Δασμοί («ταρίφες») στον ψηφιακό κόσμο;

Δημοσιεύθηκε στο  2045.gr, 7.04.2025

Μπορεί η Ευρώπη να επιβάλλει δασμούς στις ψηφιακές υπηρεσίες; Ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους μοιάζει να διστάζει;

Αν είναι κάτι που, στα μάτια μου τουλάχιστον, έχει άμεσο ενδιαφέρον για καθέναν μας σε σχέση με τους δασμούς («ταρίφες») που ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ, και που φαίνεται να οδηγούν σε εμπορικό πόλεμο με την Ευρώπη, είναι ότι κανείς, μα κανείς, δεν μιλά για τον ψηφιακό κόσμο. Γιατί, άραγε;

Από τη μεριά των ΗΠΑ, ίσως, οι λόγοι είναι πιο φανεροί: Οι δασμοί αφορούν μόνο προϊόντα (αφού εκεί εντοπίστηκε το έλλειμμα), ενώ ο ψηφιακός κόσμος αφορά υπηρεσίες. Στις υπηρεσίες, από ό,τι φαίνεται, οι ΗΠΑ, τουλάχιστον σε σχέση με την Ευρώπη, έχουν ένα «μικρό» πλεόνασμα της τάξης των 300δις (σε σχέση με το 1τρις έλλειμμα στα προϊόντα).

Σωστά; Λάθος. Όπως είναι γνωστό οι υπηρεσίες στο ίντερνετ φορολογικά «εξαφανίζονται», μέσω τιμολογήσεων από Ιρλανδία για όλη την Ευρώπη και άλλων πρακτικών «φορολογικής βελτιστοποίησης». Με άλλα λόγια, ολόκληρη η Ευρώπη, καθένας από εμάς, πληρώνει απευθείας, κάθε μήνα, τις Microsoft, Amazon, Google, Facebook και λοιπές, όμως το εισόδημα σχεδόν εξαφανίζεται τόσο για τις χώρες κατανάλωσης (δηλαδή για όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες) όσο και για τη χώρα παραγωγής (τις ΗΠΑ). Όμως, με την σημαντικότατη διαφορά ότι όλες αυτές οι «ψηφιακές» εταιρείες έχουν έδρα στις ΗΠΑ – επομένως, αργά ή γρήγορα εισόδημα θα εμφανιστεί εκεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (πχ. μέσω εξαγορών, επενδύσεων σε startups, ή ακόμα και μέσω επιβλητικών κτηρίων γραφείων), κάτι που ποτέ δεν θα συμβεί στην Ευρώπη.

Επομένως, τα 300 δις πλεόνασμα των ΗΠΑ στις υπηρεσίες θα έλεγα (χωρίς να έχω δει από που πήρε ο Economist, απ’ όπου τα αντέγραψα, τα νούμερά του) ότι είναι πλασματικά, ότι δηλαδή ανταποκρίνονται μόνο σε ό,τι «φαίνεται», σε ό,τι τιμολογείται απευθείας από τις ΗΠΑ, κάτι που όμως στον ψηφιακό κόσμο είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.

Είναι μόνο αυτό; Όχι φυσικά – αυτό είναι το μικρότερης σημασίας. Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι η τεχνολογική εξάρτηση από τις ψηφιακές τεχνολογίες των ΗΠΑ. Αυτό το σημείο δεν νομίζω ότι χρειάζεται να διευκρινιστεί περισσότερο εδώ: στην ουσία καθετί που χρησιμοποιεί καθένας από εμάς στην Ευρώπη οποιαδήποτε στιγμή εργάζεται ή βρίσκεται στον ψηφιακό κόσμο παράγεται, και ελέγχεται απευθείας, από εταιρείες που έχουν έδρα στις ΗΠΑ.

Αν οι ΗΠΑ έχουν τους δικούς τους λόγους να μην ασχολούνται με δασμούς (ταρίφες) στον ψηφιακό κόσμο, τι λόγους έχει άραγε η Ευρώπη να μην αντεπιτεθεί ακριβώς εκεί; Γιατί άραγε συζητάμε περισσότερο για το αλκοόλ (γαλλικά και ιταλικά κρασιά απέναντι από το bourbon) και καθόλου για το ίντερνετ;

Υποθέτω ότι η Ευρώπη δεν ασχολείται με τον ψηφιακό κόσμο επειδή δεν είναι καθόλου έτοιμη να το κάνει. Ακόμα και αν μπορούσε να επιβάλει δασμούς στην Microsoft, στην Google, στην Amazon ή στα κοινωνικά δίκτυα, τα μέτρα αυτά αυτομάτως θα έκαναν αντιλαϊκές τις Βρυξέλλες σε καθέναν από εμάς, αφού καθένας θα έβλεπε ξαφνικά το μηνιαίο κόστος του MS Office του, των online διαφημίσεών του, ή της online πλατφόρμας όπου βλέπει ταινίες ή ακούει μουσική (για να χρησιμοποιήσω μόνο λίγα από τα, δεκάδες, καθημερινά παραδείγματα για καθέναν μας) να εκτοξευόταν. Ποιος Ευρωπαίος πολιτικός θα άντεχε κάτι τέτοιο;

Η κατάσταση, επομένως, που επικρατεί σήμερα στον ψηφιακό κόσμο θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια «ισορροπία τρόμου», όπου οι ΗΠΑ δεν θέλουν να χάσουν το στρατηγικό τους πλεονέκτημα και η Ευρώπη κινδυνεύει να πυροβολήσει τα πόδια της, αν τυχόν και αποφασίσει να αντεπιτεθεί. Επομένως, και οι δύο προτιμούν να ασχολούνται με το αλκοόλ, ή έστω με τα αυτοκίνητα, παρά με το ίντερνετ.

Πως θα εξελιχτεί η κατάσταση; Αυτό κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει – όπως κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πριν 10-20 χρόνια ότι θα φτάναμε εδώ σήμερα. Αν έπρεπε να μαντέψω, θα έλεγα ότι ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο όπου τα κράτη (ή, σωστότερα, η Ευρώπη, αφού καθένα από τα κράτη-μέλη της χωριστά είναι ανίσχυρο μπροστά στο παγκόσμιο φαινόμενο που λέγεται ψηφιακός κόσμος) δεν έχουν αντεπιτεθεί, περιχαρακώνοντας, τον ψηφιακό κόσμο «τους». Με άλλα λόγια, επειδή το φαινόμενο είναι πρόσφατο, η Ευρώπη έχει επιτρέψει, άθελά της, σε μια τρίτη χώρα (στις ΗΠΑ – όμως και η Κίνα, πχ. μέσω TikTok δεν είναι μακριά) να απευθύνεται και να συναλλάσσεται απευθείας με πολίτες της, παρακάμπτοντας τις εθνικές κυβερνήσεις. Αυτό το, ανήκουστο ιστορικά, φαινόμενο δεν πιστεύω ότι θα διαρκέσει – με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τα κράτη θα επαναφέρουν την κυριαρχία στα εδάφη τους στα προ ίντερνετ επίπεδα. Ο εμπορικός πόλεμος που πάει να ξεσπάσει ίσως είναι η αρχή για καθέναν μας, περιλαμβανομένων των κυβερνήσεών μας, να αρχίσει να σκέφτεται περισσότερο «ευρωπαϊκά» στους ψηφιακούς τομείς που τον αφορούν. Προφανώς όμως, μέχρι κάτι τέτοιο να συμβεί, πίνοντας εμείς υπερτιμημένο bourbon και οι Αμερικανοί υπερτιμημένο κρασί, και οδηγώντας όλοι μας υπερτιμημένα αυτοκίνητα, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο.

Η απλή αναλογική ευνοεί τα άκρα

Δημοσιεύθηκε στο tomanifesto.gr, 5.12.2023

Μπορεί η Ελλάδα να γλίτωσε από την απλή αναλογική «μόνο» με, αχρείαστη, διπλή εκλογική αναμέτρηση, όμως όπως βλέπουμε δεν είναι όλες οι χώρες το ίδιο τυχερές. Στην Ισπανία σχηματίστηκε τελικά κυβέρνηση ηττημένων από τους σοσιαλδημοκράτες που εξελέγησαν δεύτεροι στις εθνικές εκλογές (του Ιουλίου!), μόνο όμως αφού παραχώρησαν στα ακραία καταλανικά κόμματα αμνηστία για τους ήδη καταδικασθέντες καταλανούς αυτονομιστές. Αυτό, παρότι η συντριπτική πλειοψηφία του ισπανικού λαού (σε ποσοστό άνω του 70%) είναι αντίθετη. Όμως, οι Σοσιαλδημοκράτες έδωσαν ό,τι τους ζητήθηκε (θυσιάζοντας, τελικά, το κράτος δικαίου) προκειμένου να κυβερνήσουν.

Σε περιπέτειες όμως απλής αναλογικής μπήκε πρόσφατα και η Ολλανδία. Η εκλογική νίκη των ακροδεξιών, που συγκέντρωσαν όμως μόλις 37 από τις 150 έδρες, πιθανότατα θα οδηγήσει σε νέες εκλογές, αφού κανένα άλλο κόμμα δεν φαίνεται να θέλει να συνεργαστεί μαζί τους.

Επίσης, ο σημερινός πόλεμος μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς οφείλεται και στην ακραία πρόσφατη πολιτική του Ισραήλ, η οποία είναι όμως πάλι αποτέλεσμα της απλής αναλογικής, αφού το πρώτο κόμμα αναγκάστηκε να συνεργαστεί με ακραίους εθνικιστές ώστε να καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση.

Έχω ξανά υποστηρίξει ότι η απλή αναλογική είναι αντιδημοκρατική, επειδή εμποδίζει τη λογοδοσία. Εδώ όμως το πρόβλημα είναι άλλο. Εδώ οι δημοκρατίες αυτοκαταστρέφονται. Η απλή αναλογική βοηθά μόνο τους ακραίους. Επειδή με απλή αναλογική κυβερνητική πλειοψηφία δύσκολα σχηματίζεται, το πρώτο κόμμα οφείλει να συνεργαστεί. Με ποιον όμως; Προφανώς όχι με το δεύτερο ή το τρίτο, αφού είναι ανταγωνιστές του για την εξουσία. Αναγκαστικά, επομένως, με μικρό κόμμα – η πλειοψηφία όμως των οποίων είναι ακραία, επειδή, ρεαλιστικά, αν δεν ήταν τέτοια ποτέ δεν θα εκλέγονταν.

Έτσι όμως την πολιτική ατζέντα καταλήγουν να την επιβάλουν οι ακραίοι και όχι τα μεγάλα κόμματα δεξιά και αριστερά του κέντρου. Με αποτέλεσμα οι πολίτες να εξοργίζονται, οι κυβερνήσεις να υπονομεύονται (οι ακραίοι οφείλουν να παραμείνουν ακραίοι ακόμα και ως κυβερνητικοί εταίροι, αν θέλουν να επανεκλεγούν) και η δημοκρατία να αυτο-παγιδεύεται. Σε μια εποχή που η δυτική δημοκρατία βάλλεται τόσο εντός όσο και εκτός από ισλαμοφασίστες, ακροαριστερούς και ακροδεξιούς, το μόνο που δεν χρειάζεται είναι να τους προσφέρει η ίδια τα όπλα για τις επιθέσεις τους.

To «Brussels effect», η Τεχνητή Νοημοσύνη και η πρωτιά της Ευρώπης

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 3.07.2023

Το “φαινόμενο των Βρυξελλών” δίνει ρόλο στην Ευρώπη στον παγκόσμιο χάρτη. Με το ΑΙ Act η Ευρώπη φιλοδοξεί για μια ακόμα φορά να αποτελέσει το παράδειγμα για όλο τον πλανήτη.

Τo Brussels effect είναι ένας όρος που όλο και περισσότερο, αυτάρεσκα, χρησιμοποιούμε στην Ευρώπη αυτή την περίοδο. Είναι σχετικά πρόσφατος, λανσαρίστηκε από την Anu Bradford και, εν ολίγοις, υποδηλώνει ότι όσα νομοθετεί πρώτη η Ευρώπη αντιγράφουν αργά ή γρήγορα και οι υπόλοιπες χώρες του πλανήτη.

Ισχύει πράγματι κάτι τέτοιο; Δεν είναι πιθανότερο να αντιγράφουν όλοι τους νόμους της Αμερικής, αφού αυτή είναι η ισχυρότερη (και δημοκρατική) χώρα στον κόσμο; Η συγγραφέας στήριξε το εύρημά της στην παρατήρηση κάποιων τομέων δικαίου και της αγοράς. Θεωρεί ότι, επειδή οι νόμοι της Ευρώπης είναι καλογραμμένοι, δημοκρατικοί και αυστηροί, έχουν κίνητρο να τους αντιγράψουν οι κυβερνήσεις παντού στον πλανήτη. Σε αυτό άλλωστε πιέζονται και από τις επιχειρήσεις τους, επειδή οι τεχνικές προδιαγραφές της Ευρώπης είναι οι αυστηρότερες στον κόσμο, επομένως η αντιγραφή τους και οδηγεί σε ομοιομορφία προϊόντων και υπηρεσιών (δηλαδή, τελικά σε οικονομία) αλλά και «πετά έξω» τον ανταγωνισμό από τους «μικρούς» που δεν έχουν ίσως τα χρήματα να εφαρμόσουν τις ίδιες αυστηρές μεθόδους παραγωγής. Όλα επομένως συνηγορούν στην υιοθέτηση των ευρωπαϊκών στάνταρντ και κανόνων από όλους.

Οι ψηφιακές τεχνολογίες παρουσιάζουν ορισμένα χαρακτηριστικά που κάνουν σχεδόν ιδανική τη νομοθέτηση από τις Βρυξέλλες” 

Τι μας νοιάζει αυτό; Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα νομικό φαινόμενο (αν κανείς καν το αποδεχόταν), που δεν φαίνεται να επηρεάζει κάπως την καθημερινότητά μας. Επηρεάζει όμως την πολιτική, η οποία με τη σειρά της τελικά επηρεάζει την καθημερινότητά μας. Πώς γίνεται αυτό; Δίνοντας ώθηση στη νομοθέτηση από τις Βρυξέλλες. Αν το Brussels effect δίνει ρόλο στην Ευρώπη, και μάλιστα σε ένα παγκοσμιοποιημένο δίπολο μεταξύ Αμερικής και Κίνας, τότε δικαιολογεί και τον ρόλο της και τη συνέχιση των προσπαθειών της.

Αυτό δεν γίνεται πουθενά αλλού περισσότερο φανερό από στις ψηφιακές τεχνολογίες (μάλιστα, ένα από τα παραδείγματα της συγγραφέως είναι πράγματι η νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα – ο, γνωστός μας, GDPR). Οι ψηφιακές τεχνολογίες παρουσιάζουν ορισμένα χαρακτηριστικά που κάνουν σχεδόν ιδανική τη νομοθέτηση από τις Βρυξέλλες (και όχι από τα εθνικά Κοινοβούλια): Είναι παγκοσμιοποιημένες, επομένως η νομοθέτηση από ένα μόνο κράτος (πχ. για τις ψηφιακές πλατφόρμες) θα ήταν αναποτελεσματική. Είναι επίσης γενικευμένες, επομένως ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει ένας Έλληνας χρήστης  πχ. του Facebook το αντιμετωπίζει με τον ακριβώς ίδιο τρόπο και ένας Γάλλος. Τέλος, είναι νέες και απαιτούν νέες λύσεις και νομικά μοντέλα, τα οποία όμως για να εκπονηθούν απαιτούν κόπο και χρήμα (και ειδικούς) που καμία χώρα μόνη της δεν διαθέτει σε επαρκή αριθμό.

Επομένως, ενθαρρυμένες και από το, «επώνυμο», πλέον φαινόμενο της νομοθέτησής τους, δηλαδή το Brussels effect, οι Βρυξέλλες πράγματι νομοθετούν πρώτες, και αποκλειστικά, για τις ψηφιακές τεχνολογίες. (Σε πλαίσιο ανερυθρίαστης αυτο-προώθησης(!), όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να δουν σχετικό άρθρο μας, που αυτή την περίοδο γίνεται βιβλίο, εδώ.)

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτού του φαινομένου σημειώθηκε πριν λίγες μέρες, στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης. Όμως, για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη απαιτείται μια μικρή αναδρομή. Η Ευρώπη ήδη από το 2017, ή και νωρίτερα ακόμα, είχε αρχίσει να συζητά για τη ρύθμιση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Το θέμα έγινε προτεραιότητα με την εκλογή της νέας Ευρωπαϊκής Επιτροπής (μετά τις αντίστοιχες ευρωεκλογές) το 2019. Πράγματι, το 2021 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε Σχέδιο Νόμου για την Τεχνητή Νοημοσύνη. (Θεωρώ ότι η ελληνική μετάφραση του «AI Act» ως «Πράξη», αντί για «Νόμος», «για την Τεχνητή Νοημοσύνη», είναι αποτυχημένη.) Όπως απαιτείται, στη συνέχεια επεξεργάστηκαν το Σχέδιο Νόμου το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Καθένα από τα δύο οφείλει να δημοσιεύσει τις θέσεις του και τις προτάσεις του σχετικά. Το Συμβούλιο το έκανε εδώ και λίγους μήνες – είναι το Κοινοβούλιο που ολοκλήρωσε τις δικές του διαδικασίες πριν λίγες μέρες. Επομένως, τώρα μπορεί να ξεκινήσει το τελευταίο στάδιο της ευρωπαϊκής νομοθέτησης, η συνεργασία μεταξύ των τριών οργάνων (ο, λεγόμενος, «τρίλογος») ώστε να συμβιβαστούν οι θέσεις τους και να καταλήξουμε σε τελικό κείμενο, κάτι που αναμένεται να συμβεί σύντομα (επειδή άλλωστε, «πιέζουν» πλέον χρονικά οι επόμενες ευρωεκλογές του Ιουνίου και η νέα Επιτροπή που θα έρθει – που μπορεί να βλέπει τα πράγματα διαφορετικά).

Σημασία έχει η ύπαρξη του Νόμου. Η παραδοχή δηλαδή ότι ο άνθρωπος πρέπει να προστατευτεί από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι η δημοσίευση των θέσεων του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου, ώστε να αρχίσει ο «τρίλογος», δεν είναι αυτονόητα. Κάποια νομοθετήματα «κολλάνε» για χρόνια. Άλλα απορρίπτονται ρητά και «επιστρέφονται» στην Επιτροπή. Επομένως, το γεγονός ότι για την Τεχνητή Νοημοσύνη όλοι κατέληξαν ότι απαιτείται πράγματι ρύθμιση και ότι το αρχικό κείμενο της Επιτροπής, μετά φυσικά από αλλαγές και τροποποιήσεις, είναι επαρκές για τον σκοπό αυτόν είναι και πρέπει να γιορταστεί ως επιτυχία. Αυτό άλλωστε εννοούσε η Πρόεδρος του Κοινοβουλίου Μέτσολα, όταν είπε ότι «σήμερα γράφουμε ιστορία».

Ιστορία όμως δεν γράφεται μόνο «εσωτερικά» στην Ευρώπη, αλλά και «εξωτερικά». Η αλήθεια είναι ότι κανένα άλλο κράτος του κόσμου, ούτε καν η Αμερική ή η Κίνα, οι οποίες στο κάτω-κάτω πρωταγωνιστούν στις εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης, δεν έχουν τολμήσει να νομοθετήσουν γι αυτές. Πρώτη η Ευρώπη προτείνει τέτοιο νόμο. Είναι επομένως πιθανότατο, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο νόμος της να αντιγραφεί από όλη την υπόλοιπη υφήλιο.

Τι λέει βασικά αυτός ο νόμος; Η βασική του ιδέα, και παραδοχή, είναι ότι οι εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης κατηγοριοποιούνται (και μπορεί να κατηγοριοποιηθούν) ανάλογα με τους κινδύνους που δημιουργούν για τον άνθρωπο. Αν συμφωνήσουμε σε αυτό (δεν είναι αυτονόητο, παρακαλώ σκεφτείτε αν μπορείτε να κατηγοριοποιήσετε το λογισμικό που ήδη γνωρίζετε και χρησιμοποιείτε…) τότε μπορούμε σχετικά εύκολα να αποδεχτούμε ότι οι υψηλού κινδύνου εφαρμογές πρέπει να απαγορευτούν ή πάντως να περιοριστούν ασφυκτικά, οι μέσου κινδύνου να ρυθμιστούν πιο χαλαρά και οι άνευ κινδύνου σχεδόν καθόλου.

Φυσικά δεν είναι εδώ ο χώρος κατάλληλος για νομική ανάλυση. Ούτε είναι αυτό που έχει σημασία. Σημασία έχει η ύπαρξη του Νόμου. Η παραδοχή δηλαδή ότι ο άνθρωπος πρέπει να προστατευτεί από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Η Ιστορία άλλωστε, αν αυτός είναι ο σκοπός μας, δεν γράφεται από τις λεπτομέρειες αλλά από το ίδιο το γεγονός. Ο GDPR, και η προστασία των προσωπικών δεδομένων, έγραψαν ιστορία αφού ξεκίνησαν από την Ευρώπη και πλέον κατέκτησαν όλον τον κόσμο ανεξαρτήτως από τις επιμέρους ρυθμίσεις τους. Είναι το γεγονός που μετράει: το γεγονός δηλαδή ότι χρειαζόμαστε νόμο για την προστασία των προσωπικών μας δεδομένων. Και, τώρα, το γεγονός ότι χρειαζόμαστε νόμο για να μας προστατεύσει από τις εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης.

Τι είναι εξίσου σημαντικό; Η ευελιξία. Σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον ο νόμος απαιτείται να έχει τις κεραίες του ανοιχτές. Να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να προσαρμόζεται. Να τροποποιεί τις διατάξεις του, εφόσον χρειαστεί. Όπως είπαμε, το βασικό ζητούμενο ήταν η παραδοχή ότι πράγματι χρειαζόμασταν έναν τέτοιο νόμο. Από τη στιγμή που η Ευρώπη την έκανε πρώτη και για όλους, για όλον τον πλανήτη, η συνέχεια είναι λιγο-πολύ προδιαγεγραμμένη: το πρώτο βήμα έγινε, η υλοποίηση δεν θα αργήσει και, αν λάβουμε υπόψη τις προηγούμενες επιδόσεις της Ευρώπης, θα είναι παραπάνω από ικανοποιητική.

Η θολή σχέση των influencers με την πολιτική

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα tomanifesto.gr, 5.12.2022

Καθώς σύντομα μπαίνουμε σε εκλογική διετία (εθνικές και αυτοδιοικητικές, ευρωεκλογές) ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων (social media) αναμένεται να ενισχυθεί. Στην ουσία η εκλογική μάχη σε μεγάλο βαθμό θα δοθεί εκεί, όχι μόνο άμεσα, από τους υποψήφιους και τα κόμματα που, εύλογα, εκεί θα δαπανήσουν μεγάλο μέρος του εκλογικού τους προϋπολογισμού, αλλά και έμμεσα, από τους influencers (ελλείψει ελληνικού όρου) της μιας και της άλλης πλευράς.
Ενώ όμως οι υποψήφιοι και τα κόμματα φέρουν κομματικό τίτλο, και επομένως ο λόγος και ο ρόλος τους είναι ξεκάθαρος, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους influencers. Στην περίπτωση αυτή η πολιτική θέση καθενός ούτε φανερή είναι, ούτε τα κίνητρά τους διαπιστώσιμα – ούτε, άλλωστε, τους υποχρεώνει κανείς σε συνέχεια και συνέπεια: τη μια φορά μπορούν να τα λένε έτσι και την άλλη αλλιώς.
Με τον όρο influencers εννοώ τα «επαγγελματικά» προφίλ στα social media, δηλαδή τους λογαριασμούς που έχουν πάνω από 4.000 φίλους ή «ακόλουθους». Οποιοσδήποτε ιδιώτης που χρησιμοποιεί τα social media μόνο για προσωπική του χρήση δεν μπορεί να έχει περισσότερους από χίλιους ή έστω δύο χιλιάδες «φίλους»: τους 300-500 θα τους γνωρίζει προσωπικά και οι υπόλοιποι θα αποτελούν τον ευρύτερο κύκλο του. Οτιδήποτε παραπάνω από αυτό αποτελεί, για μένα τουλάχιστον, επαγγελματική χρήση των social media.
Το πρόβλημα με τους influencers όσον αφορά την πολιτική είναι ότι αποκτούν τον κύκλο τους με συγκεκριμένο αντικείμενο, το οποίο κατά κανόνα δεν την αφορά. Δηλαδή, είναι κάποιος influencer επειδή είναι καλός μάγειρας και «ανεβάζει» εξαιρετικές συνταγές. Ή, είναι καλός αθλητής και ανεβάζει αθλητική ενημέρωση. Ή, είναι ειδικός στη μόδα ή στη διατροφή ή στα βιβλία και δημοσιεύει στο προφίλ του αντίστοιχες πληροφορίες. Με άλλα λόγια, κάθε influencer έχει συγκεκριμένο αντικείμενο, το οποίο ενδιαφέρει τους «ακόλουθούς» του.
Στο ίδιο πλαίσιο, όπως είναι γνωστό, συχνά οι influencer αμείβονται για διαφημιστικές υπηρεσίες που παρέχουν μέσω του προφίλ τους. Δηλαδή, επιχειρήσεις πληρώνουν influencers για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους, προφανώς στο αντικείμενό τους. Από τη μεριά τους συχνά οι influencer πληρώνουν τις πλατφόρμες των social media για την προώθηση του προφίλ τους. Πρόκειται για έναν κύκλο της σύγχρονης οικονομίας που επικρατεί γύρω μας.
Τι γίνεται όμως όταν στο παραπάνω μοντέλο τυχόν παρεισφρήσει η πολιτική; Τι θα γίνει αν κάποιος influencer, καθώς ανεβάζει φωτογραφίες και video φαγητών, αγώνων ή ρούχων, παρεμπιπτόντως και «εντελώς τυχαία» αναφέρει ότι υποστηρίζει το ένα ή το άλλο κόμμα; Τον έναν ή τον άλλον πολιτικό; Η πλατφόρμα, συνηθισμένη να μεταδίδει τα post του σε όλους τους «ακολούθους» του, θα μεταδώσει και τα μηνύματα αυτά. Οι ακόλουθοί του, συνηθισμένοι να διαβάζουν ό,τι ποστάρει θα δουν και τα μηνύματα αυτά. Έτσι, η, έμμεση και άδηλη διαφήμιση θα έχει ολοκληρωθεί.
Για να είμαστε δίκαιοι αυτό δεν είναι ανήκουστο στην πραγματική, μη ψηφιακή ζωή. Είναι γνωστό σε όλους ότι οι καλλιτέχνες καλούνται, και αρέσκονται, να παίρνουν πολιτική θέση. Το ίδιο και οι, δημόσιοι, διανοούμενοι. Σε αυτές τις περιπτώσεις καθένας χρησιμοποιεί το μέσο του: οι καλλιτέχνες τις συναυλίες, οι διανοούμενοι τις εφημερίδες και όλοι μαζί την τηλεόραση και τα ραδιόφωνα. Ούτε σε κείνους υπάρχει απαίτηση συνέπειας: συχνά αλλάζουν «στρατόπεδα». Και εκείνοι επηρεάζουν το κοινό τους – ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζουν τα κόμματα, που συχνά τους βάζουν στα ψηφοδέλτιά τους για τον λόγο αυτόν. Αφού λοιπόν σε κείνους επιτρέπεται (αν δεν είναι αναμενόμενο, κιόλας), γιατί άραγε να απαγορεύεται στους influencers;
Η απάντηση, νομίζω, βρίσκεται στον όγκο της πληροφορίας. Οι καλλιτέχνες και οι δημόσιοι διανοούμενοι είναι τελικά λίγες δεκάδες άτομα που μπορεί να επηρεάζουν πολλούς όμως, επειδή ακριβώς είναι λίγοι, «παρακολουθούνται». Δηλαδή, είναι ήδη γνωστές οι θέσεις τους, κρίνονται και, αναλόγως πως πάνε τα πράγματα, οι ίδιοι «υποφέρουν» ή «κερδίζουν» από αυτές με εξίσου ορατό σε όλους τρόπο. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει για τους influencers. Είναι χιλιάδες, επηρεάζει καθένας τους συγκριτικά λίγους, και, έξω από τον κύκλο τους, κανείς δεν ασχολείται μαζί τους. Έτσι, η «ζαβολιά» και η παρατυπία, η αθέμιτη δηλαδή διαφήμιση και προώθηση, είναι πιο εύκολο να συμβεί. Μέχρι οι χρήστες του διαδικτύου να εκπαιδευτούν στους κινδύνους που διατρέχουν από παρόμοιες πρακτικές νομίζω ότι μια, άνωθεν, κρατική παρέμβαση θα έκανε σε όλους (μας) καλό

Τo hacking της Δημοκρατίας: Η αξία των μεσαζόντων

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 6.10.2022

Οι μεσάζοντες επιστρέφουν και στο ίντερνετ επειδή η ανάγκη τους δεν έλειψε ποτέ. Το ίδιο θα συμβεί και στην πολιτική.

Tο αφιέρωμα του 2045 για το hacking της δημοκρατίας δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρο – και, ταυτόχρονα, πιο «πολυφορεμένο»: πολιτικοί, επιστήμονες, δημοσιογράφοι, απλοί πολίτες όλοι αναρωτιούνται, γράφουν, συζητούν και ερευνούν τι άραγε πηγαίνει στραβά αυτή την περίοδο με τις Δυτικές δημοκρατίες μας. Οι ψηφιακές τεχνολογίες όξυναν παλιά, ήδη εντοπισμένα προβλήματα (πχ. η ποιότητα των πολιτικών, η σχέση τους με τους ψηφοφόρους τους, συστημικές δυσλειτουργίες). Αν κάποτε το «ρουσφέτι» και η «ανταλλακτική ψήφος» ήταν τα μεγαλύτερα προβλήματά μας, σήμερα έχουν προστεθεί τα fake news, τα social media, τα bots του ίντερνετ κοκ. Ούτε άλλωστε τα παλιά προβλήματα εξαφανίστηκαν: Ίσα-ίσα, στην Αμερική φαίνεται ότι θέλουν να φτιάξουν «πλατφόρμα παρακολούθησης αιτημάτων ψηφοφόρων», δηλαδή ρουσφετιών(!). Σε κάθε περίπτωση, η δική μου συνεισφορά στο θέμα σκοπεύω να είναι διπλή: Ένα πρώτο, γρήγορο, σημείο θα ακολουθηθεί από ένα δεύτερο, για το οποίο όμως θα χρειαστεί λίγο μεγαλύτερη ανάλυση.

Σημείο 1ο. Οι δημοκρατίες μας δεν πάσχουν από τίποτα απολύτως – είναι μια χαρά!

Λίγο τα προβλήματα hacking της δημοκρατίας και λίγο οι πρόσφατες θεαματικές εκλογικές επιτυχίες λαϊκίστικων κομμάτων στη Δύση έχουν οδηγήσει σε κατήφεια. Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες, υποστηρίζεται, περνούν κρίση. Δεν πείθουν πλέον τους οπαδούς τους και γι αυτό έχουμε παντού στην Ευρώπη και στην Αμερική (τα προπύργια, δηλαδή, της φιλελεύθερης δημοκρατίας) αυτά τα εκλογικά αποτελέσματα που έχουμε.

Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο λάθος. Η φιλελεύθερη δημοκρατία μας είναι μια χαρά στην υγεία της. Αν κάτι δείχνουν οι επανειλημμένες εκλογικές επιτυχίες λαϊκιστών δεν είναι ότι πάσχει η ίδια η δημοκρατία, αλλά οι μέχρι τότε πολιτικές και οι πολιτικοί. Τα λαϊκίστικα κόμματα της Αριστεράς και της Δεξιάς εκλέγονται με δημοκρατικές διαδικασίες. Αντικατοπτρίζουν μια αντίδραση του κόσμου στα «παραδοσιακά» πολιτικά κόμματα, των οποίων οι άνθρωποι και οι πολιτικές έπαψαν να πείθουν. Η αντιστροφή του προβλήματος από τους πολιτικούς που θίγονται από αυτές τις ανατροπές («δεν φταίμε εμείς, φταίει η δημοκρατία και οι ψηφοφόροι») αποτελεί κλασσική περίπτωση άρνησης αποδοχής της πραγματικότητας, εθελοτυφλίας, και, τελικά, επικίνδυνης υστέρησης μπροστά στις ανάγκες των καιρών.

Άλλο θέμα, φυσικά, η ζημιά που μπορεί να κάνουν οι εκλεγμένοι λαϊκιστές πολιτικοί στις δημοκρατίες τους. Εκεί τα πράγματα διαφέρουν από χώρα σε χώρα – και μπορεί να είναι πραγματικά άσχημα για όσες δεν έχουν ισχυρούς Θεσμούς (Τύπο, Σώματα Ασφαλείας, Δικαστήρια, Πανεπιστήμια, Δημόσια Διοίκηση) που θα αντισταθούν σε κάθε αντιδημοκρατική προσπάθεια. Γι αυτό, αν κανείς θέλει να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε «κρίση της δημοκρατίας» σήμερα θα ήταν προτιμότερο να ενισχύσει τους Θεσμούς παρά να κάνει οτιδήποτε άλλο. Το ίντερνετ το πολύ να ενισχύσει μια τάση που ήδη υπάρχει, δεν μπορεί να δημιουργήσει πολιτική αντίδραση από το μηδέν – περισσότερα όμως γι αυτό, αμέσως παρακάτω.

Σημείο 2ο. Το ίντερνετ εξαφάνισε τους μεσάζοντες (και) στις δημοκρατίες

Αναμφίβολα ζούμε την εποχή της εξαφάνισης των μεσαζόντων. Μέχρι να εμφανιστεί το ίντερνετ οι κοινωνίες μας στηρίζονταν κυριολεκτικά στους μεσάζοντες: εμπορικοί αντιπρόσωποι μεσολαβούσαν μεταξύ αλλοδαπών κατασκευαστών και της εγχώριας αγοράς, ταξιδιωτικοί πράκτορες μεταξύ αεροπορικών εταιρειών και ταξιδιωτών, εκδότες μεταξύ συγγραφέων και αναγνωστών, δισκογραφικές μεταξύ μουσικών και ακροατών, κοκ. Εξίσου, κριτικοί λογοτεχνίας μας πρότειναν τα βιβλία που διαβάζαμε, γευσιγνώστες τα εστιατόρια που θα βγαίναμε, παραγωγοί ραδιοφώνου τη μουσική που θα αγοράζαμε. Κυριολεκτικά η ζωή μας στηριζόταν σε μεσάζοντες, μέσα από τους οποίους το προϊόν, η υπηρεσία ή το μήνυμα «περνούσαν» από τους κατασκευαστές και παραγωγούς τους σε εμάς, τους τελικούς καταναλωτές.

Το ίδιο ακριβώς και στην πολιτική. Το μήνυμα των πολιτικών περνούσε στους ψηφοφόρους με τη βοήθεια μεσαζόντων – στην ουσία, του Τύπου, έμπειρων δημοσιογράφων και πολιτικών αναλυτών (δημόσιων διανοούμενων). Στην αρχή το μέσο ήταν οι εφημερίδες, στη συνέχεια προστέθηκαν το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Οι πολιτικοί και οι ιδέες τους μπορούσαν να γίνουν γνωστοί στους δυνάμει ψηφοφόρους τους μόνο μέσω αυτού του φίλτρου. Τα Μέσα, δηλαδή οι ειδικοί, επέλεγαν ποιους πολιτικούς και πολιτικές θα προβάλουν. Εύλογα, τα κριτήρια κάθε Μέσου ήταν διαφορετικά: Σε γενικές γραμμές όμως νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσουμε ότι κάθε Μέσο πρόβαλε τους καλύτερους από το είδος πολιτικής που υπηρετούσε έτσι ή αλλιώς (κάθε Μέσο, σε όλη την υφήλιο, έχει συγκεκριμένο πολιτικό στίγμα). Δηλαδή, τα σοβαρά κεντροδεξιά Μέσα προωθούσαν κατά κανόνα σοβαρούς κεντροδεξιούς πολιτικούς, τα σοβαρά σοσιαλδημοκρατικά Μέσα το ίδιο, όπως άλλωστε το ίδιο έκαναν και τα λαϊκίστικα Μέσα, προβάλλοντας τους καλύτερους από τους δικούς τους εκπροσώπους, της Αριστεράς ή της Δεξιάς αντίστοιχα. Από καθέναν μας αναμενόταν μόνο να αγοράζουμε τις εφημερίδες ή να παρακολουθούμε τα κανάλια που μας ταίριαζαν.

Η ιντερνετική επίθεση εναντίον των μεσαζόντων

Το πρώτο που έκανε το ίντερνετ όταν πλέον έπρεπε να βγάλει χρήματα (όταν δηλαδή, κατά τη δεκαετία του 1990 έπαψε να είναι χόμπι μεταξύ ακαδημαϊκών) ήταν να επιτεθεί στους μεσάζοντες. Οι υπηρεσίες, τα προϊόντα και οι πληροφορίες πλέον έφταναν από την πηγή τους απευθείας σε εκείνους στους οποίους προορίζονταν. Βιβλία, ηλεκτρονικά είδη, ακόμα και ρούχα μπορέσαμε να προμηθευτούμε απευθείας από τους κατασκευαστές τους, οπουδήποτε στον κόσμο. Συγγραφείς μπόρεσαν να αυτο-εκδοθούν, μουσικοί να δημιουργήσουν τα δικά τους κανάλια. Αεροπορικά εισιτήρια και πακέτα ξενοδοχείων αγοράζαμε πλέον απευθείας από τις αεροπορικές και τους ξενοδόχους αντίστοιχα.

Ομολογουμένως, μεσάζοντες και πάλι υπήρχαν, όπως το Amazon ή το Booking. Όμως αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με τους τοπικούς μικρομεσαίους μεσάζοντες του «πραγματικού» κόσμου – ήταν παγκόσμιοι παίκτες με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη από κατασκευαστές και παρόχους μαζί.

Εξίσου, η γνώση των «ειδικών», που ήταν ακριβή, αντικαταστάθηκε από τη γνώση του πλήθους: Η Wikipedia αντικατέστησε την Britannica, οι influencers τους δημόσιους διανοούμενους, οι γνώμες του κοινού τους κριτικούς λογοτεχνίας, μουσικής, γεύσης, ακόμα και τους κριτικούς τέχνης.

Τελικά, το ίδιο συνέβη και στους πολιτικούς. Ο παραδοσιακός Τύπος εξαφανίστηκε (ποιος αγοράζει ακόμα εφημερίδα;) ή αντικαταστάθηκε (πόσοι ενημερώνονται από την τηλεόραση και πόσοι από το ίντερνετ;). Ταυτόχρονα, τα social media έδωσαν στους πολιτικούς την ευκαιρία να συνομιλήσουν απευθείας με τους ψηφοφόρους τους, και μάλιστα χωρίς κόστος! Πρωτοφανή, συνεπώς, πράγματα και για τους μεν και για τους δε. Μοντέλα πολιτικής επικοινωνίας διαμορφωμένα μέσα από τους αιώνες αντικαταστάθηκαν πλήρως μέσα σε λίγα μόνο χρόνια.

Έκανε τελικά καλό η εξαφάνιση των μεσαζόντων;

Αρχικά η χαρά όλων μας ήταν μεγάλη. Ξαφνικά μπορούσαμε να προμηθευτούμε οτιδήποτε από οποιονδήποτε – και μάλιστα, σε καλύτερη τιμή, αφού το κόστος των μεσαζόντων εξαφανίστηκε μέσα σε μια νύχτα. Φάνηκε τότε ότι το κέρδος μας θα ήταν διπλό: Όχι μόνο οικονομικό αλλά και προσωπικό, με την έννοια ότι δεν θα επέλεγαν πια άλλοι για εμάς. Καθένας θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του χωρίς το φίλτρο του ενδιάμεσου.

Η πραγματικότητα, βέβαια, αποδείχτηκε τελείως διαφορετική. Μπορεί κανείς να αγοράσει προϊόντα απευθείας, αλλά χωρίς καθοδήγηση κινδυνεύει να χαθεί στον κυκεώνα των άπειρων, παγκόσμιων επιλογών. Μπορεί κανείς να κλείσει αεροπορικά εισιτήρια μόνος του, αλλά αν χρειαστεί κάτι πιο δύσκολο από ένα απλό ταξίδι η ανθρώπινη παρέμβαση του ταξιδιωτικού πράκτορα έγινε απαραίτητη. Ομοίως, μπορεί κανείς να βρει τα πάντα στην Wikipedia, όμως συχνά οι πληροφορίες της χρειάζονται διασταύρωση. Η σοφία του πλήθους βοηθά κυρίως όταν τα πράγματα είναι απλά, όταν όμως γίνουν πιο σύνθετα τότε η γνώμη των ειδικών είναι απαραίτητη.

Και στην πολιτική; Βοήθησε η εξαφάνιση του Τύπου; Έκανε καλό η απευθείας επικοινωνία του πολιτικού με τους ψηφοφόρους του; Ή μήπως έβλαψε τη δημοκρατία, επειδή χάθηκε η το ενδιάμεσο φίλτρο, δηλαδή η γνώμη των ειδικών;

Απάντηση, ακόμα, δεν υπάρχει. Ομολογουμένως οι λαϊκιστές πολιτικοί τύπου Τραμπ (για να μην αναγκαστώ να αναφέρω τους Ευρωπαίους αντίστοιχους σε Αριστερά και Δεξιά) επωφελήθηκαν από την εξαφάνιση των μεσαζόντων. Χωρίς τα social media ένα σωρό λαϊκίστικα κόμματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποκτήσουν τη δύναμη που απολαμβάνουν σήμερα. Όμως, από την άλλη μεριά, ήταν το ίντερνετ που βοήθησε, για παράδειγμα, τον Μακρόν να δημιουργήσει το κόμμα του από το μηδέν. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ο λαϊκισμός, παρά την άνοδό του, δεν έχει επικρατήσει ούτε στην Ευρώπη ούτε και στην Αμερική. Δηλαδή, και οι σοβαρές πολιτικές δυνάμεις χρησιμοποιούν το ίντερνετ και τα social media – αυτή τη φορά προς όφελός τους, και προς όφελος της δημοκρατίας.

Αντί συμπερασμάτων: Η κανονικοποίηση του ίντερνετ

Το θέμα της πολιτικής και του ίντερνετ παραμένει ανοιχτό. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι στην Αμερική για πρώτη φορά απέκτησε σημασία μόλις κατά την πρώτη εκλογή Ομπάμα (το 2008), ενώ στην Ευρώπη πολύ αργότερα. Είναι επομένως πολύ νωρίς για να κρίνει κανείς. Αν κάτι όμως μπορεί να παρατηρηθεί ήδη από τους συγγενείς χώρους που παρατηρήθηκε πολύ νωρίτερα η εξαφάνιση των μεσαζόντων είναι η σταδιακή κανονικοποίηση.

Όπως έχω αναφέρει και αλλού, το ίντερνετ καθώς ωριμάζει μοιάζει στην πραγματική ζωή: Ταινίες δεν νοικιάζουμε πια από video clubs όμως πληρώνουμε μηνιαίες συνδρομές, μουσική το ίδιο. Η Britannica έγινε συνδρομητική online, το ίδιο και οι σημαντικότερες συλλογές βιβλίων (πχ. Loeb). Τους ειδικούς στην μουσική, στη λογοτεχνία ή όπου αλλού μπορεί πλέον να μην τους διαβάζουμε σε εφημερίδες, όμως επισκεπτόμαστε τα προσωπικά τους blog ή ιστοσελίδες. Με άλλα λόγια, οι μεσάζοντες επιστρέφουν, επειδή η ανάγκη τους ποτέ δεν έλειψε, όμως πλέον με άλλο τρόπο και μορφή. Θεωρώ ότι το ίδιο θα συμβεί και στην πολιτική: Ο Τύπος θα επιστρέψει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (για πόσο καιρό άραγε δεν θα ντρεπόμαστε να απαντάμε ότι «ενημερωνόμαστε από τα social media»;), όμως μετά από όλη αυτή τη διαδικασία ωρίμανσης ο ρόλος του θα είναι ακόμα πιο ουσιαστικός για τις δημοκρατίες μας.