Μετάφραση: Το μέλλον της κεντροδεξιάς στην Ευρώπη και τα «7 D»

Το μέλλον της κεντροδεξιάς στην Ευρώπη και τα «7 D»

Με μεγάλη χαρά μοιράζομαι μαζί σας μετάφρασή μου ενός σημαντικού (κατά τη γνώμη μου!) άρθρου του Klaus Welle για το μέλλον της Κεντροδεξιάς στην Ευρώπη, που φιλοξενείται στο τρέχον τεύχος της Athens Review of Books .

Στο κείμενό του ο συγγραφέας, από τη μοναδική θέση που του έδωσαν οι σημαντικές θέσεις που κατείχε για περισσότερα από 30 χρόνια στο ΕΛΚ και στο Ευρωκοινοβούλιο, κάνει μια (ενημερωτική!) αναδρομή και μιλά για τις προκλήσεις του μέλλοντος.

Το κείμενό του θεώρησαν και άλλοι σημαντικό – πρωτο-δημοσιεύτηκε στη Γαλλία (στα γαλικά), μεταφράστηκε στις Βρυξέλλες (στα αγγλικά), και τώρα κυκλοφορεί και στην Ελλάδα – με ευχαριστίες στον εκδότη της ARB που δέχτηκε να το φιλοξενήσει.

Εισαγωγή

Ακολουθεί τη λογική το κομματικό-πολιτικό οικοδόμημα της κεντροδεξιάς και της δεξιάς στην Ευρώπη; Και, αν η απάντηση είναι θετική, πώς θα μπορούσε να περιγραφεί με μεγαλύτερη ακρίβεια; Ποια είναι τα ιδεολογικά σύνορα μεταξύ των πολιτικών οικογενειών που δεν μπορεί να διαπεραστούν;Προφανώς, υπάρχουν περισσότερες οπτικές γωνίες υπό τις οποίες μπορεί ν’ απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα. Η δική μου είναι εκείνη ενός επαγγελματία που διαχειρίστηκε, ή τουλάχιστον παρακολούθησε από κοντά, αυτά τα ζητήματα για περισσότερα από 30 χρόνια: ως πρόεδρος της οργάνωσης-ομπρέλας των Ευρωπαίων Νέων Χριστιανοδημοκρατών και Συντηρητικών στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ως γενικός γραμματέας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), ως γενικός γραμματέας της κοινοβουλευτικής του ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στη συνέχεια για περισσότερο από μια δεκαετία ως γενικός γραμματέας του ίδιου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 το κύριο καθήκον μου ως γενικού γραμματέα του ΕΛΚ ήταν να καθιερώσω το κόμμα για πρώτη φορά με άμεσες εκλογές ως την ηγετική δύναμη στην Ευρώπη. Μέσω μιας πολιτικής «συγχωνεύσεων και εξαγορών», ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε στις ευρωεκλογές του 1999 και έθεσε τα θεμέλια για την κυρίαρχη θέση του ΕΛΚ στην ΕΕ για το επόμενο τέταρτο του αιώνα. Αυτό αποτέλεσε απαραίτητη προϋπόθεση για τις διαδοχικές προεδρίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τους Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.Πολιτικά κόμματα προσχώρησαν στο ΕΛΚ με βάση το πολιτικό του πρόγραμμα, όπως αυτό υιοθετήθηκε στην Αθήνα το 1992.[1] Προήλθαν τόσο από τη φιλελεύθερη όσο και από τη συντηρητική πλευρά του πολιτικού φάσματος και τις αντίστοιχες Ευρωπαϊκές πολιτικές οργανώσεις τους.Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Πορτογαλίας (Partido Social Democrata) καθώς και η Συμμαχία Νέων Δημοκρατών (Fiatal Demokraták Szövetsége) από την Ουγγαρία εγκατέλειψαν τη Φιλελεύθερη Διεθνή (Liberal International) και το ευρωπαϊκό της τμήμα και μεταπήδησαν στο ΕΛΚ. Οι Σκανδιναβοί συντηρητικοί και η Γαλλική Συσπείρωση για τη Δημοκρατία (Rassemblement pour la République) συνεργάζονταν επί μακρόν στην Ευρωπαϊκή Δημοκρατική Ένωση (European Democrat Union) πριν ενσωματωθούν πλήρως στο ΕΛΚ και η Ένωση αυτή διαλυθεί. Εξίσου, η Forza Italia έγινε επίσης δεκτή σε αυτό το διευρυμένο ΕΛΚ.Έτσι, το ΕΛΚ διακλαδώθηκε προς δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα και απορρόφησε τμήματα τόσο της φιλελεύθερης όσο και της συντηρητικής οικογένειας στην Ευρώπη. Τελικά, η ανάπτυξη του κόμματος ακολούθησε το μοντέλο της γερμανικής Χριστιανοδημοκρατίας, η οποία διαμορφώθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως ένωση Καθολικών και Προτεσταντών και επομένως όφειλε να ενσωματώσει τόσο την Καθολική Χριστιανο-Κοινωνική (Catholic Christian-Social) όσο και την Προτεσταντική συντηρητική και φιλελεύθερη παράδοση.Αυτή η διακλάδωση σηματοδότησε επίσης και το τέλος του νομιναλισμού. Δεν αρκούσε πλέον να περιλαμβάνεται στο όνομα ενός κόμματος η λέξη Χριστιανικό ή Καθολικό για να εγκριθεί η αίτησή του. Κατά συνέπεια, κάποια υποψήφια κόμματα από την Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη που αυτοχαρακτηρίζονταν ως Χριστιανικά ή Καθολικά, όπως η Πολωνική Χριστιανική Εθνική Ένωση (Zjednoczenie Chrześcijańsko-Narodowe), απορρίφθηκαν λόγω της εχθρικής στάσης τους προς την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.Αυτή η αλλαγή ήταν εκ των πραγμάτων αναγκαστική. Η νομοπαραγωγική διαδικασία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απαιτεί τη διαμόρφωση κοινών θέσεων, ιδίως όσον αφορά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Πώς λειτούργησαν τα πράγματα στην πράξη;
Όλοι οι νέοι εταίροι ενσωματώθηκαν καλά σε σχέση με το κοινοβουλευτικό έργο. Ο Φιλελευθερισμός, η Χριστιανοδημοκρατία και ο Συντηρητισμός δεν δημιούργησαν αξεπέραστες διαχωριστικές γραμμές στην καθημερινή πρακτική, αλλά αποτέλεσαν χρήσιμα συμπληρώματα στο διευρυμένο ΕΛΚ. Η Forza Italia έγινε μάλιστα η πιο συνεπής αντιπροσωπία του ΕΛΚ στις ψηφοφορίες. Η στρατηγική της διεύρυνσης δικαιώθηκε, όμως το ζήτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν πράγματι μια σκληρή διαχωριστική γραμμή.Οι εθνικές ηγεσίες τόσο των Βρετανών Συντηρητικών όσο και του ουγγρικού Fidesz στράφηκαν με αυξανόμενη ένταση κατά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αντικειμενικά, ήταν περισσότερο εχθρικές παρά επιφυλακτικές. Οι Βρετανοί Συντηρητικοί αποχώρησαν από την κοινοβουλευτική ομάδα το 2009, κάνοντας μια εθνικιστική στροφή-προοίμιο της αποχώρησης της χώρας από την ΕΕ μετά το δημοψήφισμα του 2016. Η εκστρατεία μίσους του Βίκτορ Όρμπαν κατά του Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ και η σύναψη σχέσεων με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τη Μαρίν Λεπέν έκαναν αδύνατη τη συνέχιση της σχέσης του Fidesz με το ΕΛΚ. Η υπονόμευση από τον Όρμπαν των δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό της ίδιας της Ουγγαρίας ολοκλήρωσε την εικόνα.Η πραγματική διαχωριστική γραμμή, επομένως, δεν είναι ο Συντηρητισμός, ο Φιλελευθερισμός ή η Χριστιανοδημοκρατία, αλλά η Ευρωπαϊκή ή η εθνικιστική θεώρηση.

Η διαίρεση του εθνικιστικού χώρου
Εντός του εθνικιστικού αυτού χώρου πραγματική διαχωριστική γραμμή αποτέλεσε, στις εξωτερικές σχέσεις, η υιοθέτηση φιλοαμερικανικών ή φιλοπουτινικών θέσεων, και, στο εσωτερικό (σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένη με αυτές) η εποικοδομητική σχέση με την ΕΕ ή η συστηματική εναντίωση σε αυτήν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δύο ξεχωριστών πολιτικών ομάδων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.Η ακροδεξιά μέσα σε αυτόν τον εθνικιστικό χώρο μπορεί επομένως να χαρακτηριστεί ως αντιπολίτευση με δύο πόλους: υπονομεύει τόσο την διατλαντική εταιρική σχέση όσο και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η πολιτική τάξη που εγκαθιδρύθηκε μετά το 1945, με βασικά συστατικά στοιχεία τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου, την ελευθερία του Τύπου, τον πλουραλισμό, τη διατλαντική συμμαχία και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, έχει αποδείξει και με το παραπάνω την αξία της. Μετά από περισσότερα από 70 χρόνια, η αμφισβήτησή της δεν μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί Συντηρητισμός. Αν η ακροδεξιά εγείρει οποιαδήποτε αξίωση Συντηρητισμού, αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την έννοια της προ του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου κατάστασης. Δηλαδή, ο Συντηρητισμός ως αυταρχισμός και ανελευθερία.Πρόκειται για έναν εθνικισμό που υπόσχεται προστασία μέσω της εσωστρέφειας και που είναι ελκυστικός σε όσους μένουν πίσω. Με αυτόν τον τρόπο ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε την πλειοψηφία την πρώτη φορά, απευθυνόμενος στους εργάτες άνθρακα και χάλυβα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Μαρίν Λεπέν εκλέγεται στην πρώην κομμουνιστική καρδιά της βόρειας Γαλλίας των ανθρακωρυχείων. Και με αυτόν τον τρόπο ο Μπόρις Τζόνσον έσπασε το «κόκκινο τείχος» των πρώην εκλογικών περιφερειών των Εργατικών στη βιομηχανοποιημένη βόρεια Αγγλία. Πρόκειται για θέμα κοινωνικού εθνικισμού.

Είναι δυνατή η αλλαγή;
Μετά τη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας, αυτή η διαίρεση στον εθνικιστικό χώρο μπορεί να ξεπεραστεί και να προκύψει ένα μεγαλύτερο μπλοκ. Ο πουτινισμός δεν αποτελεί πλέον βιώσιμη επιλογή στην πολιτισμένη Ευρώπη.Όμως, εξίσου, οι ανάγκες κατά την άσκηση εξουσίας μπορούν να οδηγήσουν σε μετριοπάθεια και εκπαίδευση και σε μια πιο δεκτική στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Προς τα εκεί φαίνεται να κατευθύνονται τα ηγετικά κόμματα τόσο της τσεχικής όσο και της νέας ιταλικής κυβέρνησης. Τριάντα χρόνια μετά την κατάρρευση του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (Democrazia Cristiana), το ιταλικό πολιτικό τοπίο βρίσκεται ακόμη σε πλήρη μετάβαση με αδιευκρίνιστη έκβαση. Πολιτικά κόμματα έχουν μετακινηθεί προς την εθνικιστική δεξιά, όπως εξηγήθηκε παραπάνω. Όμως και η αντίθετη κατεύθυνση είναι εξίσου πιθανή, έχει ήδη συμβεί στο παρελθόν και παραμένει ένα ενδεχόμενο για το μέλλον. Η επιτυχής μετατροπή της Λαϊκής Συμμαχίας (Alianza Popular) στην μετα-Φράνκο εποχή στο μετριοπαθές και φιλοευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (Partido Popular) είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Χοσέ Μαρία Αθνάρ αναδιάρθρωσε τον ισπανικό πολιτικό χώρο, ενώνοντας το Συντηρητικό του κόμμα με μικρότερους Χριστιανοδημοκρατικούς και Φιλελεύθερους σχηματισμούς. Η πλήρης υιοθέτηση της πολιτικής τάξης μετά το 1945, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση. Η σταθερότητα του πολιτικού συστήματος της ΕΕ εξαρτάται από την αυτοδιόρθωση των πιο ριζοσπαστικών πολιτικών κομμάτων, τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς, προς το κέντρο, και συνεπώς αυτές οι κινήσεις θα πρέπει να ενθαρρύνονται και να χαιρετίζονται. Ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς – Προοδευτική Συμμαχία (ΣΥΡΙΖΑ) στην Ελλάδα, ο οποίος προέρχεται από την άκρα αριστερά, το έκανε αυτό κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, αποδεχόμενος την ανάγκη να διεξαχθούν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για να μπορέσει η Ελλάδα να παραμείνει στην ευρωζώνη. Το ίδιο θα πρέπει να κάνει και το Sinn Féin, αν θέλει ποτέ να κυβερνήσει την Ιρλανδία. Στην πράξη, ο μετασχηματισμός σε εποικοδομητικό εταίρο προσφέρει επίσης τη δυνατότητα να αντιμετωπιστούν επίκαιρα ζητήματα με μεγαλύτερη επιτυχία. Η σημασία των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης και η προστασία τους, τα όρια στη μετανάστευση ή η έλλειψη δημόσιων υπηρεσιών σε αγροτικές περιοχές είναι μόνο μερικά από αυτά.

Γιατί είναι τόσο σημαντική η αποδοχή της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;
Η ευρωπαϊκή ήπειρος σήμερα δομείται από δύο και μόνο δύο αρχές: την αυτοκρατορία στην Ανατολή, ως έκφραση των ρωσικών αυτοκρατορικών και αποικιοκρατικών βλέψεων, και την ΕΕ, ως Ένωση πολιτών και κρατών στο Κέντρο και τη Δύση, που παρέχει καταφύγιο και προστασία και μια σχέση βασισμένη στο κράτος δικαίου. Δεν είναι επομένως περίεργο που κράτη όπως η Ουκρανία ή η Μολδαβία επιθυμούν απεγνωσμένα να ενταχθούν στην ΕΕ ως «ασφαλή λιμένα». Ακόμη και τα κράτη που δεν θέλησαν ποτέ ή δεν θέλουν πλέον να γίνουν Μέλη, εξακολουθούν να αισθάνονται την ανάγκη να συνάψουν στενές συμβατικές σχέσεις με την ΕΕ. Η αυτοκρατορία δεν αποτελεί ελκυστική επιλογή για τους γείτονες της Ρωσίας, επειδή κατ’ ανάγκην συνδέεται με τη βία και την υποταγή. Η έννοια της αυτοκρατορίας είναι μια προσπάθεια επαναφοράς των κανόνων του 19ου αιώνα της ηπείρου μας στον 21ο αιώνα. Για όλες τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, η ΕΕ είναι, με μια πολύ άμεση έννοια, ο διασώστης του κράτους-έθνους και η προϋπόθεση για την επιβίωσή του. Πέραν όμως αυτού, η ΕΕ παρέχει και στα 27 Κράτη-Μέλη της μηχανισμούς για την ειρηνική επίλυση συγκρούσεων και λειτουργικότητες που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν μόνα τους. Η ΕΕ αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα του κράτους-έθνους, επιτρέποντάς του να ευδοκιμήσει και να ευημερήσει, όπως ακόμη και οι Βρετανοί άρχισαν να συνειδητοποιούν με καθυστέρηση. Μαζί μπορούμε να υπερασπιστούμε τα συμφέροντά μας σε έναν κόσμο που γίνεται και πάλι όλο και πιο επικίνδυνος. Η ΕΕ είναι το καθημερινό μας modus vivendi και operandi.

Μπορεί η ΕΕ να προστατεύσει;
Αν οι λαϊκιστικές πολιτικές δυνάμεις περιγράφονται ορθότερα ως κοινωνικοί εθνικιστές οι οποίοι ανταποκρίνονται στα αιτήματα προστασίας μέσω της εσωστρέφειας, τίθεται το ερώτημα αν η ΕΕ μπορεί εξίσου να παρέχει προστασία, όμως εντός ενός ανοιχτού πολιτικού συστήματος. Η πρόσφατη ιστορία των κρίσεων μπορεί να γίνει κατανοητή και ως μια διαδικασία εξασφάλισης από την ΕΕ των απαραίτητων εργαλείων για την παροχή προστασίας. Ως συνέπεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί πλέον να εποπτεύει τις σημαντικότερες συστημικές τράπεζες σε όλα τα Κράτη-Μέλη. Διεύρυνε με επιτυχία την εργαλειοθήκη της για την αποφυγή αποπληθωριστικών πιέσεων. Μετά την κρίση της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης του 2015, η ΕΕ διαθέτει πλέον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής και κατάφερε να συνάψει λειτουργικές συμφωνίες με γειτονικά κράτη για τον καλύτερο έλεγχο των μεταναστευτικών ροών. Μετά τις πρώτες έξι εβδομάδες που οι εθνικές κυβερνήσεις προσπαθούσαν να διαχειριστούν μόνες τους τον Covid-19, δημιουργώντας συνοριακούς ελέγχους και περιορισμούς στις εξαγωγές, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλαβε δράση με επιτυχία και εξασφάλισε ότι όλα τα Κράτη-Μέλη, πλούσια ή φτωχά, μεγάλα ή μικρά, έλαβαν εξίσου πρόσβαση στα απαραίτητα υλικά, ιδίως στα εμβόλια. Επιπλέον, το πρόγραμμα NextGenerationEU παρείχε σε όλα τα Κράτη-Μέλη, αλλά κυρίως σε εκείνα που επλήγησαν περισσότερο από τον Covid-19, τα οικονομικά μέσα για να μετασχηματίσουν τις οικονομίες τους. [2] Η επιθετικότητα της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας οδήγησε την ΕΕ να αναλάβει ηγετικό ρόλο στη στήριξη της Ουκρανίας και, ως εκ τούτου, στην προστασία των ανατολικών Κρατών-Μελών της, συμπεριλαμβανομένης της λήψης πολύ αυστηρών κυρώσεων, της χρηματοδότησης όπλων και της λήψης τολμηρών μέτρων για την αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Η ΕΕ αναλαμβάνει τώρα να διασφαλίσει την πρόσβασή της στις κρίσιμες πρώτες ύλες και την τεχνολογία που απαιτούνται για την προστασία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Όλα τα παραπάνω παραδείγματα δείχνουν ότι η Ευρώπη αποδεικνύει όλο και περισσότερο πως μπορεί να συμπληρώσει τις προσπάθειες απελευθέρωσης της εσωτερικής αγοράς με την αποτελεσματική προστασία των πολιτών της.

Ποια θα μπορούσε να είναι η προγραμματική βάση του σύγχρονου ΕΛΚ;
Το διευρυμένο ΕΛΚ συγκεντρώνει τις πολιτικές ιδέες των Χριστιανοδημοκρατών, των Συντηρητικών και των Φιλελευθέρων σε μια ολοκληρωμένη πολιτική πλατφόρμα. Το ΕΛΚ υιοθετεί πλήρως τη φιλελεύθερη πολιτική τάξη, όπως αυτή εδραιώθηκε μετά το 1945, συμπεριλαμβανομένης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, του πλουραλισμού, του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, καθώς και μια εν γένει προτίμηση της αγοράς έναντι του κράτους, και επομένως δεν θα μπορούσε ποτέ να υποστηρίξει την ανελευθερία. Ο σύγχρονος συντηρητισμός συνεχίζει να παρέχει μια σειρά από αιώνιες αλήθειες: δεν αποτελεί κάθε μεταρρύθμιση πρόοδο. Η σοφία πολλών γενεών είναι συσσωρευμένη στους υπάρχοντες θεσμούς. Οι επαναστάσεις και ο εξτρεμισμός υπήρξαν τις περισσότερες φορές συνταγές για βία, κακουχίες και έλλειψη σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ζωής. Ο πραγματισμός και η κοινή λογική πρέπει να προτιμώνται από την ιδεολογία. Η βασική συντηρητική επιδίωξη είναι η διατήρηση. Η βιωσιμότητα είναι η προϋπόθεση για τη διατήρηση. Ό,τι δεν είναι βιώσιμο παραβιάζει τη δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών και θέτει σε κίνδυνο το κοινό μας μέλλον. Αν οι συντηρητικοί επιθυμούν να διατηρήσουν, η βιωσιμότητα είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος. Η Χριστιανοδημοκρατία βασίζεται στην ουσία σε μια σειρά από έννοιες για τη συμφιλίωση των φαινομενικά ασυμβίβαστων στην κοινωνία: κοινωνική οικονομία, ατομισμός, επικουρικότητα, φεντεραλισμός, λαϊκό κόμμα και κόμμα του κέντρου. Η επίτευξη μιας δίκαιης ισορροπίας στην κοινωνία είναι η πολιτική αποστολή της Χριστιανοδημοκρατίας. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος οι κοινωνίες να προτιμούν το παρόν από το μέλλον. Έχουμε όμως επίσης βιώσει κομμουνιστικά καθεστώτα που κατέστρεψαν το παρόν στο όνομα ενός λαμπρού μέλλοντος που δεν ήρθε ποτέ. Η βιωσιμότητα απαιτεί τη συμφιλίωση και των δύο, του σήμερα και του μέλλοντος.

Συνεπώς, η βιωσιμότητα πρέπει να είναι η βασική φιλοδοξία, που θα ενώνει τις γενιές. Η βιωσιμότητα διαπερνά όλους τους πολιτικούς τομείς, κινδυνεύει εμφανώς σήμερα, και οφείλει ν’ αντιμετωπίσει τα «7 D», όπως αναπτύχθηκαν και δημοσιεύθηκαν από το Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών Wilfried Martens, μαζί με 175 ειδικότερες πολιτικές προτάσεις. [3] Τα «7 D» είναι τα εξής:

– Η βιωσιμότητα του χρέους (debt) διασφαλίζει ότι δεν ζούμε εις βάρος των μελλοντικών γενεών.

– Η άμυνά μας (defence) χρειάζεται επειγόντως αναβάθμιση και επαύξηση της ικανότητας της Ευρώπης να αμυνθεί τουλάχιστον συμβατικά, προκειμένου να εγγυηθεί την ελευθερία και τη ζωή μας αύριο.

– Η επίτευξη ουδετερότητας ως προς τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μέσω μιας διαδικασίας απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές (decarbonization) με παράλληλη διατήρηση της ενεργειακής ασφάλειας και της ανταγωνιστικότητας είναι ζωτικής σημασίας.

– Η δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ των γενεών οφείλει να εξισορροπήσει το μεταβαλλόμενο δημογραφικό (demography).

– Η δημοκρατία μας (democracy) κινδυνεύει από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, την υπερβολή της εκτελεστικής εξουσίας και από τον έλεγχο των παραδοσιακών και των νέων κοινωνικών μέσων (social media) από τους λίγους, και χρειάζεται ενεργή ενίσχυση.

– Πρέπει να εκμεταλλευτούμε περισσότερο την ψηφιακή (digital) επανάσταση, αν θέλουμε να παραμείνουμε ανταγωνιστικοί.

– Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης κατέστησε την οικονομία το κυρίαρχο αφήγημα. Αυτό έχει πλέον αντικατασταθεί από την ασφάλεια. Συνεπώς, πρέπει να απομειώσουμε τους κινδύνους (derisk) από  την παγκοσμιοποίηση.

Ο Μαξ Βέμπερ μας δίδαξε ότι οι πολιτικοί χρειάζονται πάθος (Leidenschaft) και ισορροπημένη κρίση (Augenmaß). Επομένως, η βιωσιμότητα θα πρέπει να επιδιωχθεί με βιώσιμο τρόπο.[4]

Συμπέρασμα
Το πολιτικό πρόγραμμα του ΕΛΚ καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τη διατλαντική συμμαχία και την υπεράσπιση της δημοκρατικής τάξης που εγκαθιδρύθηκε μετά το 1945. Το ΕΛΚ συγκεντρώνει λαϊκά κόμματα που στοχεύουν να αποτελέσουν μια δύναμη συμφιλίωσης μέσα στην κοινωνία και στηρίζονται σε συμπεριληπτικές έννοιες όπως η κοινωνική οικονομία, η επικουρικότητα, η ατομικότητα και ο φεντεραλισμός. Αυτές πρέπει απαραιτήτως να συμπληρώνονται από την επιδίωξη της βιωσιμότητας σε όλους τους τομείς πολιτικής, συμφιλιώνοντας έτσι το παρόν και το μέλλον.

Το άρθρο του Klaus Welle, προέδρου του επιστημονικού συμβουλίου του Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών Wilfried Martens των Βρυξελλών, αποτελεί αναθεωρημένη εκδοχή αντίστοιχου που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Le Grand Continent στα γαλλικά. Βλ. http://tinyurl.com/yhnbtca9. Η μετάφραση έγινε από τον Καθηγητή Νομικής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλών Βαγγέλη Παπακωνσταντίνου.


[1] T. Jansen and S. van Hecke, At Europe’s service; The origins and evolution of the European People’s Party, Springer, Βερολίνο 2011, σσ. 283-317.

[2] NextGenerationEU, ΕΕ (2023). http://tinyurl.com/wfujw5wb. Πρόσβαση στις 27 Ιουνίου 2023.

[3] P. Hefele, K. Welle, E. Drea, D. Lilkov, N. Nováky, V. Novotný, F. Reho, and G. Walshe, The 7Ds for Sustainability: Strategic Policy Initiatives for the European Centre-Right. Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών Wilfried Martens, Βρυξέλλες, Απρίλιος 2023. http://tinyurl.com/2wf7vh4z. Πρόσβαση στις 28 Ιουνίου 2023.

[4] M. Weber, Politik als Beruf, Duncker & Humblot, Μόναχο 1926.

To «Brussels effect», η Τεχνητή Νοημοσύνη και η πρωτιά της Ευρώπης

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 3.07.2023

Το “φαινόμενο των Βρυξελλών” δίνει ρόλο στην Ευρώπη στον παγκόσμιο χάρτη. Με το ΑΙ Act η Ευρώπη φιλοδοξεί για μια ακόμα φορά να αποτελέσει το παράδειγμα για όλο τον πλανήτη.

Τo Brussels effect είναι ένας όρος που όλο και περισσότερο, αυτάρεσκα, χρησιμοποιούμε στην Ευρώπη αυτή την περίοδο. Είναι σχετικά πρόσφατος, λανσαρίστηκε από την Anu Bradford και, εν ολίγοις, υποδηλώνει ότι όσα νομοθετεί πρώτη η Ευρώπη αντιγράφουν αργά ή γρήγορα και οι υπόλοιπες χώρες του πλανήτη.

Ισχύει πράγματι κάτι τέτοιο; Δεν είναι πιθανότερο να αντιγράφουν όλοι τους νόμους της Αμερικής, αφού αυτή είναι η ισχυρότερη (και δημοκρατική) χώρα στον κόσμο; Η συγγραφέας στήριξε το εύρημά της στην παρατήρηση κάποιων τομέων δικαίου και της αγοράς. Θεωρεί ότι, επειδή οι νόμοι της Ευρώπης είναι καλογραμμένοι, δημοκρατικοί και αυστηροί, έχουν κίνητρο να τους αντιγράψουν οι κυβερνήσεις παντού στον πλανήτη. Σε αυτό άλλωστε πιέζονται και από τις επιχειρήσεις τους, επειδή οι τεχνικές προδιαγραφές της Ευρώπης είναι οι αυστηρότερες στον κόσμο, επομένως η αντιγραφή τους και οδηγεί σε ομοιομορφία προϊόντων και υπηρεσιών (δηλαδή, τελικά σε οικονομία) αλλά και «πετά έξω» τον ανταγωνισμό από τους «μικρούς» που δεν έχουν ίσως τα χρήματα να εφαρμόσουν τις ίδιες αυστηρές μεθόδους παραγωγής. Όλα επομένως συνηγορούν στην υιοθέτηση των ευρωπαϊκών στάνταρντ και κανόνων από όλους.

Οι ψηφιακές τεχνολογίες παρουσιάζουν ορισμένα χαρακτηριστικά που κάνουν σχεδόν ιδανική τη νομοθέτηση από τις Βρυξέλλες” 

Τι μας νοιάζει αυτό; Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα νομικό φαινόμενο (αν κανείς καν το αποδεχόταν), που δεν φαίνεται να επηρεάζει κάπως την καθημερινότητά μας. Επηρεάζει όμως την πολιτική, η οποία με τη σειρά της τελικά επηρεάζει την καθημερινότητά μας. Πώς γίνεται αυτό; Δίνοντας ώθηση στη νομοθέτηση από τις Βρυξέλλες. Αν το Brussels effect δίνει ρόλο στην Ευρώπη, και μάλιστα σε ένα παγκοσμιοποιημένο δίπολο μεταξύ Αμερικής και Κίνας, τότε δικαιολογεί και τον ρόλο της και τη συνέχιση των προσπαθειών της.

Αυτό δεν γίνεται πουθενά αλλού περισσότερο φανερό από στις ψηφιακές τεχνολογίες (μάλιστα, ένα από τα παραδείγματα της συγγραφέως είναι πράγματι η νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα – ο, γνωστός μας, GDPR). Οι ψηφιακές τεχνολογίες παρουσιάζουν ορισμένα χαρακτηριστικά που κάνουν σχεδόν ιδανική τη νομοθέτηση από τις Βρυξέλλες (και όχι από τα εθνικά Κοινοβούλια): Είναι παγκοσμιοποιημένες, επομένως η νομοθέτηση από ένα μόνο κράτος (πχ. για τις ψηφιακές πλατφόρμες) θα ήταν αναποτελεσματική. Είναι επίσης γενικευμένες, επομένως ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει ένας Έλληνας χρήστης  πχ. του Facebook το αντιμετωπίζει με τον ακριβώς ίδιο τρόπο και ένας Γάλλος. Τέλος, είναι νέες και απαιτούν νέες λύσεις και νομικά μοντέλα, τα οποία όμως για να εκπονηθούν απαιτούν κόπο και χρήμα (και ειδικούς) που καμία χώρα μόνη της δεν διαθέτει σε επαρκή αριθμό.

Επομένως, ενθαρρυμένες και από το, «επώνυμο», πλέον φαινόμενο της νομοθέτησής τους, δηλαδή το Brussels effect, οι Βρυξέλλες πράγματι νομοθετούν πρώτες, και αποκλειστικά, για τις ψηφιακές τεχνολογίες. (Σε πλαίσιο ανερυθρίαστης αυτο-προώθησης(!), όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να δουν σχετικό άρθρο μας, που αυτή την περίοδο γίνεται βιβλίο, εδώ.)

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτού του φαινομένου σημειώθηκε πριν λίγες μέρες, στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης. Όμως, για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη απαιτείται μια μικρή αναδρομή. Η Ευρώπη ήδη από το 2017, ή και νωρίτερα ακόμα, είχε αρχίσει να συζητά για τη ρύθμιση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Το θέμα έγινε προτεραιότητα με την εκλογή της νέας Ευρωπαϊκής Επιτροπής (μετά τις αντίστοιχες ευρωεκλογές) το 2019. Πράγματι, το 2021 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε Σχέδιο Νόμου για την Τεχνητή Νοημοσύνη. (Θεωρώ ότι η ελληνική μετάφραση του «AI Act» ως «Πράξη», αντί για «Νόμος», «για την Τεχνητή Νοημοσύνη», είναι αποτυχημένη.) Όπως απαιτείται, στη συνέχεια επεξεργάστηκαν το Σχέδιο Νόμου το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Καθένα από τα δύο οφείλει να δημοσιεύσει τις θέσεις του και τις προτάσεις του σχετικά. Το Συμβούλιο το έκανε εδώ και λίγους μήνες – είναι το Κοινοβούλιο που ολοκλήρωσε τις δικές του διαδικασίες πριν λίγες μέρες. Επομένως, τώρα μπορεί να ξεκινήσει το τελευταίο στάδιο της ευρωπαϊκής νομοθέτησης, η συνεργασία μεταξύ των τριών οργάνων (ο, λεγόμενος, «τρίλογος») ώστε να συμβιβαστούν οι θέσεις τους και να καταλήξουμε σε τελικό κείμενο, κάτι που αναμένεται να συμβεί σύντομα (επειδή άλλωστε, «πιέζουν» πλέον χρονικά οι επόμενες ευρωεκλογές του Ιουνίου και η νέα Επιτροπή που θα έρθει – που μπορεί να βλέπει τα πράγματα διαφορετικά).

Σημασία έχει η ύπαρξη του Νόμου. Η παραδοχή δηλαδή ότι ο άνθρωπος πρέπει να προστατευτεί από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι η δημοσίευση των θέσεων του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου, ώστε να αρχίσει ο «τρίλογος», δεν είναι αυτονόητα. Κάποια νομοθετήματα «κολλάνε» για χρόνια. Άλλα απορρίπτονται ρητά και «επιστρέφονται» στην Επιτροπή. Επομένως, το γεγονός ότι για την Τεχνητή Νοημοσύνη όλοι κατέληξαν ότι απαιτείται πράγματι ρύθμιση και ότι το αρχικό κείμενο της Επιτροπής, μετά φυσικά από αλλαγές και τροποποιήσεις, είναι επαρκές για τον σκοπό αυτόν είναι και πρέπει να γιορταστεί ως επιτυχία. Αυτό άλλωστε εννοούσε η Πρόεδρος του Κοινοβουλίου Μέτσολα, όταν είπε ότι «σήμερα γράφουμε ιστορία».

Ιστορία όμως δεν γράφεται μόνο «εσωτερικά» στην Ευρώπη, αλλά και «εξωτερικά». Η αλήθεια είναι ότι κανένα άλλο κράτος του κόσμου, ούτε καν η Αμερική ή η Κίνα, οι οποίες στο κάτω-κάτω πρωταγωνιστούν στις εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης, δεν έχουν τολμήσει να νομοθετήσουν γι αυτές. Πρώτη η Ευρώπη προτείνει τέτοιο νόμο. Είναι επομένως πιθανότατο, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο νόμος της να αντιγραφεί από όλη την υπόλοιπη υφήλιο.

Τι λέει βασικά αυτός ο νόμος; Η βασική του ιδέα, και παραδοχή, είναι ότι οι εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης κατηγοριοποιούνται (και μπορεί να κατηγοριοποιηθούν) ανάλογα με τους κινδύνους που δημιουργούν για τον άνθρωπο. Αν συμφωνήσουμε σε αυτό (δεν είναι αυτονόητο, παρακαλώ σκεφτείτε αν μπορείτε να κατηγοριοποιήσετε το λογισμικό που ήδη γνωρίζετε και χρησιμοποιείτε…) τότε μπορούμε σχετικά εύκολα να αποδεχτούμε ότι οι υψηλού κινδύνου εφαρμογές πρέπει να απαγορευτούν ή πάντως να περιοριστούν ασφυκτικά, οι μέσου κινδύνου να ρυθμιστούν πιο χαλαρά και οι άνευ κινδύνου σχεδόν καθόλου.

Φυσικά δεν είναι εδώ ο χώρος κατάλληλος για νομική ανάλυση. Ούτε είναι αυτό που έχει σημασία. Σημασία έχει η ύπαρξη του Νόμου. Η παραδοχή δηλαδή ότι ο άνθρωπος πρέπει να προστατευτεί από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Η Ιστορία άλλωστε, αν αυτός είναι ο σκοπός μας, δεν γράφεται από τις λεπτομέρειες αλλά από το ίδιο το γεγονός. Ο GDPR, και η προστασία των προσωπικών δεδομένων, έγραψαν ιστορία αφού ξεκίνησαν από την Ευρώπη και πλέον κατέκτησαν όλον τον κόσμο ανεξαρτήτως από τις επιμέρους ρυθμίσεις τους. Είναι το γεγονός που μετράει: το γεγονός δηλαδή ότι χρειαζόμαστε νόμο για την προστασία των προσωπικών μας δεδομένων. Και, τώρα, το γεγονός ότι χρειαζόμαστε νόμο για να μας προστατεύσει από τις εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης.

Τι είναι εξίσου σημαντικό; Η ευελιξία. Σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον ο νόμος απαιτείται να έχει τις κεραίες του ανοιχτές. Να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να προσαρμόζεται. Να τροποποιεί τις διατάξεις του, εφόσον χρειαστεί. Όπως είπαμε, το βασικό ζητούμενο ήταν η παραδοχή ότι πράγματι χρειαζόμασταν έναν τέτοιο νόμο. Από τη στιγμή που η Ευρώπη την έκανε πρώτη και για όλους, για όλον τον πλανήτη, η συνέχεια είναι λιγο-πολύ προδιαγεγραμμένη: το πρώτο βήμα έγινε, η υλοποίηση δεν θα αργήσει και, αν λάβουμε υπόψη τις προηγούμενες επιδόσεις της Ευρώπης, θα είναι παραπάνω από ικανοποιητική.

Ευρωπαϊκός τρόπος (ψηφιακής) ζωής περνά μέσα από τον νόμο

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 6.05.2022

Και δίνει τον τόνο στον υπόλοιπο πλανήτη.

Οσοι ασχολούμαστε με τη νομική ρύθμιση των ψηφιακών τεχνολογιών την περίοδο αυτή βρισκόμαστε σε απόγνωση: Η Κομισιόν τα τελευταία δύο-τρία χρόνια έχει βαλθεί να μας εξοντώσει, παρουσιάζοντας απανωτά νέα, βασικά νομοθετήματα σχεδόν σε όλους τους τομείς της ψηφιακής ζωής. Υπό άλλες συνθήκες, δηλαδή λίγα χρόνια πριν, καθένα τους θα ήταν αρκετό να μας απασχολεί για χρόνια. Τώρα, το επόμενο διαδέχεται το προηγούμενο με ρυθμό καταιγιστικό, και πριν καλά-καλά προλάβουν να οριστικοποιηθούν τα πρώτα ξεκινά η δημόσια διαβούλευση για τα επόμενα.

Εν τάχει, αναφέρομαι συγκεκριμένα (και στα αγγλικά, καθώς οι ελληνικοί τίτλοι δεν έχουν καμία σημασία για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια) στις Artificial Intelligence ActDigital Markets ActDigital Services ActData Governance Act, και στην Data Act, οι οποίες σήμερα είναι «τρέχουσες», ενώ πριν λίγο καιρό ολοκληρώθηκε η Cybersecurity Act και είμαστε εν αναμονή, τουλάχιστον, μιας European Cyber Resilience Act.

Καθένα από τα παραπάνω νομοθετήματα έχει εξαιρετικά φιλόδοξους στόχους. Η Artificial Intelligence Act θέλει να βάλει τους κανόνες για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Η Digital Markets Act θέλει να ρυθμίσει τις μεγάλες ιντερνετικές πλατφόρμες. Η Digital Services Act θέλει να ρυθμίσει τις σχέσεις μας στο ίντερνετ. Η Data Governance Act και η Data Act θέλουν να ρυθμίσουν τη χρήση και την πρόσβαση στις ψηφιακές πληροφορίες. Τα θέματα κυβερνοασφάλειας επιχειρούν να καλύψουν οι Cybersecurity Act (καθώς και η NIS2 Οδηγία) και, στο άμεσο μέλλον, η European Cyber Resilience Act.

Η παραπάνω εξέλιξη, που για τους λόγους αυτής εδώ της ανάλυσης θα την εκλάβω σαν μια, ενιαία πολιτική απόφαση της Ευρώπης να ρυθμίσει την ψηφιακή ζωή, έχει σημαντικότατες συνέπειες για την ίδια την Ευρώπη, για καθένα από τα Κράτη-Μέλη, για καθέναν από εμάς ατομικά, καθώς και για ολόκληρο τον πλανήτη.

Οι συνέπειες για τις μη-ευρωπαϊκές χώρες

“Οι Ευρωπαίοι τολμούν να βάλουν πρώτοι κανόνες εκεί που δεν έχουν τολμήσει ούτε οι Αμερικανοί, ούτε οι Κινέζοι”

Ας ξεκινήσουμε από τον πλανήτη, δηλαδή τις τρίτες, μη-ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό που είναι κοινό σχεδόν σε όλα τα παραπάνω νομοθετήματα είναι ότι είναι τα πρώτα στον τομέα τους. Δηλαδή, τα θέματα της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν τόλμησε κανένας νομοθέτης στον κόσμο να τα ακουμπήσει, ούτε καν σε ΗΠΑ και Κίνα όπου οι αντίστοιχες τεχνολογίες ανθούν. Το ίδιο και τις μεγάλες ιντερνετικές πλατφόρμες: Παρότι Αμερικανικής και Κινεζικής προέλευσης, ούτε η μία ούτε η άλλη κυβέρνηση δεν τόλμησε τους να βάλει κανόνες. Οι πρώτοι που το κάνουν είναι οι Ευρωπαίοι. Και, όπως είναι λογικό, οι κανόνες τους θα αποτελέσουν τελικά και τους παγκόσμιους κανόνες.

Αυτό το είδαμε να συμβαίνει ήδη με τον GDPR – τον Ευρωπαϊκό νόμο για τα προσωπικά δεδομένα. Το παράδειγμά του ακολούθησαν οι Κινέζοι (και οι Βραζιλιάνοι, οι Ινδοί, οι Ιάπωνες, οι Κορεάτες για να αναφέρω μόνο τους πιο πρόσφατους), και προσπαθούν να ακολουθήσουν οι Αμερικανοί. Στον τομέα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, τόσο κρίσιμο για την ψηφιακή ζωή, τον παγκόσμιο τόνο τον δίνει εδώ και χρόνια, επισήμως και επωνύμως, η Ευρώπη.

Οι συνέπειες για την Ευρώπη και τα κράτη-μέλη

Για την ίδια την Ευρώπη οι παραπάνω πρωτοβουλίες έχουν μεγάλη σημασία επειδή αποτελούν σημαντικά βήματα προς την ενοποίηση. Καθένα από τα νομοθετήματα αυτά είναι Κανονισμός – επομένως, όπως ο GDPR, ισχύει απευθείας στα Κράτη-Μέλη. Επίσης, καθένα από τα νομοθετήματα αυτά έχει εύκολα αναγνωρίσιμο όνομα – είναι δηλαδή, όπως και ο GDPR, «επώνυμα». Τέλος, ο συνδυασμός όλων αυτών των νομοθετημάτων ρυθμίζει ολόκληρη την ψηφιακή ζωή μας: ειδικά η Digital Services Act αφορά, ακριβώς όπως και ο GDPR, κάθε στιγμή της διαδικτυακής μας ζωής – δηλαδή, ίσως το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μας. Συνεπώς, μόλις η διαδικασία ολοκληρωθεί καθένας μας για την ψηφιακή του ζωή θα αναφέρεται απευθείας στην Ευρώπη, και στον ευρωπαϊκό νόμο, και όχι στον εθνικό νόμο. Όπως ακριβώς σήμερα όλοι στην Ελλάδα αναφέρονται στον «GDPR» και, σχεδόν ποτέ, στον ΓΚΠΔ (τα ελληνικά αρχικά του) ή, πολύ λιγότερο, στον ελληνικό νόμο που τον «τοπικοποιεί», έτσι και στο μέλλον όλοι θα αναφερόμαστε απευθείας στο AI Act ή στο DSA. Οι συνέπειες αυτής της γλωσσικής αλλαγής για το ευρωπαϊκό πρότζεκτ είναι προφανείς.

Για τα Κράτη-Μέλη αυτή η βιασύνη της Ευρώπης να ρυθμίσει την ψηφιακή ζωή αποτελεί ταυτόχρονα πρόβλημα και λύση. Πρόβλημα, επειδή όπως είδαμε η Ευρώπη αφαιρεί από τα Κράτη-Μέλη τη δυνατότητα να νομοθετήσουν μόνα τους για την ψηφιακή ζωή. Αυτή όμως ακριβώς η διαπίστωση είναι ταυτόχρονα και λύτρωση γι αυτά: Ποιο κράτος άραγε θα είχε τις δυνάμεις και τις γνώσεις να νομοθετήσει για την Τεχνητή Νοημοσύνη μόνο του; Για την κυβερνοασφάλεια; Αλλά, ακόμα και αν το έκανε, τι σημασία θα είχε η νομοθεσία, πχ. για το Facebook από ένα μόνο ευρωπαϊκό κράτος; Απολύτως καμία – όπως πρόσφατα αναγκάστηκε να διαπιστώσει η Αυστραλία. Όμως ολόκληρη η Ευρώπη έχει άλλο ειδικό βάρος – όπως επανειλημμένα αναγκάστηκαν να διαπιστώσουν η Google, το Facebook ή η Microsoft.

Για τους Ευρωπαίους, για καθέναν από εμάς, η ευρωπαϊκή νομοθεσία μόνο καλό κάνει. Όταν ολοκληρωθούν οι διαδικασίες οι Ευρωπαίοι θα έχουν το αποτελεσματικότερο και καλύτερο ρυθμιστικό πλαίσιο στον κόσμο για την ψηφιακή ζωή. Θα είναι οι μόνοι των οποίων η διαδικτυακή ζωή θα προστατεύεται. Όπως ακριβώς είναι οι μόνοι με τόσο αποτελεσματικό και πλήρες νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, μέσω του GDPR, το ίδιο θα συμβεί και με τις υπόλοιπες ψηφιακές τεχνολογίες που μας κατακλύζουν.

Ακόμα σημαντικότερο όμως για καθέναν μας είναι το γεγονός ότι ο Ευρωπαϊκός τρόπος ψηφιακής ζωής βάζει τον άνθρωπο στο επίκεντρο. Αυτή είναι η βασική αρχή της Ευρωπαϊκής Διακήρυξης για τα Ψηφιακά Δικαιώματα, που εκδόθηκε μόλις τον Ιανουάριο και που όμως θα αποτελέσει την βασική πολιτική προσέγγιση της Ευρώπης για τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Η τοποθέτηση του ανθρώπου στο επίκεντρο έχει μεγάλη σημασία: Η Ευρώπη δεν βάζει το παγκόσμιο τεχνολογικό προβάδισμα ή τη μεγιστοποίηση του κέρδους από τις ψηφιακές τεχνολογίες στο επίκεντρο, αλλά τον άνθρωπο.

“Η Ευρώπη επιλέγει να δώσει προτεραιότητα στον άνθρωπο, θυσιάζοντας την τεχνολογική πρωτοκαθεδρία και το κέρδος. Κανείς δεν μπορεί να τα έχει όλα”

Τελικά, επομένως, το παγκόσμιο τρί-πολο επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά: Οι ΗΠΑ έχουν την τεχνολογία, η Κίνα τα χρήματα, και η Ευρώπη βάζει τους κανόνες. Αυτός είναι ο Ευρωπαϊκός τρόπος ψηφιακής ζωής, οι κανόνες που βάζουν πρώτο τον άνθρωπο. Οι κανόνες αυτοί δεν μπορεί παρά να βρίσκονται μέσα σε νόμους, και μάλιστα αυστηρούς –οτιδήποτε διαφορετικό απλά δεν λειτουργεί. Αν με ρωτήσετε, είμαι χαρούμενος με αυτή την εξέλιξη. Όχι τόσο λόγω προσωπικού συμφέροντος (νομικός είμαι, τι άλλο θα έλεγα;;) αλλά κυρίως επειδή αφενός πιστεύω ότι η Ευρωπαϊκή προσέγγιση είναι η σωστή για τον άνθρωπο και επειδή αφετέρου πιστεύω ότι, για δομικούς λόγους, ο ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ και Κίνα στα δικά τους πεδία είναι καταδικασμένος – όσο καταδικασμένες είναι και αυτές αν προσπαθήσουν να παράξουν κανόνες για όλους. Φυσικά φαντάζομαι ότι υπάρχουν πολλοί που θα διαφωνούσαν μαζί μου, όπως έχουν κάθε δικαίωμα να κάνουν – αυτή είναι άλλωστε η ουσία της δημοκρατίας, η οποία, ας μην ξεχνάμε, είναι μια άλλη ρυθμιστική προσφορά της Ευρώπης στην ανθρωπότητα.

Μια απογραφή στη Γερμανία το 1983 καθορίζει τη σχέση μας με την τεχνολογία και σήμερα

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 06.12.2021

To δικαίωμα στον «πληροφοριακό αυτοκαθορισμό» και η προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Ηαπογραφή πληθυσμού και κατοικιών που σύντομα ολοκληρώνεται προσφέρει μια πρώτης τάξης ευκαιρία για ένα σύντομο ταξίδι πίσω στον χρόνο, στο 1983 και στην (τότε) Δυτική Γερμανία. Τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε μια ιστορικής σημασίας απόφαση με την οποία ακύρωνε τον γερμανικό νόμο του προηγούμενου έτους για εθνική απογραφή, εισάγοντας το, καινούργιο τότε, «δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού» (informationelle Selbstbestimmung, informational self-determination). Και αν όλα αυτά ίσως ακούγονται πολύ νομικά, αρκεί να πω ότι ήταν αυτή ακριβώς η απόφαση που τελικά οδήγησε στον GDPR, σε ένα άρθρο του ελληνικού Συντάγματος, αλλά και γενικά στον Ευρωπαϊκό τρόπο αντιμετώπισης των νέων τεχνολογιών – ακόμα και στις πιο πρόσφατες περιπτώσεις, όπως αυτή της τεχνητής νοημοσύνης (AI).

Πληροφοριακός αυτοκαθορισμός: μια μικρή ιστορική αναδρομή

Τι συνέβη λοιπόν αρχές της δεκαετίας του 1980 στην Γερμανία; Το 1982 η γερμανική κυβέρνηση ψήφισε νόμο για τη διενέργεια εθνικής απογραφής. Παρότι στη Βουλή ψηφίστηκε ομόφωνα, κάποιοι πολίτες ενοχλήθηκαν, μεταξύ άλλων και από την έκταση των ερωτήσεων (περίπου 160). Επιτέθηκαν, επομένως, κατά του νόμου ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, και αυτό τους δικαίωσε. Για να τους δικαιώσει όμως έπρεπε να επινοήσει κάτι νέο: Το καινούργιο αυτό ήταν ένα νέο δικαίωμα, το δικαίωμα στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό.

Δεν σκοπεύω φυσικά να μετατρέψω αυτό εδώ το κείμενο σε μάθημα νομικής. Με λίγα λόγια, ή μάλλον με τα διάσημα πλέον λόγια του Δικαστηρίου, το δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού περιλαμβάνει «το δικαίωμα του ατόμου να αποφασίζει το ίδιο, βάσει του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού του, πότε και πόσες πληροφορίες για την προσωπική του ζωή μπορεί να μεταδίδονται σε τρίτους».

Με αυτόν τον τρόπο το Δικαστήριο έφτιαξε κάτι ολοκαίνουργιο. Στηρίχτηκε στα γενικά δικαιώματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και προστασίας της προσωπικότητας, έλαβε υπόψη του τον παράγοντα τεχνολογία, και κατέληξε στη δημιουργία ενός δικαιώματος που, πριν βγάλει την απόφασή του, ούτε υπήρχε ούτε υποψιαζόταν κανείς ότι υπήρχε. Από αυτή την άποψη πρόκειται για δικαστικό ακτιβισμό, που επί της αρχής μπορεί να με βρίσκει αντίθετο, όμως μερικές φορές (όπως τώρα, ή το 2014 στην περίπτωση του δικαιώματος στη λήθη / right to be forgotten) πράγματι αποδίδει.

Μια πρωτοφανής ιδέα: ο έλεγχος των προσωπικών δεδομένων

Δύο πράγματα οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ: Το πρώτο είναι η εισαγωγή, και μάλιστα απευθείας σε ανώτατο επίπεδο, της πρωτοφανούς τότε ιδέας ότι το άτομο έχει δικαίωμα να ελέγχει τα προσωπικά του δεδομένα. Το δεύτερο είναι ότι αυτή η συνειδητοποίηση οφείλεται στην τεχνολογία: Ήταν η επεξεργασία των απαντήσεων της απογραφής μέσω υπολογιστή που τρόμαξε το Δικαστήριο και το οδήγησε σε αυτή την, απρόσμενη, κρίση.

Από κει και πέρα τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους και κατέληξαν όπως τα γνωρίζουμε και τα ζούμε σήμερα. Μέχρι τότε νόμοι για τα προσωπικά δεδομένα μπορεί να υπήρχαν σε Γερμανία και Γαλλία, όμως ήταν εξαιρετικά πρόσφατοι, τα προβλήματα εφαρμογής τους ήταν πολλά και, για να το πούμε ήπια, δεν συμφωνούσαν όλοι για τη χρησιμότητά τους και για τη σκοπιμότητα της συνεχιζόμενης ύπαρξής τους. Όμως, την απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν μπορούσε πλέον κανείς να αγνοήσει. Η προστασία δεδομένων έγινε ξαφνικά ένας νόμος που ήρθε για να μείνει. Ένα έτος μετά, το 1984, το Ηνωμένο Βασίλειο «υπέκυψε» και εισήγαγε τον πρώτο του Data Protection Act. Ακολούθησαν και όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, πλην Ελλάδας και Ιταλίας. To 1995 η Κομισιόν αναγκάστηκε να εκδώσει Οδηγία για τα προσωπικά δεδομένα. Ήταν αυτή η Οδηγία που αντικατέστησε ο GDPR (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) το 2016. Στο μεταξύ, το 2008 το ατομικό δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων κατοχυρώθηκε στην Συνθήκη για την ΕΕ. Στην Ελλάδα, εξαιτίας αυτής της Οδηγίας αποκτήσαμε νόμο για τα προσωπικά δεδομένα το 1997, αλλά και το άρθρο 9Α του Συντάγματος το 2001.

Νομικά, επομένως, η απόφαση στη Γερμανία το 1983 άλλαξε την Ευρώπη – αλλά και όλο τον κόσμο, αν αναλογιστεί κανείς ότι πριν ένα μήνα στην Κίνα εισήχθη νόμος για τα προσωπικά δεδομένα που «μοιάζει» με τον GDPR, σε Ιαπωνία, Κορέα, Ινδία και Βραζιλία έχει συμβεί εδώ και καιρό το ίδιο, ενώ, ως γνωστόν, η Αμερική ακόμα το παλεύει έχοντάς τον ως υπόδειγμα. Αν οι Γερμανοί δεν είχαν αντιδράσει το 1983 στην απογραφή, τα πιο πιθανά σενάρια είναι είτε η προστασία δεδομένων να είχε πεθάνει στα γεννοφάσκια της, εξαιτίας της επί της αρχής αντίδρασης των τότε κυβερνήσεων ΗΠΑ και Αγγλίας που κυριαρχούσαν, είτε πάντως να είχε επιβιώσει με περιθωριακό, δευτερεύοντα ρόλο.

Η αμυντική στάση της Ευρώπης

Αν υπάρχει κάτι κακό, ή έστω κάτι που δημιουργεί προβληματισμό σε όλα τα παραπάνω (εκτός από τον δικαστικό ακτιβισμό, αλλά έστω ότι εδώ λειτούργησε θετικά) είναι η σχέση με την τεχνολογία που μας κληροδότησε η παραπάνω απόφαση. Η αντιμετώπιση της τεχνολογίας από το Δικαστήριο ήταν αμυντική. Η αμυντική αυτή στάση είναι βασικά η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στην τεχνολογία μέχρι σήμερα.

Ας ξεκινήσουμε με την αμυντική στάση του Δικαστηρίου σε κείνη την απόφαση. Το δικαίωμα του ατόμου να ελέγχει τα δεδομένα του προφανώς δεν είναι κάτι που ανέκυψε για πρώτη φορά το 1983. Από την αρχή, ή πάντως από όταν ανακαλύφθηκε η γραφή, θεωρητικά ο άνθρωπος είχε το δικαίωμα να ελέγχει σε ποιον θα δίνει τα δεδομένα του (εντάξει, σε δημοκρατίες, όχι σε απολυταρχικά καθεστώτα). Τι άλλαξε το 1983 και η ανθρωπότητα συνειδητοποίησε για πρώτη φορά το νέο αυτό δικαίωμα, μετά περίπου 2500 χρόνια έγγραφης ιστορίας; Αυτό που άλλαξε ήταν οι τεχνολογίες πληροφορικής. Αυτό αναφέρεται ξεκάθαρα στην απόφαση του Δικαστηρίου: Είναι οι πιθανές επεξεργασίες των δεδομένων με τα νέα μέσα πληροφορικής που το έκαναν να φτάσει στο δικαίωμα του «πληροφοριακού αυτοκαθορισμού». Αν δεν υπήρχαν, αν επρόκειτο για μια απογραφή σαν όλες τις άλλες, τότε τέτοιο δικαίωμα πιθανότατα να μην είχαμε.

Άμυνα στις νέες τεχνολογίες

Τα προσωπικά δεδομένα, επομένως, ως άμυνα στις νέες τεχνολογίες. Ως μέσο ανάσχεσης, ανατροπής της ανισορροπίας μεταξύ του ατόμου και των οργανισμών που επεξεργάζονται τα δεδομένα του. Είναι όμως η επεξεργασία των δεδομένων, και κατ΄ επέκτασιν οι νέες τεχνολογίες που την επιτρέπουν, πάντα κάτι κακό; Κάτι από το οποίο πρέπει ο νόμος πάντα να μας προστατεύει; Η Κομισιόν διέγνωσε τον κίνδυνο το 1995: Η Οδηγία (και, φυσικά, και ο GDPR) έχουν τίτλο «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» (η υπογράμμιση, φυσικά, δική μου). Όμως, η ζημιά είχε ήδη γίνει. Στο υποσυνείδητο των Ευρωπαίων οι νόμοι για τα προσωπικά δεδομένα τους προστατεύουν από την τεχνολογία. Είναι η άμυνά τους στα προβλήματα που τους δημιουργεί.

Η στάση αυτή στην ουσία ποτέ δεν άλλαξε. Η πρόσφατη προσπάθεια της Κομισιόν να ρυθμίσει την Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να είναι η πρώτη στον κόσμο (και μπράβο μας γι αυτό) όμως και πάλι διέπεται από αμυντική στάση: Η βασική της θέση είναι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη, παρά τις ωφέλειες, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στους Ευρωπαίους, και επομένως πρέπει να προστατευτούμε με νόμο (που μοιάζει στον GDPR) από αυτήν.

Είναι σωστή αυτή η στάση; Κατά τη γνώμη μου όχι, ή πάντως όχι εντελώς. Η τεχνολογία δημιουργεί προβλήματα, νόμοι χρειάζονται για να τα αντιμετωπίσουν και να βοηθήσουν το άτομο, όμως μια αμυντική ή και φοβική στάση δεν βοηθά τις κοινωνίες. Ο νόμος οφείλει να μεταδίδει εικόνα εμπιστοσύνης στο άτομο, να το προτρέπει να χρησιμοποιεί την τεχνολογία προς όφελός του. Με άλλα λόγια, σκοπός του GDPR είναι φυσικά η προστασία του ατόμου όμως εξίσου και η πράγματι επεξεργασία των δεδομένων.

Αυτή είναι η μόνη μου ένσταση με την, κοσμοϊστορικής, σημασίας απόφαση του Γερμανικού Δικαστηρίου. Αν στην αιτιολογία της υιοθετούσε λιγότερο αμυντικά επιχειρήματα, αν αντί για τα προβλήματα μιλούσε και για τις ωφέλειες, τότε ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχτεί διαφορετικά για την Ευρώπη, να μην είχαμε μείνει δηλαδή σήμερα παθητικοί χρήστες των εφαρμογών που φτιάχνουν οι ΗΠΑ και η Κίνα. Από την άλλη μεριά, η ίδια αυτή απόφαση ενίσχυσε αποφασιστικά τον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό, την μόνη πραγματική εξαγωγή σήμερα της Ευρώπης σε ΗΠΑ και Κίνα. Υποθέτω, δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα. Ας απογραφούμε, επομένως, αναμένοντας με αγωνία τι, καλύτερο, μας επιφυλάσσει το μέλλον!