημερινή κουβέντα περί ανισοτήτων είναι πολιτική, όχι αντικειμενική.

Ας δούμε, για παράδειγμα, το θέμα που αναδεικνύει ο Τάσος στο κείμενό του, αυτό της ενημέρωσης και της ελευθερίας του Τύπου. Αναφέρει ότι η Ελλάδα το 2021 βρέθηκε στη θέση 70 (από την 65 που κατείχε το 2020) του Παγκόσμιου Δείκτη των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα. Έστω ότι τον δείκτη αυτόν τον αποδεχόμαστε (προσωπικά όχι, επειδή δεν δίνει κανένα απολύτως στοιχείο για τη μεθοδολογία του, συνεπώς είναι εντελώς υποκειμενικός). Αν δούμε που βρισκόμαστε τα τελευταία χρόνια, θα δούμε ότι το 65 ήταν εξαιρετικό σκορ για την Ελλάδα που πέτυχε μόνο το 2019 και το 2020. Αντιθέτως, από το 2013 που ξεκίνησε να μετράει η χώρα συνήθως βρίσκεται στο 80 και στο 90. Δηλαδή, το 70 του 2021 είναι το δεύτερο καλύτερο αποτέλεσμα μιας σχεδόν δεκαετίας μέχρι σήμερα – όχι κι άσχημα, θα έλεγε κανείς. (Εξίσου, με την Ιταλία στο 41, τη Γαλλία στο 34 και την Αγγλία στο 33, εγώ τουλάχιστον δεν νιώθω άσχημα με το 70).

Τέλος, και για να σταματήσω την ιστορική αναδρομή κάπου εδώ, η εκπαίδευση ήταν διαχρονικά μια ακριβή υπόθεση των, πολύ, πλουσίων. Από την εποχή του Περικλή και του Αλκιβιάδη μέχρι τους Ρωμαίους πλούσιους νέους που γυρνούσαν την Μεσόγειο για να σπουδάσουν κοντά σε, πασίγνωστους, Έλληνες φιλόσοφους, και μέχρι τα πρώτα, επί πληρωμή, πανεπιστήμια των ελίτ του Μεσαίωνα, για να πάρει κανείς αξιόλογη εκπαίδευση, και το συνακόλουθο κοινωνικό πλεονέκτημα, έπρεπε να πληρώσει (πολύ) ακριβά. Τα δημόσια και ανοιχτά σε όλους με εξετάσεις πανεπιστήμια είναι, και αυτό, επίτευγμα των μόλις τελευταίων πενήντα ή εξήντα ετών.

Τι άλλαξε και γίναμε περισσότερο ίσοι; Η ψηφιακή τεχνολογία!

Η ανθρωπότητα αναμφίβολα προόδευσε μέσα από τα τελευταία 3000 χρόνια καταγεγραμμένης ιστορίας της, με την έννοια ότι, αν μη τι άλλο, ο Δυτικός πολιτισμός επέβαλε στους ανθρώπους όλου του πλανήτη να μεταχειρίζονται όλους τους συνανθρώπους τους σας ίσους. Αυτό από μόνο του αποτελεί ένα σπουδαίο, καθόλου αυτονόητο επίτευγμα καταπληκτικής σημασίας. Αν και αποτελεί προϊόν ιστορικής εξέλιξης της Δυτικής επιστήμης και της χριστιανικής πίστης μας, θεωρώ ότι βοηθήθηκε, και πλέον στηρίζεται, στην ψηφιακή τεχνολογία (για να ευλογήσουμε και τα γένια μας!).

“Η ψηφιακή τεχνολογία έφερε τους ανθρώπους πιο κοντά. Η εξέλιξη είχε αρχίσει ήδη από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση (μην ξεχνάμε, τότε ακριβώς που η ισότητα έγινε παγκόσμια) όμως κορυφώθηκε με το ίντερνετ.”

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπου συγκινούμαστε με το γατάκι που έσωσε η πυροσβεστική στην Αυστραλία και με το παιδί που σώθηκε σαν από θαύμα από τροχαίο κάπου στην Αφρική όπως ακριβώς συγκινούμαστε και με ό,τι συμβαίνει δίπλα μας, είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς την ανωτερότητα της μιας φυλής πάνω στην άλλη. Ή, την ανωτερότητα των ανδρών έναντι των γυναικών, των strait έναντι των gay κοκ. Το ίντερνετ έκανε τη ζωή του δίπλα, οποιουδήποτε δίπλα, και δική μας.

Μένει επομένως η θεμιτή ανισότητα, η διαφορετική μεταχείριση διαφορετικών ανθρώπων και καταστάσεων. Αυτή η ανισότητα είναι απαραίτητη, επειδή είναι αυτή ακριβώς που πάει την ανθρωπότητα μπροστά (ρωτήστε και τα πρώην κομμουνιστικά καθεστώτα, που δοκίμασαν να την εξαφανίσουν). Αυτή η ανισότητα είναι καλό να υπάρχει και πάντα θα υπάρχει επειδή ούτε ο ένας άνθρωπος είναι ίδιος με τον άλλον ούτε τα θέλω τους συμπίπτουν. Η ψηφιακή τεχνολογία είναι εδώ για να δίνει ίσες ευκαιρίες σε όλους – ποτέ άλλοτε ένα app ή μια μουσική ή μια ταινία δεν ήταν ταυτόχρονα προσβάσιμα σε όλους, από την Καλιφόρνια μέχρι την πιο απομακρυσμένη γωνιά του πλανήτη. Ανισότητα σήμερα υπάρχει λιγότερη παρά ποτέ, και η ψηφιακή τεχνολογία φροντίζει να την εξαλείψει με υγιή τρόπο, προς το καλό όλων μας.

Η Ελλάδα 2.0 χρειάζεται και τον Πολίτη 2.0

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 7.10.2021

Οι ψηφιακές δυνατότητες θέλουν και ψηφιακές δεξιότητες.

Οπως πλέον καθένας μας διαπιστώνει σχεδόν καθημερινά, η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του ελληνικού Δημοσίου, τουλάχιστον προς τον πολίτη, προχωρά με καταιγιστικό ρυθμό: Μέσα σε λίγο καιρό είχαμε την βελτίωση των διαδικασιών επίσημης μετάφρασης μέσω του metafraseis.services.gov. gr, την έκδοση προσωρινών αδειών οδήγησης μέσω της πλατφόρμας gov.gr, ή την ενημέρωση το myhealth app με το ιατρικό ιστορικό μας σχεδόν μιας δεκαετίας. Σχεδόν κάθε εβδομάδα το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης ανακοινώνει νέα έργα και πρωτοβουλίες που, επιτέλους, φέρνουν την Ελλάδα και τις υπηρεσίες του ελληνικού Δημοσίου προς τους πολίτες εκεί που όφειλαν να είναι εδώ και καιρό.

Κλειδί για όλες αυτές τις εργασίες είναι, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, η ταυτοποίηση του πολίτη με τη χρήση των κωδικών taxisnet. Αυτό ήταν ένα πρόβλημα δεκαετιών που έλυσε με επιτυχία το Υπουργείο. Από τη στιγμή που το ελληνικό Δημόσιο μπορεί με ασφαλή τρόπο να διαπιστώσει online ότι εγώ είμαι εγώ (ας μην ξεχνάμε ότι στο ίντερνετ «κανείς δεν γνωρίζει ότι είσαι σκύλος»…) τότε ανοίξει η πόρτα ώστε να μου παρέχει τις υπηρεσίες του αποκλειστικά online. Γι αυτό έχουν σημασία οι, περισσότερο τεχνικής φύσης, ανακοινώσεις του Υπουργείου ανά περιόδους που μας ενημερώνουν για «αύξηση των φορέων του Δημοσίου που επιτρέπουν την πρόσβαση των πολιτών σε ηλεκτρονικές υπηρεσίες με τη χρήση των κωδικών taxisnet», αφού όσο περισσότεροι φορείς δέχονται τους κωδικούς τόσο περισσότερες υπηρεσίες «ξεκλειδώνουν online» για τους πολίτες.

Αντίστοιχα, σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση «η διεύρυνση των ηλεκτρονικών υπηρεσιών (από 501 την πρώτη ημέρα λειτουργίας του gov.gr σε περισσότερες από 1.250 σήμερα) αποτυπώνεται και στην εκθετική αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Ενδεικτικά, από τις 8 εκατομμύρια ηλεκτρονικές συναλλαγές το 2018, το 2020 καταγράφηκαν περισσότερες από 94 εκατομμύρια και φέτος, μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2021 έχουμε ξεπεράσει τα 150 εκατομμύρια ηλεκτρονικές συναλλαγές».

Δηλαδή, με ποσοστό διείσδυσης Διαδικτύου στην Ελλάδα περίπου στο 70% και τα 2/3 του υπόλοιπου 30% να είναι υπερήλικες, μέσα στο 2021 μπορεί κανείς βάσιμα να υποθέσει ότι κάθε ένας Έλληνας πολίτης σε παραγωγική ηλικία θα έχει κάνει τουλάχιστον μια ηλεκτρονική συναλλαγή με το ελληνικό Δημόσιο.

H Ελλάδα στην ψηφιακή εποχή

Η διαπίστωση αυτή είναι, φυσικά, λόγος πανηγυρισμού. Επιτέλους, η Ελλάδα κλείνει αποφασιστικά πίσω της την πόρτα του ψηφιακού αναλφαβητισμού και εισέρχεται δυναμικά στην ψηφιακή εποχή. Αυτή η νέα ψηφιακή εποχή μας αφορά όλους, δεν απευθύνεται δηλαδή σε μια οικονομική και κοινωνική ελίτ. Καθένας πλέον στην Ελλάδα ακόμα και με ένα smartphone ή ένα tablet μπορεί να απολαύσει πλήρως και ελεύθερα ψηφιακές παροχές τόσο από τον ιδιωτικό όσο και από τον δημόσιο τομέα.

Υπάρχει ίσως κάποιο πρόβλημα σε αυτή τη ρόδινη εικόνα; Κατά τη γνώμη μου ναι, αυτό της ταχύτητας που κάτι τέτοιο επιτεύχθηκε. Οι αριθμοί του Υπουργείου είναι αποκαλυπτικοί:

Μέσα σε τρία χρόνια οι ηλεκτρονικές συναλλαγές με το Δημόσιο εκτινάχθηκαν από τα 8 εκ. σε, πιθανότατα, 300 εκ. ετησίως. Δηλαδή, από την πλήρη απραξία (αν όχι απαξία) πήγαμε στην σχεδόν καθολική χρήση μέσα σε τρία χρόνια. Είναι μόνο καλό αυτό;

Σε αυτό το σημείο οφείλει κανείς να ανοίξει μια παρένθεση, ώστε να μιλήσει για τον ψηφιακό κόσμο. Ενδεχομένως κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο για τους αναγνώστες του 2045.gr, οι οποίοι ίσως θελήσουν να προχωρήσουν απευθείας παρακάτω στα συμπεράσματα, όμως είναι σκόπιμο νομίζω κάποια πράγματα να επαναλαμβάνονται σε κάθε ευκαιρία.

Ο ψηφιακός κόσμος, λοιπόν, δεν είναι κάτι με το οποίο γεννηθήκαμε. Αυτό ισχύει όχι μόνο για εμάς τους σημερινούς 50άρηδες αλλά και, όσο και αν οι ίδιοι δεν θα ήθελαν να το παραδεχτούν, και για τους πιτσιρικάδες (και ημι-πιτσιρικάδες) σήμερα: Αν το Facebook μόλις έκλεισε τα 15 του, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ίντερνετ και η ψηφιακή κατάσταση ακόμα και για τον σημερινό 20άρη ήταν διαφορετικά όταν ήταν έφηβος/η και εντελώς διαφορετικά σήμερα.

Με λίγα λόγια, ο ψηφιακός κόσμος γύρω μας συνεχώς αλλάζει. Αυτό ίσχυε τη δεκαετία του 1990, όταν ξεκίνησε, και συνεχίζει να ισχύει ακόμα και σήμερα. Θεωρώ ότι θα περάσουν δεκαετίες (ίσως μέχρι το 2045;), μέχρι κάπως να οριστικοποιηθεί.

Το κοινωνικό ψηφιακό χάσμα

Αναπόφευκτα επομένως ο μέσος πολίτης αδυνατεί να τον παρακολουθήσει. Αυτό ίσως δεν ισχύει για τους λίγους εμάς που βγάζουμε το ψωμί μας από την τεχνολογία ή που θεωρούμε ότι η τεχνολογία είναι το χόμπι μας, όμως πρέπει κανείς πάντα να έχει στο μυαλό του ότι όλοι εμείς αποτελούμε μια, μικρή, μειοψηφία. Ο μέσος πολίτης χρησιμοποιεί την τεχνολογία περιστασιακά και χωρίς γνώση – ή, σωστότερα, επίγνωση.

Τα αποτελέσματα αυτού του κοινωνικού ψηφιακού χάσματος, της απόστασης δηλαδή μεταξύ της χρήσης και της επίγνωσης, τα ζούμε καθημερινά γύρω μας: Τα social media καθορίζουν εκλογικά αποτελέσματα σε Ευρώπη και Αμερική, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες νιώθουν ότι απειλούνται, οι πολίτες εκθέτουν ανεπανόρθωτα την προσωπική τους ζωή στο Διαδίκτυο, η ψηφιακή απάτη αποτελεί πραγματικό κίνδυνο, το κυβερνο-έγκλημα (για να μην πω, ο κυβερνο-πόλεμος) το ίδιο.

Με λίγα λόγια, ο μέσος πολίτης ακόμα κινδυνεύει και ταλαιπωρείται από τις παιδικές ασθένειες ενός μέσου, δηλαδή του Διαδικτύου, που ήρθε για να του αλλάζει τη ζωή με περισσότερους από έναν τρόπους, από την παγκοσμιοποίηση μέχρι την καθημερινότητά του.

Ποια θα ήταν η λύση, ή έστω μια απάντηση, σε αυτό το πρόβλημα; Δύο μόνο τρόπους μπορώ να φανταστώ, ώστε αυτό να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά: Ο ένας είναι αυτός της φυσικής επιλογής: Με το πέρασμα των δεκαετιών και την αντικατάσταση των γενιών θα έρθει κάποτε η στιγμή που η τεχνολογία και ο μέσος πολίτης θα συμβαδίσουν. Μπορεί να πάρει μερικές δεκαετίες ακόμα, αλλά αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα συμβεί.

Ο άλλος τρόπος είναι εκείνος της εκπαίδευσης και της ενημέρωσης, ώστε να «σωθούν» οι πολίτες ήδη από τώρα. Δηλαδή, να μην αφήσουμε μια ή και δύο γενιές να πάνε ψηφιακά «χαμένες». Να εκπαιδευτεί ο πολίτης τόσο ως προς τη χρήση των νέων μέσων, όσο και, κυρίως, ως προς το τι ακριβώς σημαίνουν τα νέα μέσα, πως λειτουργούν, ποιους περιορισμούς έχουν, ποιοι κίνδυνοι ελλοχεύουν. Μόνο έτσι θα μπορέσει να καταλάβει ότι ο ψηφιακός κόσμος έχει διαφορές από τον πραγματικό, ότι παρότι οι δύο φαίνεται να μοιάζουν, και, για παράδειγμα, την ίδια υπηρεσία παίρνει κανείς είτε πάει στον γκισέ είτε κάνει login με τα στοιχεία taxisnet του, οι δύο αυτοί κόσμοι ποτέ δεν είναι πραγματικά ίδιοι.

Ανάγκη η εκπαίδευση του πολίτη

Εδώ επομένως μπορεί κανείς να κλείσει την παρένθεση ώστε να γίνει η σύνδεση με την διαρκώς επιταχυνόμενη ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του Δημοσίου. Ο μέσος Έλληνας ξαφνικά διαπιστώνει ότι μπορεί να πάρει το δίπλωμα οδήγησής του ψηφιακά, ότι μπορεί να έχει όλο το ιατρικό ιστορικό του σε ένα app στο κινητό του ή ότι μπορεί να βγάλει ψηφιακές μεταφράσεις. Όμως, ακόμα και στους ψηφιακά ενήμερους, κανείς δεν τους εξηγεί τι σημαίνει αυτό στην, ψηφιακή, πράξη: Πως επιτεύχθηκε αυτή η τεχνική λύση, με ποια δεδομένα, με ποιες παραδοχές, με τι κινδύνους, με ποιες συνέπειες; Πέρα από την διευκόλυνση, υπάρχουν άλλοι λόγοι να προτιμήσει κανείς (ή και να μην προτιμήσει, τελικά) τον ψηφιακό από τον φυσικό τρόπο; (Μην παρεξηγηθώ, δεν μιλώ μόνο για προσωπικά δεδομένα και για κάτι που αντιμετωπίζεται με όρους χρήσης στο κάτω μέρος της ιστοσελίδας της υπηρεσίας, μιλώ για κάτι που αφορά όχι μόνο τον νόμο αλλά και την τεχνική και την κοινωνική ανάλυση.)

Εξίσου κανείς όμως δεν απευθύνεται και προς τους λιγότερο ψηφιακά ενήμερους. Όσοι δεν βρίσκονται στην πρώτη ταχύτητα της τεχνολογίας, είτε λόγω επαγγέλματος είτε από επιλογή, δεν είναι απαραίτητο ότι είναι εξοικειωμένοι με τις νέες δεξιότητες που απαιτούνται για τη χρήση των ηλεκτρονικών υπηρεσιών. Καθέναν τους μπορεί να ξενίζει είτε το εύρος των πληροφοριών που ζητείται κάθε φορά, είτε ο τρόπος χρήσης μιας online πλατφόρμας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι, άνθρωποι κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, καταφεύγουν π.χ. στα παιδιά τους ή σε ειδικούς (λογιστικά γραφεία, καταστήματα Η/Υ) για να κάνουν online τις εργασίες που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να κάνουν μόνοι τους.

Με άλλα λόγια, οι ψηφιακές δυνατότητες θέλουν και ψηφιακές δεξιότητες. Οι οποίες δεξιότητες δεν αφορούν μόνο τη χρήση αλλά και την πράγματι γνώση. Δεν αρκεί να αδειάζουμε έναν κουβά υπηρεσιών στον μέχρι προχτές ανυποψίαστο πολίτη, αλλά οφείλουμε και να τον εκπαιδεύσουμε, πως καλύτερα και σωστότερα να τις χρησιμοποιήσει.

Δεν χρειαζόμαστε ψηφιακό αλφαβητισμό, αλλά πολίτες power users. Δηλαδή, ο στόχος δεν μπορεί να είναι μόνο η Ελλάδα 2.0 αλλά και ο Πολίτης 2.0.

Προφανώς τα παραπάνω δεν είναι δουλειά του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης να τα επιτύχει, τουλάχιστον όχι σήμερα που όλη η προσπάθεια δίνεται να βγουν στον αέρα υπηρεσίες που είχαν χρονίσει. Απόλυτη προτεραιότητα είναι η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών, τουλάχιστον ως προς τον πολίτη, και εννοείται ότι τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Αφού η χώρα άργησε, τώρα πρέπει να τρέξει. Το μόνο πρόβλημα με το σπριντ είναι ότι ο δρομέας δεν προλαβαίνει να κοιτάξει γύρω του ούτε να πάρει ανάσες. Όμως, η πορεία προς την ψηφιακή ζωή είναι μαραθώνιος, όχι σπριντ. Έχει ήδη κρατήσει καιρό και έχει δρόμο ακόμα μπροστά της. Είναι επομένως απολύτως σκόπιμο η Ελλάδα να πάρει κάποια στιγμή τις ανάσες της και να στρέψει την προσοχή της στον πολίτη, στην ενημέρωση και στην εκπαίδευσή του. Αν θέλουμε η ψηφιακή κατάσταση, η Ελλάδα 2.0 να μας αφορά όλους, τότε ο μέσος Έλληνας πολίτης πρέπει και αυτός να αναβαθμιστεί στην επόμενη, 2.0, μορφή του.