Τι φέρνει το ψηφιακό πολιτικό κόμμα; 

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 14.06.2022

Ο ψηφιακός μετασχηματισμός των πολιτικών κομμάτων φέρνει μια σειρά από νέα και ουσιαστικά ερωτήματα για τα ίδια τα κόμματα, αλλά και εμάς τους πολίτες.

Η ολοκλήρωση των συνεδρίων των τριών μεγαλύτερων κομμάτων στη χώρα τα βρήκε να συμπίπτουν τουλάχιστον σε μια εκτίμηση: στην ανάγκη ψηφιακού μετασχηματισμού τους. Έτσι, η Νέα Δημοκρατία εισήγαγε γενική αρχή ψηφιακού μετασχηματισμού στο καταστατικό της. Ο Αλέξης Τσίπρας ανέφερε στην πρώτη συνεδρίαση της νεοεκλεγείσας ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ότι “ένα από τα στοιχήματά μας πρέπει να είναι η ψηφιοποίηση της οργανωτικής δουλειάς» Στο ίδιο κλίμα και το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ φαίνεται ότι εγκαινιάζει το «Ψηφιακό Κόμμα».

Ψηφιακός μετασχηματισμός (και) των πολιτικών κομμάτων, επομένως – και πως αλλιώς θα μπορούσε να είναι, άλλωστε, αφού ολόκληρη η κοινωνία βρίσκεται σε αντίστοιχη διαδικασία. Τι σημαίνει όμως ακριβώς αυτό για τα πολιτικά κόμματα; Τι ακριβώς περιλαμβάνει το «ψηφιακό» πολιτικό κόμμα;

Αλλάζει η επικοινωνία με το κόμμα

Στο πιο απλό, βασικό επίπεδο το ψηφιακό πολιτικό κόμμα χρησιμοποιεί και τις νέες ψηφιακές δυνατότητες ως μέσο επικοινωνίας με τα μέλη του. Από τη στιγμή που καθένας μας πλέον διαθέτει διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), γιατί να μην εκμεταλλευτούν και αυτή τη δυνατότητα επικοινωνίας τα πολιτικά κόμματα; Άλλωστε, και φθηνότερο από την τηλεφωνική επικοινωνία είναι, αλλά και, ίσως, αποτελεσματικότερο, αφού, εφόσον ανοιχτεί, ένα e-mail περιλαμβάνει πολύ περισσότερη πληροφορία από ένα απλό τηλεφώνημα (ή και sms).

Από κει και πέρα, όμως, οι ερωτήσεις γίνονται περισσότερες από τις απαντήσεις. Έστω ότι παραμένουμε στο χώρο της αποστολής e-mail. Πόσα e-mail; Δηλαδή, πόσο συχνά πρέπει να αποστέλλονται; Με συχνότητα δέκα την ημέρα ή ένα την εβδομάδα; Από ποιους; Από το κόμμα μόνο ή και από τους υποψηφίους του; Αν και από τους υποψηφίους του κόμματος, από ποιους ακριβώς – εκλεγμένους ή και μη; Με τι περιεχόμενο; Αμιγώς οργανωτικό, δηλαδή ενημερωτικό για δράσεις του κόμματος; Ή και επιμορφωτικό, για πολιτικές θέσεις και προτάσεις; Τέλος, με δυνατότητα διαλόγου ή μη; Δηλαδή, τα e-mail του κόμματος μπορεί να λάβουν απάντηση; Και αν ναι, με τι δυνατότητες συνέχισης (follow-up);

Το e-mail όμως τελικά είναι η πιο απλή παράμετρος ενός ψηφιακού κόμματος. Το ερώτημα είναι, επηρεάζει ένα πολιτικό κόμμα ο ψηφιακός μετασχηματισμός σε βαθύτερο επίπεδο;

Ο λόγος ύπαρξης ενός πολιτικού κόμματος είναι ο σχηματισμός κυβέρνησης (ή, έστω, η συμμετοχή του σε αυτή), και αυτό προφανώς δεν αλλάζει ούτε στον ψηφιακό κόσμο. Αυτό που ενδεχομένως όμως αλλάζει είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της αποστολής.

Αρχικά επηρεάζονται τα μέσα που διαθέτει ένα πολιτικό κόμμα. Όπως είδαμε, σε πρώτο επίπεδο τα μέσα επικοινωνίας με τα μέλη του αυξάνονται κατά μερικές πλατφόρμες παραπάνω. Εξίσου όμως αυξάνονται και οι δυνατότητες της επικοινωνίας. Το μήνυμα πλέον γίνεται αναλυτικότερο – αλλά και κεντρικά ελεγχόμενο με πιο αποτελεσματικό τρόπο. Με άλλα λόγια, είναι άλλο πράγμα «ινστρούκτορες» να εκπαιδεύονται από το κόμμα και μετά να τους ανατίθεται η διάδοση των ιδεών του σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, και εντελώς άλλο να μιλά το κόμμα απευθείας σε καθένα από τα μέλη του. Αποκόπτοντας τους μεσάζοντες/πολιτικούς καθοδηγητές (που πλέον πρέπει να βρουν άλλον ρόλο), το κόμμα αποκτά δυνατότητα της προσωποποιημένης επαφής που στο παρελθόν μόνο σε μικρές, καλά οργανωμένες ομάδες ήταν δυνατή.

Νέος ρόλος για τις τοπικές οργανώσεις

Η εξαφάνιση της απόστασης μεταξύ κεντρικού κόμματος και μέλους έχει ιδιαίτερη σημασία – ίσως όμως αμφιλεγόμενη αξία. Η σημερινή δομή των κομμάτων, όπως όλοι γνωρίζουμε, εκτός από πολιτικούς καθοδηγητές («ινστρούκτορες») βασίζεται στην τοπική οργάνωση. Κάθε κόμμα λειτουργεί μέσω τοπικών οργανώσεων σε επίπεδο δήμου ή κοινότητας – μάλιστα, όσο περισσότερες τόσο καλύτερα. Αν όμως το κόμμα κεντρικά μπορεί να επικοινωνεί απευθείας με τα μέλη του, ο ρόλος των τοπικών οργανώσεων οφείλει να επαναξιολογηθεί. Όχι ότι αυτό σημαίνει ότι η αξία τους μειώθηκε. Ίσα ίσα, αν κάτι μας δίδαξε η διετής πανδημία είναι ότι η τοπική παρουσία σε χώρους εργασίας, αίθουσες διδασκαλίας και σε συναντήσεις είναι ανεκτίμητη. Ο ρόλος των τοπικών οργανώσεων των κομμάτων σε περιβάλλον ψηφιακού μετασχηματισμού αλλάζει – δεν μειώνεται.

Επηρεάζεται άραγε η ίδια η αποστολή ενός πολιτικού κόμματος από την ψηφιακή κατάσταση; Βασικά, όπως είδαμε, όχι, αφού η κατάκτηση της εξουσίας παραμένει ο βασικός στόχος του. Όμως και πάλι τα ποιοτικά στοιχεία επηρεάζονται. Αρχικά η ίδια η έννοια της εξουσίας, ειδικά της άσκησής της, έχει αλλάξει. Τα κέντρα εξουσίας πλέον βρίσκονται εντός, αλλά και εκτός της χώρας. Οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες είναι το προτιμώμενο όργανο δράσης τους – με απλά λόγια, χωρίς το ίντερνετ ούτε για παγκοσμιοποίηση θα μιλούσαμε ούτε για έναν πολύ-πολικό κόσμο, όπου κανόνες παράγουν όχι μόνο εθνικές κυβερνήσεις αλλά και μεγάλες εταιρείες, διεθνείς οργανισμοί, μεγάλα think tanks κ.α. Οι ψηφιακές τεχνολογίες είναι το συγκολλητικό υλικό όλων αυτών – και ένα πολιτικό κόμμα δεν μπορεί να αγνοήσει αυτό το γεγονός. Η εκπαίδευση και η εξοικείωση των στελεχών και των υποψήφιών του είναι το πρώτο, προφανές σημείο δράσης. Η ενεργή συμμετοχή του, ανεξαρτήτως αν βρίσκεται στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση, στο νέο, παγκοσμιοποιημένο ψηφιακό περιβάλλον είναι το δεύτερο, αφού είναι βέβαιο ότι, μόλις με το καλό βρεθεί στην εξουσία, οι διεθνείς και εγχώριες συμμαχίες θα είναι το πρώτο που θα αναζητήσει.

Το δεύτερο που αλλάζει αφορά την έμμεση αποστολή των κομμάτων, τη διατήρηση δηλαδή της εξουσίας, μόλις ίσως σταθούν τυχερά και την αποκτήσουν. Αποφεύγοντας να απαντήσω εδώ τη βασική ερώτηση αν το πολιτικό κόμμα έχει μονή ή διπλή αποστολή (παραγωγή πολιτικών ιδεών και εκπόνηση πρακτικών πολιτικών, ή μόνο το δεύτερο), γεγονός παραμένει ότι τα μέσα διατήρησης της εξουσίας άλλαξαν. Αυτό δεν αφορά μόνο τα τεχνικά μέσα (online πλατφόρμες και τα σχετικά) αλλά και τα ουσιαστικά. Η δυνατότητα στοχοθέτησης όλου του πληθυσμού (granularity), ανεξαρτήτως πόσοι τελικά πράγματι θα πάνε στην κάλπη, αυξάνει τις δυνατότητες, αλλά και δημιουργεί ηθική υποχρέωση, για τα κόμματα. Το μήνυμά τους, είτε σε επίπεδο ιδέας ή συγκεκριμένης πολιτικής, οφείλει να λάβει υπόψη του όλους – και ενδεχομένως να διαφοροποιηθεί ανά περίπτωση, αν κριθεί σκόπιμο.

Υπάρχουν προβλήματα, ή μόνο προκλήσεις και νέες δυνατότητες, για ένα ψηφιακό κόμμα; Προφανώς και υπάρχουν, με επιτακτικότερο αυτό της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Παρότι ένα κόμμα εξορισμού επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα για την εκπλήρωση της αποστολής του (πως αλλιώς;), το ψηφιακό πολιτικό κόμμα αυτονόητα μπορεί, και ίσως και να πρέπει, να επεξεργάζεται περισσότερα δεδομένα από ό,τι στο παρελθόν. Όλα άλλωστε όσα σημειώθηκαν παραπάνω προϋποθέτουν τον σχηματισμό ακριβέστερης εικόνας των μελών τους, η οποία μόνο μέσω της εκτεταμένης επεξεργασίας μπορεί να επιτευχθεί. Συνεπώς, ο ψηφιακός μετασχηματισμός πάει χέρι-χέρι με αυξημένες επεξεργασίες προσωπικών δεδομένων. Είναι όμως σε αυτό ακριβώς το σημείο που η νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα (στην Ευρώπη τουλάχιστον) θέτει όρια. Άλλωστε, τα πολιτικά φρονήματα είναι «ευαίσθητα» προσωπικά δεδομένα, σύμφωνα με τη βασική διάκριση του νόμου, συνεπώς τα μέτρα προστασίας οφείλουν να είναι αυξημένα. Η ψηφιοποίηση των πολιτικών κομμάτων δεν επιτρέπεται να γίνει σε βάρος, τελικά, των μελών και των ψηφοφόρων τους.

Η συζήτηση για το ψηφιακό πολιτικό κόμμα είναι νέα και, για την ώρα, ανεξάντλητη. Η ανθρωπότητα άλλωστε ακόμα δεν συνήλθε πλήρως ούτε από το σοκ του Brexit ούτε από την εκλογή Τραμπ – σημειώνοντας όμως εξίσου άλλωστε ότι και η εκλογή Ομπάμα αλλά και η πρώτη εκλογή Μακρόν στην εκμετάλλευση των νέων ψηφιακών τεχνολογιών οφείλονται. Νομίζω ότι σε αυτό ακριβώς το σημείο βρισκόμαστε τώρα: Όσοι πολιτικοί «γνωρίζουν» από ψηφιακές τεχνολογίες τις εκμεταλλεύονται προς όφελός τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ωφελούνται τελικά και τα πολιτικά τους κόμματα ή, πολύ περισσότερο, οι αντίστοιχες κοινωνίες, όπως άλλωστε είναι και το ζητούμενο. Η μεταβατική περίοδος σύντομα θα περάσει, όπως άλλωστε σηματοδοτείται από την «επίσημη» υιοθέτηση των ψηφιακών τεχνολογιών από τα τρία μεγαλύτερα κόμματα της χώρας – μόλις, όμως, το 2022 (χωρίς, να σημειωθεί, αυτό να μας βγάζει εκτός ευρωπαϊκών πεπραγμένων, αφού παντού το ίδιο γίνεται). Για τη συνέχεια, προσωπικά μπορώ μόνο να ελπίσω ότι ο ρυθμός της αντίδρασης θα είναι αντίστοιχος με την ταχύτητα των εξελίξεων.

Ευρωπαϊκός τρόπος (ψηφιακής) ζωής περνά μέσα από τον νόμο

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 6.05.2022

Και δίνει τον τόνο στον υπόλοιπο πλανήτη.

Οσοι ασχολούμαστε με τη νομική ρύθμιση των ψηφιακών τεχνολογιών την περίοδο αυτή βρισκόμαστε σε απόγνωση: Η Κομισιόν τα τελευταία δύο-τρία χρόνια έχει βαλθεί να μας εξοντώσει, παρουσιάζοντας απανωτά νέα, βασικά νομοθετήματα σχεδόν σε όλους τους τομείς της ψηφιακής ζωής. Υπό άλλες συνθήκες, δηλαδή λίγα χρόνια πριν, καθένα τους θα ήταν αρκετό να μας απασχολεί για χρόνια. Τώρα, το επόμενο διαδέχεται το προηγούμενο με ρυθμό καταιγιστικό, και πριν καλά-καλά προλάβουν να οριστικοποιηθούν τα πρώτα ξεκινά η δημόσια διαβούλευση για τα επόμενα.

Εν τάχει, αναφέρομαι συγκεκριμένα (και στα αγγλικά, καθώς οι ελληνικοί τίτλοι δεν έχουν καμία σημασία για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια) στις Artificial Intelligence ActDigital Markets ActDigital Services ActData Governance Act, και στην Data Act, οι οποίες σήμερα είναι «τρέχουσες», ενώ πριν λίγο καιρό ολοκληρώθηκε η Cybersecurity Act και είμαστε εν αναμονή, τουλάχιστον, μιας European Cyber Resilience Act.

Καθένα από τα παραπάνω νομοθετήματα έχει εξαιρετικά φιλόδοξους στόχους. Η Artificial Intelligence Act θέλει να βάλει τους κανόνες για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Η Digital Markets Act θέλει να ρυθμίσει τις μεγάλες ιντερνετικές πλατφόρμες. Η Digital Services Act θέλει να ρυθμίσει τις σχέσεις μας στο ίντερνετ. Η Data Governance Act και η Data Act θέλουν να ρυθμίσουν τη χρήση και την πρόσβαση στις ψηφιακές πληροφορίες. Τα θέματα κυβερνοασφάλειας επιχειρούν να καλύψουν οι Cybersecurity Act (καθώς και η NIS2 Οδηγία) και, στο άμεσο μέλλον, η European Cyber Resilience Act.

Η παραπάνω εξέλιξη, που για τους λόγους αυτής εδώ της ανάλυσης θα την εκλάβω σαν μια, ενιαία πολιτική απόφαση της Ευρώπης να ρυθμίσει την ψηφιακή ζωή, έχει σημαντικότατες συνέπειες για την ίδια την Ευρώπη, για καθένα από τα Κράτη-Μέλη, για καθέναν από εμάς ατομικά, καθώς και για ολόκληρο τον πλανήτη.

Οι συνέπειες για τις μη-ευρωπαϊκές χώρες

“Οι Ευρωπαίοι τολμούν να βάλουν πρώτοι κανόνες εκεί που δεν έχουν τολμήσει ούτε οι Αμερικανοί, ούτε οι Κινέζοι”

Ας ξεκινήσουμε από τον πλανήτη, δηλαδή τις τρίτες, μη-ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό που είναι κοινό σχεδόν σε όλα τα παραπάνω νομοθετήματα είναι ότι είναι τα πρώτα στον τομέα τους. Δηλαδή, τα θέματα της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν τόλμησε κανένας νομοθέτης στον κόσμο να τα ακουμπήσει, ούτε καν σε ΗΠΑ και Κίνα όπου οι αντίστοιχες τεχνολογίες ανθούν. Το ίδιο και τις μεγάλες ιντερνετικές πλατφόρμες: Παρότι Αμερικανικής και Κινεζικής προέλευσης, ούτε η μία ούτε η άλλη κυβέρνηση δεν τόλμησε τους να βάλει κανόνες. Οι πρώτοι που το κάνουν είναι οι Ευρωπαίοι. Και, όπως είναι λογικό, οι κανόνες τους θα αποτελέσουν τελικά και τους παγκόσμιους κανόνες.

Αυτό το είδαμε να συμβαίνει ήδη με τον GDPR – τον Ευρωπαϊκό νόμο για τα προσωπικά δεδομένα. Το παράδειγμά του ακολούθησαν οι Κινέζοι (και οι Βραζιλιάνοι, οι Ινδοί, οι Ιάπωνες, οι Κορεάτες για να αναφέρω μόνο τους πιο πρόσφατους), και προσπαθούν να ακολουθήσουν οι Αμερικανοί. Στον τομέα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, τόσο κρίσιμο για την ψηφιακή ζωή, τον παγκόσμιο τόνο τον δίνει εδώ και χρόνια, επισήμως και επωνύμως, η Ευρώπη.

Οι συνέπειες για την Ευρώπη και τα κράτη-μέλη

Για την ίδια την Ευρώπη οι παραπάνω πρωτοβουλίες έχουν μεγάλη σημασία επειδή αποτελούν σημαντικά βήματα προς την ενοποίηση. Καθένα από τα νομοθετήματα αυτά είναι Κανονισμός – επομένως, όπως ο GDPR, ισχύει απευθείας στα Κράτη-Μέλη. Επίσης, καθένα από τα νομοθετήματα αυτά έχει εύκολα αναγνωρίσιμο όνομα – είναι δηλαδή, όπως και ο GDPR, «επώνυμα». Τέλος, ο συνδυασμός όλων αυτών των νομοθετημάτων ρυθμίζει ολόκληρη την ψηφιακή ζωή μας: ειδικά η Digital Services Act αφορά, ακριβώς όπως και ο GDPR, κάθε στιγμή της διαδικτυακής μας ζωής – δηλαδή, ίσως το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μας. Συνεπώς, μόλις η διαδικασία ολοκληρωθεί καθένας μας για την ψηφιακή του ζωή θα αναφέρεται απευθείας στην Ευρώπη, και στον ευρωπαϊκό νόμο, και όχι στον εθνικό νόμο. Όπως ακριβώς σήμερα όλοι στην Ελλάδα αναφέρονται στον «GDPR» και, σχεδόν ποτέ, στον ΓΚΠΔ (τα ελληνικά αρχικά του) ή, πολύ λιγότερο, στον ελληνικό νόμο που τον «τοπικοποιεί», έτσι και στο μέλλον όλοι θα αναφερόμαστε απευθείας στο AI Act ή στο DSA. Οι συνέπειες αυτής της γλωσσικής αλλαγής για το ευρωπαϊκό πρότζεκτ είναι προφανείς.

Για τα Κράτη-Μέλη αυτή η βιασύνη της Ευρώπης να ρυθμίσει την ψηφιακή ζωή αποτελεί ταυτόχρονα πρόβλημα και λύση. Πρόβλημα, επειδή όπως είδαμε η Ευρώπη αφαιρεί από τα Κράτη-Μέλη τη δυνατότητα να νομοθετήσουν μόνα τους για την ψηφιακή ζωή. Αυτή όμως ακριβώς η διαπίστωση είναι ταυτόχρονα και λύτρωση γι αυτά: Ποιο κράτος άραγε θα είχε τις δυνάμεις και τις γνώσεις να νομοθετήσει για την Τεχνητή Νοημοσύνη μόνο του; Για την κυβερνοασφάλεια; Αλλά, ακόμα και αν το έκανε, τι σημασία θα είχε η νομοθεσία, πχ. για το Facebook από ένα μόνο ευρωπαϊκό κράτος; Απολύτως καμία – όπως πρόσφατα αναγκάστηκε να διαπιστώσει η Αυστραλία. Όμως ολόκληρη η Ευρώπη έχει άλλο ειδικό βάρος – όπως επανειλημμένα αναγκάστηκαν να διαπιστώσουν η Google, το Facebook ή η Microsoft.

Για τους Ευρωπαίους, για καθέναν από εμάς, η ευρωπαϊκή νομοθεσία μόνο καλό κάνει. Όταν ολοκληρωθούν οι διαδικασίες οι Ευρωπαίοι θα έχουν το αποτελεσματικότερο και καλύτερο ρυθμιστικό πλαίσιο στον κόσμο για την ψηφιακή ζωή. Θα είναι οι μόνοι των οποίων η διαδικτυακή ζωή θα προστατεύεται. Όπως ακριβώς είναι οι μόνοι με τόσο αποτελεσματικό και πλήρες νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, μέσω του GDPR, το ίδιο θα συμβεί και με τις υπόλοιπες ψηφιακές τεχνολογίες που μας κατακλύζουν.

Ακόμα σημαντικότερο όμως για καθέναν μας είναι το γεγονός ότι ο Ευρωπαϊκός τρόπος ψηφιακής ζωής βάζει τον άνθρωπο στο επίκεντρο. Αυτή είναι η βασική αρχή της Ευρωπαϊκής Διακήρυξης για τα Ψηφιακά Δικαιώματα, που εκδόθηκε μόλις τον Ιανουάριο και που όμως θα αποτελέσει την βασική πολιτική προσέγγιση της Ευρώπης για τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Η τοποθέτηση του ανθρώπου στο επίκεντρο έχει μεγάλη σημασία: Η Ευρώπη δεν βάζει το παγκόσμιο τεχνολογικό προβάδισμα ή τη μεγιστοποίηση του κέρδους από τις ψηφιακές τεχνολογίες στο επίκεντρο, αλλά τον άνθρωπο.

“Η Ευρώπη επιλέγει να δώσει προτεραιότητα στον άνθρωπο, θυσιάζοντας την τεχνολογική πρωτοκαθεδρία και το κέρδος. Κανείς δεν μπορεί να τα έχει όλα”

Τελικά, επομένως, το παγκόσμιο τρί-πολο επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά: Οι ΗΠΑ έχουν την τεχνολογία, η Κίνα τα χρήματα, και η Ευρώπη βάζει τους κανόνες. Αυτός είναι ο Ευρωπαϊκός τρόπος ψηφιακής ζωής, οι κανόνες που βάζουν πρώτο τον άνθρωπο. Οι κανόνες αυτοί δεν μπορεί παρά να βρίσκονται μέσα σε νόμους, και μάλιστα αυστηρούς –οτιδήποτε διαφορετικό απλά δεν λειτουργεί. Αν με ρωτήσετε, είμαι χαρούμενος με αυτή την εξέλιξη. Όχι τόσο λόγω προσωπικού συμφέροντος (νομικός είμαι, τι άλλο θα έλεγα;;) αλλά κυρίως επειδή αφενός πιστεύω ότι η Ευρωπαϊκή προσέγγιση είναι η σωστή για τον άνθρωπο και επειδή αφετέρου πιστεύω ότι, για δομικούς λόγους, ο ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ και Κίνα στα δικά τους πεδία είναι καταδικασμένος – όσο καταδικασμένες είναι και αυτές αν προσπαθήσουν να παράξουν κανόνες για όλους. Φυσικά φαντάζομαι ότι υπάρχουν πολλοί που θα διαφωνούσαν μαζί μου, όπως έχουν κάθε δικαίωμα να κάνουν – αυτή είναι άλλωστε η ουσία της δημοκρατίας, η οποία, ας μην ξεχνάμε, είναι μια άλλη ρυθμιστική προσφορά της Ευρώπης στην ανθρωπότητα.

Ανισότητα; Ίσα ίσα, ποτέ δεν ήμασταν καλύτερα, εξαιτίας της ψηφιακής τεχνολογίας

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 26.01.2022

Δεν ζούμε στην εποχή των ανισοτήτων, αλλά σε μια απίστευτης και απαράμιλλης ισότητας, χάρη και στην ψηφιακή τεχνολογία.

Το κείμενο του, φίλου, Τάσου Παγκάκη που δημοσιεύτηκε εδώ στο 2045 για την ανισότητα μου έδωσε μια ευκαιρία που ομολογώ ότι από καιρό έψαχνα: Να δώσω μια άλλη οπτική γι’ αυτό το θέμα. Το κείμενο του Τάσου συμφωνεί με την, πράγματι γενική, αντίληψη ότι η ανισότητα είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα σήμερα. Διαφωνώ έντονα. Ή, μάλλον, συμφωνώ γενικά ότι η μεγάλη ανισότητα είναι κακό πράγμα, κάνοντας όμως δύο επισημάνσεις: Πρώτη, ότι η ανισότητα γενικά είναι καλό πράγμα, και αναπόφευκτη μεταξύ των ανθρώπων. Δεύτερη, ότι η ανθρωπότητα ουδέποτε ιστορικά πέρασε καλύτερη περίοδο προστασίας του ανθρώπου, ευημερίας και ασφάλειας, έχοντας μειώσει σε απίστευτο βαθμό της ανισότητες.

Όμως ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, ακολουθώντας τη δομή του Τάσου, επειδή το θέμα είναι αχανές και προφανώς δεν αντιμετωπίζεται αναλυτικά εδώ.

Ζούμε πράγματι στην εποχή των ανισοτήτων;

Προφανώς και δεν ζούμε στην εποχή των ανισοτήτων. Ίσα ίσα, ζούμε σε εποχή απίστευτης και απαράμιλλης ισότητας. Το βασικό μόττο της, οικονομικής, ανισότητας σήμερα είναι ότι το 1% του πληθυσμού ελέγχει το, και γω δεν ξέρω πόσο ακριβώς, μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου πλούτου. Ωραία, δεχόμαστε ότι τα πράγματα είναι έτσι. Η ερώτηση είναι, ήταν ποτέ στο παρελθόν διαφορετικά; Ή, πιο σωστά, ήταν ποτέ τα πράγματα καλύτερα από σήμερα;

Πόσο πίσω στην ανθρώπινη ιστορία θα θέλατε να πάμε; Το γεγονός βέβαια ότι αξιόπιστα στατιστικά έχουμε για μόλις τα εκατό τελευταία χρόνια περίπου (και αυτά μόνο για καμιά δεκαριά χώρες) δεν βοηθά, επομένως θα πρέπει να κάνουμε μια αναγωγή με βάση τη φαντασία κα τις ιστορικές μας γνώσεις: Στην Αρχαία Ρώμη, για παράδειγμα, ο ίδιος ο αυτοκράτορας και οι ευγενείς στη Ρώμη ποιο ακριβώς ποσοστό του παγκόσμιου τότε πλούτου κρατούσαν στα χέρια τους; Μήπως, όλο; Πόσο ίσος ήταν ο Ρωμαίος που ζούσε σε φτωχογειτονιές στη Ρώμη με αυτούς; Και, φανταστείτε ότι ο φτωχός Ρωμαίος στη Ρωμη ήταν απείρως πλουσιότερος από τον φτωχό Εβραίο ή τον φτωχό Αιγύπτιο, τους κατακτημένους δηλαδή. Για να μην σας ζητήσω να φανταστείτε ότι αυτός ήταν ο «πολιτισμένος» κόσμος – σε άλλες περιοχές της Σιβηρίας (για την ακρίβεια, οπουδήποτε πέρα από τον Δούναβη) ή της υποσαχάριας Αφρικής, πόσο πλούσιοι ήταν αυτοί οι λαοί σε σχέση με τους ευγενείς στη Ρώμη; Αν πρόκειται σήμερα να συγκρίνουμε τον ιδιοκτήτη της Tesla ή της Amazon με τον μέσο Αμερικανό, Ευρωπαίο ή Αφρικανό, αυτή θα ήταν η αντιστοιχία. Βελτιώθηκαν, ή χειροτέρεψαν τα πράγματα κατά τη γνώμη σας;

Δεν θα είχα όμως καμία αντίρρηση να έρθουμε και πιο πρόσφατα. Θέλετε να πάμε στη Βιομηχανική Επανάσταση; Όταν στο Μάντσεστερ δούλευαν και τα μικρά παιδιά 16ωρα οι Άγγλοι ευγενείς ζούσαν στους πύργους που σήμερα είναι τα μουσεία που επισκεπτόμαστε κάθε που πηγαίνουμε στην Αγγλία. Και, σκεφτείτε ότι αυτοί στο Μάντσεστερ ήταν οι τυχεροί. Εδώ στα Βαλκάνια είχαμε τουρκοκρατία και στα απομακρυσμένα χωριά φαντάζεστε πως ζούσαν οι Έλληνες. Και πάλι, οι Έλληνες ήταν από τους τυχερούς, τουλάχιστον δεν πήγαιναν σκλάβοι σε φυτείες σε άλλη ήπειρο, όπως οι Αφρικανοί συνάνθρωποί μας. Θέλετε να δούμε συνθήκες ισότητας τότε, μεταξύ του Άγγλου ή του Ισπανού βασιλιά και οποιουδήποτε από τους παραπάνω;

Θα μπορούσα να εξιστορώ για ώρες ολόκληρες, και να φτάσω μέχρι και το 1930, συγκρίνοντας τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ» με Αμερικανούς λευκούς συμπολίτες του που δεν είχαν ούτε φαγητό να φάνε ή με μαύρους συμπολίτες του που δεν είχαν ούτε δικαίωμα στη ζωή τους, και να έρθω μετά στην Ελλάδα όπου ζούσαμε τα αποτελέσματα της μικρασιατικής καταστροφής. Τι συνθήκες ισότητας υπήρχαν τότε μεταξύ του Μεγάλου Γκάτσμπυ και του πρόσφυγα στη Νέα Φιλαδέλφεια;

Επομένως, όχι. Δεν ζούμε την εποχή της ανισότητας. Ζούμε την εποχή της απίστευτης ισότητας.

“Σε λιγότερα από εκατό χρόνια το βιοτικό επίπεδο της ανθρωπότητας ανέβηκε σε απίστευτο βαθμό, το ποσοστό της φτώχειας καταπολεμήθηκε σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά κυρίως, κυρίως, σταματήσαμε να θεωρούμε ότι υπάρχουν κατώτεροι συνάνθρωποι.”

Τι μας κοστίζουν οι ανισότητες;

Με το δεύτερο σημείο του Τάσου συμφωνώ, οι ανισότητες πράγματι μας κοστίζουν ακριβά. Η ερώτησή μου όμως είναι, ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που πιστεύουμε ότι μας κοστίζουν ακριβά; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ότι μας κοστίζουν ακριβά επειδή μετράμε το κάθε άτομο ίσα. Δηλαδή, σύμφωνα με την ανάλυση του Τάσου, προκαλείται δημοσιονομικό κόστος επειδή θέλουμε όσοι έχουν ανάγκη να βοηθηθούν, και προκαλείται ιδιωτικό οικονομικό κόστος επειδή θέλουμε όλοι να έχουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως η υγεία και η εκπαίδευση.

Όμως, η βασική παραδοχή πίσω από όλα τα παραπάνω είναι ότι φτάνουμε σε αυτά τα συμπεράσματα επειδή θεωρούμε όλους τους ανθρώπους, οπουδήποτε στον πλανήτη ίσους, που έχουν βασικά δικαιώματα που πρέπει να προστατευθούν.

Ποτέ, μα ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν πίστευε απολύτως κανένας το παραπάνω, παρά μόνο τα τελευταία πενήντα με εξήντα χρόνια. Ποιος πίστευε ότι άλλοι, γειτονικοί ή μακρινοί λαοί δεν ήταν κατώτεροι, που δεν τους άξιζε να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης ή να πεθάνουν; Οι αρχαίοι Έλληνες; Οι αρχαίοι Ρωμαίοι; Οι βασιλιάδες του Μεσαίωνα (των Βυζαντινών περιλαμβανομένων); Οι αποικιοκράτες; Οι Μογγόλοι; Οι Αζτέκοι; Ο Κινέζος αυτοκράτορας; Ο Ιάπωνας αυτοκράτορας; Ποιος; Στη νεότερη εποχή, αν αντικαταστήσουμε τον «γειτονικό λαό» με τον αντίθετο ιδεολογικά, το ίδιο δεν θεωρούσαν οι κομμουνιστές και οι φασίστες; Ποιος από όλους αυτούς (περιλαμβανομένων των λαών και των οπαδών τους) θεώρησε ποτέ ότι ο δίπλα και διαφορετικός λαός ή ιδεολογικός αντίπαλος έχει δικαιώματα ίδια με τα δικά του; Στην καλύτερη περίπτωση για αιώνες η ανθρωπότητα το μόνο δικαίωμα που αναγνώριζε στον δίπλα και διαφορετικό ήταν το δικαίωμα σε έναν γρήγορο, χωρίς βασανιστήρια θάνατο (κυριολεκτώ, δεν αστειεύομαι).

Η σημερινή πεποίθηση ότι όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη έχουν ίσα δικαιώματα και πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες προήλθε από τον Δυτικό πολιτισμό, με χριστιανική προέλευση και μέσα από την Αμερικανική και τη Γαλλική επανάσταση. Το μοντέλο αυτό σκέψης κατόπιν επιβλήθηκε και στον υπόλοιπο κόσμο (μουσουλμανικό, ασιατικό) παρότι, όπως διαπιστώνουμε καθημερινά, αντιρρήσεις σε αυτή τη θρησκεία και σε αυτά τα πολιτικά συστήματα ακόμα υπάρχουν. Όλα αυτά όμως είναι αποτέλεσμα της (Δυτικής) σκέψης μας τα τελευταία πενήντα-εξήντα χρόνια, όχι παραπάνω.

Είναι παντού γύρω μας οι ανισότητες;

Ανισότητες υπάρχουν γύρω μας, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι αυτό. Όμως, αν κρατήσουμε τα δύο παραπάνω δεδομένα, ότι δηλαδή ποτέ η ανθρωπότητα σε παγκόσμιο οικονομικό επίπεδο δεν ήταν περισσότερο ίση και ότι ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν πίστευε καθολικά ότι όλοι οι άνθρωποι είναι μεταξύ τους ίσοι, τότε πρέπει να αντιληφθούμε ότι πλέον η σημερινή κουβέντα περί ανισοτήτων είναι πολιτική, όχι αντικειμενική.

Ας δούμε, για παράδειγμα, το θέμα που αναδεικνύει ο Τάσος στο κείμενό του, αυτό της ενημέρωσης και της ελευθερίας του Τύπου. Αναφέρει ότι η Ελλάδα το 2021 βρέθηκε στη θέση 70 (από την 65 που κατείχε το 2020) του Παγκόσμιου Δείκτη των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα. Έστω ότι τον δείκτη αυτόν τον αποδεχόμαστε (προσωπικά όχι, επειδή δεν δίνει κανένα απολύτως στοιχείο για τη μεθοδολογία του, συνεπώς είναι εντελώς υποκειμενικός). Αν δούμε που βρισκόμαστε τα τελευταία χρόνια, θα δούμε ότι το 65 ήταν εξαιρετικό σκορ για την Ελλάδα που πέτυχε μόνο το 2019 και το 2020. Αντιθέτως, από το 2013 που ξεκίνησε να μετράει η χώρα συνήθως βρίσκεται στο 80 και στο 90. Δηλαδή, το 70 του 2021 είναι το δεύτερο καλύτερο αποτέλεσμα μιας σχεδόν δεκαετίας μέχρι σήμερα – όχι κι άσχημα, θα έλεγε κανείς. (Εξίσου, με την Ιταλία στο 41, τη Γαλλία στο 34 και την Αγγλία στο 33, εγώ τουλάχιστον δεν νιώθω άσχημα με το 70).

Τέλος, και για να σταματήσω την ιστορική αναδρομή κάπου εδώ, η εκπαίδευση ήταν διαχρονικά μια ακριβή υπόθεση των, πολύ, πλουσίων. Από την εποχή του Περικλή και του Αλκιβιάδη μέχρι τους Ρωμαίους πλούσιους νέους που γυρνούσαν την Μεσόγειο για να σπουδάσουν κοντά σε, πασίγνωστους, Έλληνες φιλόσοφους, και μέχρι τα πρώτα, επί πληρωμή, πανεπιστήμια των ελίτ του Μεσαίωνα, για να πάρει κανείς αξιόλογη εκπαίδευση, και το συνακόλουθο κοινωνικό πλεονέκτημα, έπρεπε να πληρώσει (πολύ) ακριβά. Τα δημόσια και ανοιχτά σε όλους με εξετάσεις πανεπιστήμια είναι, και αυτό, επίτευγμα των μόλις τελευταίων πενήντα ή εξήντα ετών.

Τι άλλαξε και γίναμε περισσότερο ίσοι; Η ψηφιακή τεχνολογία!

Η ανθρωπότητα αναμφίβολα προόδευσε μέσα από τα τελευταία 3000 χρόνια καταγεγραμμένης ιστορίας της, με την έννοια ότι, αν μη τι άλλο, ο Δυτικός πολιτισμός επέβαλε στους ανθρώπους όλου του πλανήτη να μεταχειρίζονται όλους τους συνανθρώπους τους σας ίσους. Αυτό από μόνο του αποτελεί ένα σπουδαίο, καθόλου αυτονόητο επίτευγμα καταπληκτικής σημασίας. Αν και αποτελεί προϊόν ιστορικής εξέλιξης της Δυτικής επιστήμης και της χριστιανικής πίστης μας, θεωρώ ότι βοηθήθηκε, και πλέον στηρίζεται, στην ψηφιακή τεχνολογία (για να ευλογήσουμε και τα γένια μας!).

“Η ψηφιακή τεχνολογία έφερε τους ανθρώπους πιο κοντά. Η εξέλιξη είχε αρχίσει ήδη από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση (μην ξεχνάμε, τότε ακριβώς που η ισότητα έγινε παγκόσμια) όμως κορυφώθηκε με το ίντερνετ.”

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπου συγκινούμαστε με το γατάκι που έσωσε η πυροσβεστική στην Αυστραλία και με το παιδί που σώθηκε σαν από θαύμα από τροχαίο κάπου στην Αφρική όπως ακριβώς συγκινούμαστε και με ό,τι συμβαίνει δίπλα μας, είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς την ανωτερότητα της μιας φυλής πάνω στην άλλη. Ή, την ανωτερότητα των ανδρών έναντι των γυναικών, των strait έναντι των gay κοκ. Το ίντερνετ έκανε τη ζωή του δίπλα, οποιουδήποτε δίπλα, και δική μας.

Μένει επομένως η θεμιτή ανισότητα, η διαφορετική μεταχείριση διαφορετικών ανθρώπων και καταστάσεων. Αυτή η ανισότητα είναι απαραίτητη, επειδή είναι αυτή ακριβώς που πάει την ανθρωπότητα μπροστά (ρωτήστε και τα πρώην κομμουνιστικά καθεστώτα, που δοκίμασαν να την εξαφανίσουν). Αυτή η ανισότητα είναι καλό να υπάρχει και πάντα θα υπάρχει επειδή ούτε ο ένας άνθρωπος είναι ίδιος με τον άλλον ούτε τα θέλω τους συμπίπτουν. Η ψηφιακή τεχνολογία είναι εδώ για να δίνει ίσες ευκαιρίες σε όλους – ποτέ άλλοτε ένα app ή μια μουσική ή μια ταινία δεν ήταν ταυτόχρονα προσβάσιμα σε όλους, από την Καλιφόρνια μέχρι την πιο απομακρυσμένη γωνιά του πλανήτη. Ανισότητα σήμερα υπάρχει λιγότερη παρά ποτέ, και η ψηφιακή τεχνολογία φροντίζει να την εξαλείψει με υγιή τρόπο, προς το καλό όλων μας.

Η Ελλάδα 2.0 χρειάζεται και τον Πολίτη 2.0

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 7.10.2021

Οι ψηφιακές δυνατότητες θέλουν και ψηφιακές δεξιότητες.

Οπως πλέον καθένας μας διαπιστώνει σχεδόν καθημερινά, η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του ελληνικού Δημοσίου, τουλάχιστον προς τον πολίτη, προχωρά με καταιγιστικό ρυθμό: Μέσα σε λίγο καιρό είχαμε την βελτίωση των διαδικασιών επίσημης μετάφρασης μέσω του metafraseis.services.gov. gr, την έκδοση προσωρινών αδειών οδήγησης μέσω της πλατφόρμας gov.gr, ή την ενημέρωση το myhealth app με το ιατρικό ιστορικό μας σχεδόν μιας δεκαετίας. Σχεδόν κάθε εβδομάδα το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης ανακοινώνει νέα έργα και πρωτοβουλίες που, επιτέλους, φέρνουν την Ελλάδα και τις υπηρεσίες του ελληνικού Δημοσίου προς τους πολίτες εκεί που όφειλαν να είναι εδώ και καιρό.

Κλειδί για όλες αυτές τις εργασίες είναι, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, η ταυτοποίηση του πολίτη με τη χρήση των κωδικών taxisnet. Αυτό ήταν ένα πρόβλημα δεκαετιών που έλυσε με επιτυχία το Υπουργείο. Από τη στιγμή που το ελληνικό Δημόσιο μπορεί με ασφαλή τρόπο να διαπιστώσει online ότι εγώ είμαι εγώ (ας μην ξεχνάμε ότι στο ίντερνετ «κανείς δεν γνωρίζει ότι είσαι σκύλος»…) τότε ανοίξει η πόρτα ώστε να μου παρέχει τις υπηρεσίες του αποκλειστικά online. Γι αυτό έχουν σημασία οι, περισσότερο τεχνικής φύσης, ανακοινώσεις του Υπουργείου ανά περιόδους που μας ενημερώνουν για «αύξηση των φορέων του Δημοσίου που επιτρέπουν την πρόσβαση των πολιτών σε ηλεκτρονικές υπηρεσίες με τη χρήση των κωδικών taxisnet», αφού όσο περισσότεροι φορείς δέχονται τους κωδικούς τόσο περισσότερες υπηρεσίες «ξεκλειδώνουν online» για τους πολίτες.

Αντίστοιχα, σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση «η διεύρυνση των ηλεκτρονικών υπηρεσιών (από 501 την πρώτη ημέρα λειτουργίας του gov.gr σε περισσότερες από 1.250 σήμερα) αποτυπώνεται και στην εκθετική αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Ενδεικτικά, από τις 8 εκατομμύρια ηλεκτρονικές συναλλαγές το 2018, το 2020 καταγράφηκαν περισσότερες από 94 εκατομμύρια και φέτος, μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2021 έχουμε ξεπεράσει τα 150 εκατομμύρια ηλεκτρονικές συναλλαγές».

Δηλαδή, με ποσοστό διείσδυσης Διαδικτύου στην Ελλάδα περίπου στο 70% και τα 2/3 του υπόλοιπου 30% να είναι υπερήλικες, μέσα στο 2021 μπορεί κανείς βάσιμα να υποθέσει ότι κάθε ένας Έλληνας πολίτης σε παραγωγική ηλικία θα έχει κάνει τουλάχιστον μια ηλεκτρονική συναλλαγή με το ελληνικό Δημόσιο.

H Ελλάδα στην ψηφιακή εποχή

Η διαπίστωση αυτή είναι, φυσικά, λόγος πανηγυρισμού. Επιτέλους, η Ελλάδα κλείνει αποφασιστικά πίσω της την πόρτα του ψηφιακού αναλφαβητισμού και εισέρχεται δυναμικά στην ψηφιακή εποχή. Αυτή η νέα ψηφιακή εποχή μας αφορά όλους, δεν απευθύνεται δηλαδή σε μια οικονομική και κοινωνική ελίτ. Καθένας πλέον στην Ελλάδα ακόμα και με ένα smartphone ή ένα tablet μπορεί να απολαύσει πλήρως και ελεύθερα ψηφιακές παροχές τόσο από τον ιδιωτικό όσο και από τον δημόσιο τομέα.

Υπάρχει ίσως κάποιο πρόβλημα σε αυτή τη ρόδινη εικόνα; Κατά τη γνώμη μου ναι, αυτό της ταχύτητας που κάτι τέτοιο επιτεύχθηκε. Οι αριθμοί του Υπουργείου είναι αποκαλυπτικοί:

Μέσα σε τρία χρόνια οι ηλεκτρονικές συναλλαγές με το Δημόσιο εκτινάχθηκαν από τα 8 εκ. σε, πιθανότατα, 300 εκ. ετησίως. Δηλαδή, από την πλήρη απραξία (αν όχι απαξία) πήγαμε στην σχεδόν καθολική χρήση μέσα σε τρία χρόνια. Είναι μόνο καλό αυτό;

Σε αυτό το σημείο οφείλει κανείς να ανοίξει μια παρένθεση, ώστε να μιλήσει για τον ψηφιακό κόσμο. Ενδεχομένως κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο για τους αναγνώστες του 2045.gr, οι οποίοι ίσως θελήσουν να προχωρήσουν απευθείας παρακάτω στα συμπεράσματα, όμως είναι σκόπιμο νομίζω κάποια πράγματα να επαναλαμβάνονται σε κάθε ευκαιρία.

Ο ψηφιακός κόσμος, λοιπόν, δεν είναι κάτι με το οποίο γεννηθήκαμε. Αυτό ισχύει όχι μόνο για εμάς τους σημερινούς 50άρηδες αλλά και, όσο και αν οι ίδιοι δεν θα ήθελαν να το παραδεχτούν, και για τους πιτσιρικάδες (και ημι-πιτσιρικάδες) σήμερα: Αν το Facebook μόλις έκλεισε τα 15 του, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ίντερνετ και η ψηφιακή κατάσταση ακόμα και για τον σημερινό 20άρη ήταν διαφορετικά όταν ήταν έφηβος/η και εντελώς διαφορετικά σήμερα.

Με λίγα λόγια, ο ψηφιακός κόσμος γύρω μας συνεχώς αλλάζει. Αυτό ίσχυε τη δεκαετία του 1990, όταν ξεκίνησε, και συνεχίζει να ισχύει ακόμα και σήμερα. Θεωρώ ότι θα περάσουν δεκαετίες (ίσως μέχρι το 2045;), μέχρι κάπως να οριστικοποιηθεί.

Το κοινωνικό ψηφιακό χάσμα

Αναπόφευκτα επομένως ο μέσος πολίτης αδυνατεί να τον παρακολουθήσει. Αυτό ίσως δεν ισχύει για τους λίγους εμάς που βγάζουμε το ψωμί μας από την τεχνολογία ή που θεωρούμε ότι η τεχνολογία είναι το χόμπι μας, όμως πρέπει κανείς πάντα να έχει στο μυαλό του ότι όλοι εμείς αποτελούμε μια, μικρή, μειοψηφία. Ο μέσος πολίτης χρησιμοποιεί την τεχνολογία περιστασιακά και χωρίς γνώση – ή, σωστότερα, επίγνωση.

Τα αποτελέσματα αυτού του κοινωνικού ψηφιακού χάσματος, της απόστασης δηλαδή μεταξύ της χρήσης και της επίγνωσης, τα ζούμε καθημερινά γύρω μας: Τα social media καθορίζουν εκλογικά αποτελέσματα σε Ευρώπη και Αμερική, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες νιώθουν ότι απειλούνται, οι πολίτες εκθέτουν ανεπανόρθωτα την προσωπική τους ζωή στο Διαδίκτυο, η ψηφιακή απάτη αποτελεί πραγματικό κίνδυνο, το κυβερνο-έγκλημα (για να μην πω, ο κυβερνο-πόλεμος) το ίδιο.

Με λίγα λόγια, ο μέσος πολίτης ακόμα κινδυνεύει και ταλαιπωρείται από τις παιδικές ασθένειες ενός μέσου, δηλαδή του Διαδικτύου, που ήρθε για να του αλλάζει τη ζωή με περισσότερους από έναν τρόπους, από την παγκοσμιοποίηση μέχρι την καθημερινότητά του.

Ποια θα ήταν η λύση, ή έστω μια απάντηση, σε αυτό το πρόβλημα; Δύο μόνο τρόπους μπορώ να φανταστώ, ώστε αυτό να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά: Ο ένας είναι αυτός της φυσικής επιλογής: Με το πέρασμα των δεκαετιών και την αντικατάσταση των γενιών θα έρθει κάποτε η στιγμή που η τεχνολογία και ο μέσος πολίτης θα συμβαδίσουν. Μπορεί να πάρει μερικές δεκαετίες ακόμα, αλλά αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα συμβεί.

Ο άλλος τρόπος είναι εκείνος της εκπαίδευσης και της ενημέρωσης, ώστε να «σωθούν» οι πολίτες ήδη από τώρα. Δηλαδή, να μην αφήσουμε μια ή και δύο γενιές να πάνε ψηφιακά «χαμένες». Να εκπαιδευτεί ο πολίτης τόσο ως προς τη χρήση των νέων μέσων, όσο και, κυρίως, ως προς το τι ακριβώς σημαίνουν τα νέα μέσα, πως λειτουργούν, ποιους περιορισμούς έχουν, ποιοι κίνδυνοι ελλοχεύουν. Μόνο έτσι θα μπορέσει να καταλάβει ότι ο ψηφιακός κόσμος έχει διαφορές από τον πραγματικό, ότι παρότι οι δύο φαίνεται να μοιάζουν, και, για παράδειγμα, την ίδια υπηρεσία παίρνει κανείς είτε πάει στον γκισέ είτε κάνει login με τα στοιχεία taxisnet του, οι δύο αυτοί κόσμοι ποτέ δεν είναι πραγματικά ίδιοι.

Ανάγκη η εκπαίδευση του πολίτη

Εδώ επομένως μπορεί κανείς να κλείσει την παρένθεση ώστε να γίνει η σύνδεση με την διαρκώς επιταχυνόμενη ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του Δημοσίου. Ο μέσος Έλληνας ξαφνικά διαπιστώνει ότι μπορεί να πάρει το δίπλωμα οδήγησής του ψηφιακά, ότι μπορεί να έχει όλο το ιατρικό ιστορικό του σε ένα app στο κινητό του ή ότι μπορεί να βγάλει ψηφιακές μεταφράσεις. Όμως, ακόμα και στους ψηφιακά ενήμερους, κανείς δεν τους εξηγεί τι σημαίνει αυτό στην, ψηφιακή, πράξη: Πως επιτεύχθηκε αυτή η τεχνική λύση, με ποια δεδομένα, με ποιες παραδοχές, με τι κινδύνους, με ποιες συνέπειες; Πέρα από την διευκόλυνση, υπάρχουν άλλοι λόγοι να προτιμήσει κανείς (ή και να μην προτιμήσει, τελικά) τον ψηφιακό από τον φυσικό τρόπο; (Μην παρεξηγηθώ, δεν μιλώ μόνο για προσωπικά δεδομένα και για κάτι που αντιμετωπίζεται με όρους χρήσης στο κάτω μέρος της ιστοσελίδας της υπηρεσίας, μιλώ για κάτι που αφορά όχι μόνο τον νόμο αλλά και την τεχνική και την κοινωνική ανάλυση.)

Εξίσου κανείς όμως δεν απευθύνεται και προς τους λιγότερο ψηφιακά ενήμερους. Όσοι δεν βρίσκονται στην πρώτη ταχύτητα της τεχνολογίας, είτε λόγω επαγγέλματος είτε από επιλογή, δεν είναι απαραίτητο ότι είναι εξοικειωμένοι με τις νέες δεξιότητες που απαιτούνται για τη χρήση των ηλεκτρονικών υπηρεσιών. Καθέναν τους μπορεί να ξενίζει είτε το εύρος των πληροφοριών που ζητείται κάθε φορά, είτε ο τρόπος χρήσης μιας online πλατφόρμας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι, άνθρωποι κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, καταφεύγουν π.χ. στα παιδιά τους ή σε ειδικούς (λογιστικά γραφεία, καταστήματα Η/Υ) για να κάνουν online τις εργασίες που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να κάνουν μόνοι τους.

Με άλλα λόγια, οι ψηφιακές δυνατότητες θέλουν και ψηφιακές δεξιότητες. Οι οποίες δεξιότητες δεν αφορούν μόνο τη χρήση αλλά και την πράγματι γνώση. Δεν αρκεί να αδειάζουμε έναν κουβά υπηρεσιών στον μέχρι προχτές ανυποψίαστο πολίτη, αλλά οφείλουμε και να τον εκπαιδεύσουμε, πως καλύτερα και σωστότερα να τις χρησιμοποιήσει.

Δεν χρειαζόμαστε ψηφιακό αλφαβητισμό, αλλά πολίτες power users. Δηλαδή, ο στόχος δεν μπορεί να είναι μόνο η Ελλάδα 2.0 αλλά και ο Πολίτης 2.0.

Προφανώς τα παραπάνω δεν είναι δουλειά του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης να τα επιτύχει, τουλάχιστον όχι σήμερα που όλη η προσπάθεια δίνεται να βγουν στον αέρα υπηρεσίες που είχαν χρονίσει. Απόλυτη προτεραιότητα είναι η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών, τουλάχιστον ως προς τον πολίτη, και εννοείται ότι τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Αφού η χώρα άργησε, τώρα πρέπει να τρέξει. Το μόνο πρόβλημα με το σπριντ είναι ότι ο δρομέας δεν προλαβαίνει να κοιτάξει γύρω του ούτε να πάρει ανάσες. Όμως, η πορεία προς την ψηφιακή ζωή είναι μαραθώνιος, όχι σπριντ. Έχει ήδη κρατήσει καιρό και έχει δρόμο ακόμα μπροστά της. Είναι επομένως απολύτως σκόπιμο η Ελλάδα να πάρει κάποια στιγμή τις ανάσες της και να στρέψει την προσοχή της στον πολίτη, στην ενημέρωση και στην εκπαίδευσή του. Αν θέλουμε η ψηφιακή κατάσταση, η Ελλάδα 2.0 να μας αφορά όλους, τότε ο μέσος Έλληνας πολίτης πρέπει και αυτός να αναβαθμιστεί στην επόμενη, 2.0, μορφή του.

To Internet ως υπηρεσία κοινής ωφέλειας

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 2.11.2020

Η ιδέα της πρόσβασης στο Internet ως υπηρεσία κοινής ωφέλειας δεν είναι καινούργια. Είναι όμως αρκετά ώριμη για να υιοθετηθεί;

Υποθέτω ότι όλοι εμείς οι (πολύ) παλαιότεροι θα θυμόμαστε τις ραδιοφωνικές διαφημίσεις της δεκαετίας του 1980 που διαβεβαίωναν ότι τα οικόπεδα προς πώληση κάπου στην Ανατολική Αττική (δηλαδή, τότε, πολύ μακριά από την πόλη) είχαν πράγματι «φως, νερό, τηλέφωνο», δηλαδή τα βασικά. Το ερώτημα τώρα όμως πλέον είναι, μήπως στα βασικά έχει πια προστεθεί και το ίντερνετ;

Υπάρχουν δύο τουλάχιστον τρόποι να αντιμετωπίσει κανείς το ερώτημα αυτό, ένας κοινωνικός και ένας νομικός. Ο πρώτος αφορά την κατάσταση γύρω μας, το πως δηλαδή καθένας μας αντιλαμβάνεται το ίντερνετ. Ο δεύτερος, ο νομικός, αφορά ένα ενδεχόμενο «δικαίωμα στο ίντερνετ».

H κοινωνική διάσταση του θέματος

Κοινωνικά κατά τη γνώμη μου η κατάσταση είναι διφορούμενη: Από τη μια μεριά, καθένας μας (τουλάχιστον από όσους επικοινωνούμε εδώ) έχει σύνδεση στο ίντερνετ σταθερή και κινητή (data), διαθέτει περισσότερες από μία συσκευές για να συνδέεται (smartphone, υπολογιστή, tablet, wearable ή ό,τι άλλο), θεωρεί αυτονόητο ότι πρώτη κίνηση σε νέο κατάλυμα ή σπίτι είναι η σύνδεση στο ίντερνετ, και γενικά δεν διανοείται τη ζωή του off-line παρά μόνο ίσως σε περίοδο διακοπών.

Είναι όμως πράγματι έτσι τα πράγματα; Παρόλα τα παραπάνω, κατά τη γνώμη μου δεν είμαστε ακόμα βέβαιοι ότι το ίντερνετ αποτελεί αυτονόητη παροχή. Για παράδειγμα, θα διαφήμιζε κανείς ποτέ σήμερα την παροχή «ζεστού νερού» στα ξενοδοχεία; Ή την ύπαρξη χωριστής τουαλέτας ανδρών-γυναικών στα καφέ; Προφανώς όχι, επειδή θεωρούνται αυτονόητα. Τότε γιατί τόσο τα ξενοδοχεία όσο και τα καφέ εξακολουθούν να διαφημίζουν την παροχή «δωρεάν Wi-Fi» στους πελάτες τους;

Το ίδιο και στους χώρους εργασίας: Θα δήλωνε ποτέ κανείς στο βιογραφικό του σημείωμα ότι γνωρίζει να γράφει και να διαβάζει; Προφανώς όχι – τότε όμως γιατί νιώθει την ανάγκη να διευκρινίσει τη «γνώση χρήσης Η/Υ και ίντερνετ»; Ομοίως και από τη μεριά του εργοδότη, θα είχε ποτέ κανένας οργανισμός εσωτερικό κανονισμό, πόσο νερό ή καφέ δικαιούται κάθε εργαζόμενος να καταναλώνει την ημέρα; Τότε γιατί έχει εσωτερικούς κανόνες για τη χρήση του ίντερνετ;

Μια μεταβατική εποχή

Κατά τη γνώμη μου επομένως ζούμε σε μεταβατική εποχή που το ίντερνετ θεωρείται ακόμα πρόσθετη και όχι βασική παροχή. Μπορεί σιγά-σιγά αυτό να αλλάζει και κανένας μας, για παράδειγμα, να μην διέμενε ποτέ σε κατάλυμα χωρίς «Wi-Fi», όμως το ίντερνετ δεν έχει φτάσει ακόμα στο μυαλό μας να εξομοιωθεί πλήρως με το «φως, νερό, τηλέφωνο».

Η κοινωνική απάντηση θεωρητικά προδικάζει και τη νομική – και σε αυτή την περίπτωση ευτυχώς αυτό πράγματι συμβαίνει. Ο νόμος δεν μπορεί να είναι μακριά, ή έστω πολύ μακριά, από την κοινωνία. Αν η κοινωνία ακόμα θεωρεί το ίντερνετ πρόσθετη παροχή ο νομοθέτης θα ήταν λάθος να την κάνει βασική.

Το θέμα εξετάστηκε σε κάποιο βάθος πριν καμιά δεκαριά χρόνια, αφού και η νομική άλλωστε έχει τις μόδες της (σήμερα, για παράδειγμα, αν δεν μιλήσεις για αλγόριθμους είσαι εκτός κλίματος). Το ερώτημα τότε ήταν αν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι υπάρχει κάτι σαν «δικαίωμα στο ίντερνετ», που θα το προσθέταμε στον κατάλογο των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Προσοχή όμως, εδώ χρειάζεται μια απαραίτητη διευκρίνιση: Αυτό εδώ το κείμενο εξετάζει την πρόσβαση στο ίντερνετ, όχι τη συμμετοχή στο ίντερνετ. Πρόσβαση στο ίντερνετ σημαίνει ακριβώς αυτό, να έχει κανείς δηλαδή τη δυνατότητα σύνδεσης. Συμμετοχή στο ίντερνετ, η οποία ως συμμετοχή στην Κοινωνία της Πληροφορίας ρυθμίζεται και στο Σύνταγμά μας, μπορεί να σημαίνει πολλά άλλα πράγματα επιπλέον της πρόσβασης – ή και τίποτα απολύτως.

Η απάντηση και στη νομική ανάλυση ήταν τελικά αρνητική. Ούτε σε υπάρχοντα κείμενα μπορούσαμε να θεμελιώσουμε έμμεσα ένα τέτοιο νέο δικαίωμα, ούτε ήταν σκόπιμο να εισαχθούν νέες διατάξεις. Οι λόγοι ήταν τόσο πρακτικοί όσο και τεχνικοί: Τι θα πει «πρόσβαση»; Δυνατότητα ή πράγματι σύνδεση; Αρκεί οποιαδήποτε πρόσβαση, ακόμα και χαμηλής ταχύτητας; Μήπως αυτό το δικαίωμα τελικά κατέληγε να επιβαρύνει κυρίως ιδιώτες;

Μετεξέλιξη, άλλωστε, αυτής της συζήτησης είναι η σημερινή αντιπαράθεση, κυρίως στην Αμερική, για το αν τα online social media (δεν χρειάζεται να αναφέρω, νομίζω, ποιον αφορά κυρίως αυτό…) πρέπει να αντιμετωπιστούν ως utilities ή όχι.

Έχει βάση “το δικαίωμα στο Ίντερνετ”;

Επομένως το δικαίωμα στο ίντερνετ δεν υπάρχει σήμερα και μάλλον δεν πρόκειται να υπάρξει ούτε και στο μέλλον. Η νομική επιστήμη αντικατοπτρίζει την καθημερινότητα που, για την ώρα τουλάχιστον, αντιμετωπίζει το ίντερνετ ως πρόσθετη παροχή και δεν το εξομοιώνει με τα βασικά.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι τα πράγματα δεν πρόκειται να αλλάξουν, ότι το ίντερνετ δεν θα προστεθεί στον κατάλογο των βασικών παροχών σύντομα. Η δική μου γενιά, των σημερινών 45-50άρηδων, δεν μεγάλωσε με το ίντερνετ, ίσα ίσα το ίντερνετ μας συνάντησε σε ώριμη ηλικία. Οι νεότερες γενιές όμως γεννήθηκαν με αυτό. Ό,τι για εμάς χρειάζεται διευκρίνιση («δωρεάν WiFi», «γνώση χειρισμού Η/Υ») σε λίγα χρόνια θα θεωρείται αυτονόητο. Ίσως τότε πάψουμε να ρωτάμε πριν μπούμε σε καφέ αν «έχετε ίντερνετ», με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κανένας (ή, έστω, οι περισσότεροι) δεν θα αγόραζε ποτέ οικόπεδο χωρίς «φως, νερό, τηλέφωνο» σαράντα χρόνια πριν.