Eίναι το δικαίωμα στη λήθη απαραίτητο βοήθημα στην ψηφιακή εποχή;

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 3.12.2020

Ή τελικά μία μορφή ψηφιακής λογοκρισίας;

Αυτή τη φορά ας ξεκινήσουμε καλύτερα από το τέλος: Δικαίωμα στη λήθη δεν υπάρχει, ή έστω δεν υπάρχει έτσι όπως κανείς θα το φανταζόταν από την εκφώνησή του και μόνο. Το δικαίωμα στη λήθη πρέπει καλύτερα να γίνει αντιληπτό ως σχήμα λόγου, ως μια λογοτεχνική κατασκευή παρά ως ένα κλασσικό, συνηθισμένο νομικό δικαίωμα.

Αφού ξεκινήσαμε μειώνοντας τις προσδοκίες ας δούμε τώρα το τι και το γιατί σχετικά με ένα δικαίωμα που γοήτευσε όλον τον πλανήτη όσο καμία άλλη νομική διάταξη κατά τη δεκαετία που τώρα σιγά σιγά ολοκληρώνουμε.

Τυπικά το «δικαίωμα στη λήθη» κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων, του γνωστού σε όλους μας GDPR. Τα προβλήματα αρχίζουν αμέσως με την πρώτη ανάγνωση: Άρθρο 17, Δικαίωμα Διαγραφής («Δικαίωμα στη Λήθη»). Σε παρένθεση, επομένως, το δικαίωμα στη λήθη. Ουσιαστικά το άρθρο 17 μιλά για το δικαίωμα στη διαγραφή. Ισοδυναμεί η διαγραφή με τη λήθη; Θα το δούμε σε λίγο, όταν στο προσκήνιο θα μπει, δυναμικά, η Google.

“Το άρθρο 17 του Κανονισμού GDPR μιλά για το δικαίωμα στη διαγραφή. Ισοδυναμεί η διαγραφή με τη λήθη;”

Η πρώτη παράγραφος δίνει το περιεχόμενο του δικαιώματος στη λήθη: «Το υποκείμενο των δεδομένων  έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τη διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν […] εάν ισχύει ένας από τους ακόλουθους λόγους». Παρακάτω δίνονται έξι συνολικά λόγοι, ο πρώτος όμως έχει μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν είναι αυτονόητος: «[εάν] τα δεδομένα δεν είναι πλέον απαραίτητα σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέχθηκαν ή υποβλήθηκαν κατ’ άλλον τρόπο σε επεξεργασία». Διαγραφή επομένως μπορούμε να ζητήσουμε και αν η χρησιμότητα της επεξεργασίας των δεδομένων μας έχει πια ολοκληρωθεί.

Για να καταλάβουμε πως περίπου λειτουργεί αυτό το κριτήριο καλό είναι να δούμε πως φτάσαμε ως εκεί. Η Κομισιόν είχε δηλώσει ήδη από το 2010 ότι σκόπευε να εισαγάγει ένα «δικαίωμα στη λήθη (right to be forgotten)» στον GDPR, που όπως είναι γνωστό εκδόθηκε το 2016, όμως το Δικαστήριο την πρόλαβε το 2014: Στην υπόθεση Google Spain ένας Ισπανός διαμαρτυρήθηκε επειδή δεδομένα πλειστηριασμoύ οικίας του για χρέη παρέμεναν δημοσιευμένα για πολλά χρόνια στον ιστότοπο εφημερίδας και εμφανίζονταν στις αναζητήσεις στην Google με το όνομά του. Ζήτησε επομένως τη διαγραφή των στοιχείων. Το Δικαστήριο δικαίωσε την εφημερίδα, όχι όμως και την Google: Θεώρησε ότι η Google καθορίζει τον σκοπό και τα μέσα της επεξεργασίας και ότι ως προς αυτήν, την Google δηλαδή, ο σκοπός της συλλογής και επεξεργασίας για τον συγκεκριμένο Ισπανό είχαν ολοκληρωθεί. Επομένως, η Google διατάχθηκε να διαγράψει.

Οι συνέπειες αυτής της απόφασης του Δικαστηρίου ταρακούνησαν το παγκόσμιο ίντερνετ. Άλλο πράγμα να το συζητάει η Κομισιόν για νόμο που ίσως ισχύσει σε πέντε χρόνια και άλλο το Δικαστήριο να διατάζει διαγραφή εδώ και τώρα. Οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές: Μέσα σε λίγες εβδομάδες η Google έστησε ολόκληρο (ημι-αυτοματοποιημένο) μηχανισμό εξέτασης αιτήσεων για διαγραφή, αφού άλλωστε εντός ολίγων ημερών από την έκδοση της απόφασης είχε προλάβει να λάβει ήδη πάνω από 40.000 τέτοιες αιτήσεις.

          Το σύνολο των αιτήσεων διαγραφής στη Google πλησιάζουν πλέον το 1 εκατομμύριο.

Επομένως το περιεχόμενο του άρθρου 17 που ήρθε το 2016 ήταν προδικασμένο. Εν μέρει τουλάχιστον, αφού ο Κανονισμός επιβεβαίωσε όσα μάθαμε από το Δικαστήριο και προτίμησε να μην πάει παρακάτω ούτε να κάνει κάτι θεαματικά καινούργιο.

Τα πράγματα βέβαια δεν σταμάτησαν εκεί. Με απανωτές, σχεδόν, αποφάσεις το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι οι διαγραφές ισχύουν μόνο για την Ευρώπη (επομένως η Google δεν υποχρεούται να διαγράψει γενικώς) και ότι αιτήματα διαγραφής πχ. «παράνομων» σχέσεων με πολιτικούς ή καταδικαστικές αποφάσεις για σεξουαλικές επιθέσεις δεν πρέπει να δικαιωθούν. Σε όλη την Ευρώπη οι εθνικές Αρχές Προστασίας Δεδομένων εξετάζουν πλέον αιτήσεις διαγραφής που αρνείται η Google (ο γράφων υπηρετεί για την ώρα στην ελληνική Αρχή, όμως οι απόψεις εδώ είναι αυστηρά προσωπικές), με τον αντίστοιχο όγκο εργασίας τους να έχει αυξηθεί σημαντικά.

Όμως η νομική ανάλυση πρέπει να σταματήσει εδώ, για τα υπόλοιπα ας αναζητηθεί βοήθεια από τους ειδικούς. Σκοπός εδώ είναι να δούμε αν το, όποιο, δικαίωμα στη λήθη, αν υποτεθεί ότι λήθη σήμερα αποτελεί η διαγραφή από τον κατάλογο αποτελεσμάτων της Google (delisting), είναι απαραίτητο ψηφιακό βοήθημα για το άτομο ή ψηφιακή λογοκρισία.

Είναι απαραίτητο ψηφιακό βοήθημα για το άτομο, επειδή μια πληροφορία που θα ήταν δύσκολο να εντοπίσει κανείς, κρυμμένη από την κοινή θέα σε δημοσιεύματα εφημερίδων μικρής κυκλοφορίας ή σε βιβλία εκτός κυκλοφορίας ή σε ιστολόγια (blogs) ή σε σχόλια (comments) ο (εξαιρετικός) αλγόριθμος της Google την φέρνει πανεύκολα και εντός δευτερολέπτων μπροστά μας. Τίποτα πια δεν μπορεί να κρυφτεί, να ξεχαστεί μέσω της μη διαρκούς υπενθύμισης. Το χειρότερο μάλιστα είναι ότι το κουτσομπολιό και το «σχολιάκι» εμφανίζονται δίπλα, σαν ίσα, στην έγκυρη ανάλυση ή στην επίσημη διάψευση ή στην απαλλακτική δικαστική απόφαση. Ή, ακόμα χειρότερα, αν το «πικάντικο» έχει προσελκύσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον (περισσότερα «κλικ») τότε εμφανίζεται πρώτο στα αποτελέσματα αναζήτησης, ως περισσότερο σχετικό. Η «ρετσινιά» ενός στιγμιαίου λάθους μας ή ένα ψέμα παρότι τελικά φανερώθηκε μπορεί να συνοδεύουν ψηφιακά το όνομά μας για πάντα.

“Που σταματά το δικαίωμα στην ενημέρωση ή και στην ασφάλεια του προσώπου και ξεκινούν τα δικαιώματα στην προσωπικότητα ή στα προσωπικά δεδομένα ή στην προσωπική ζωή;”

Ψηφιακή λογοκρισία είναι επειδή δεν είναι δουλειά της Google (αν με ρωτήσετε, ούτε και των Αρχών Προστασίας Δεδομένων) να κρίνει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να μείνει στη λαϊκή μνήμη («λαϊκή» με την έννοια ότι σχεδόν για όλους μας σήμερα η Google είναι η βασική μηχανή αναζήτησης γνώσης). Πρέπει ή δεν πρέπει να μπορούμε εύκολα να μάθουμε ότι ο γείτονάς μας απασχόλησε την αστυνομία κάποτε; Ότι ο γιατρός ή ο δικηγόρος μας κάποτε είχαν προβλήματα με τους συλλόγους τους; Ότι ο δάσκαλος των παιδιών μας όταν ήταν φοιτητής είχε κακοδιαχειριστεί το ταμείο του φοιτητικού συλλόγου του; Ότι ο ιερέας της ενορίας μας είχε τσακωθεί με το ποίμνιό του στο παρελθόν; Ότι ο φούρναρής μας είχε κατηγορηθεί online ως ακροδεξιός ή ακροαριστερός; Ή ότι συμμετείχε σε πορεία; Που σταματά το δικαίωμα στην ενημέρωση ή και στην ασφάλεια του προσώπου και ξεκινούν τα δικαιώματα στην προσωπικότητα ή στα προσωπικά δεδομένα ή στην προσωπική ζωή; Που σταματά η απαραίτητη ή χρήσιμη γνώση και ξεκινά το περιττό κουτσομπολιό;

Δύσκολα θέματα που απάντηση δεν έχουν. Η γνώμη μου, αν με ρωτήσετε, είναι ότι η περίοδος που περνάμε είναι μεταβατική και ότι όλα θα λυθούν από μόνα τους. Σήμερα, ο άνθρωπος χρειάζεται κάθε βοήθεια που μπορεί να του προσφερθεί στο ίντερνετ επειδή όλα κι όλα δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει στη νέα πραγματικότητα που ζούμε, επομένως το, όποιο, δικαίωμα στη λήθη κάνει καλό. Από την άλλη μεριά, η ψηφιακή λογοκρισία από ιδιωτικές εταιρείες ή ακόμα και από κρατικές αρχές πρέπει κάποια στιγμή στο μέλλον να σταματήσει: Η πληροφορία πρέπει να παραμείνει ελεύθερη και προσβάσιμη από όλους με τους ίδιους όρους – αρκεί καθένας μας να έχει μάθει στο μεταξύ να ξεχωρίζει ανάμεσα σε κάτι που διάβασε στο τοονομαμουειναιβαγγελης.com και στον ιστότοπο της Britannica.

To Internet ως υπηρεσία κοινής ωφέλειας

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 2.11.2020

Η ιδέα της πρόσβασης στο Internet ως υπηρεσία κοινής ωφέλειας δεν είναι καινούργια. Είναι όμως αρκετά ώριμη για να υιοθετηθεί;

Υποθέτω ότι όλοι εμείς οι (πολύ) παλαιότεροι θα θυμόμαστε τις ραδιοφωνικές διαφημίσεις της δεκαετίας του 1980 που διαβεβαίωναν ότι τα οικόπεδα προς πώληση κάπου στην Ανατολική Αττική (δηλαδή, τότε, πολύ μακριά από την πόλη) είχαν πράγματι «φως, νερό, τηλέφωνο», δηλαδή τα βασικά. Το ερώτημα τώρα όμως πλέον είναι, μήπως στα βασικά έχει πια προστεθεί και το ίντερνετ;

Υπάρχουν δύο τουλάχιστον τρόποι να αντιμετωπίσει κανείς το ερώτημα αυτό, ένας κοινωνικός και ένας νομικός. Ο πρώτος αφορά την κατάσταση γύρω μας, το πως δηλαδή καθένας μας αντιλαμβάνεται το ίντερνετ. Ο δεύτερος, ο νομικός, αφορά ένα ενδεχόμενο «δικαίωμα στο ίντερνετ».

H κοινωνική διάσταση του θέματος

Κοινωνικά κατά τη γνώμη μου η κατάσταση είναι διφορούμενη: Από τη μια μεριά, καθένας μας (τουλάχιστον από όσους επικοινωνούμε εδώ) έχει σύνδεση στο ίντερνετ σταθερή και κινητή (data), διαθέτει περισσότερες από μία συσκευές για να συνδέεται (smartphone, υπολογιστή, tablet, wearable ή ό,τι άλλο), θεωρεί αυτονόητο ότι πρώτη κίνηση σε νέο κατάλυμα ή σπίτι είναι η σύνδεση στο ίντερνετ, και γενικά δεν διανοείται τη ζωή του off-line παρά μόνο ίσως σε περίοδο διακοπών.

Είναι όμως πράγματι έτσι τα πράγματα; Παρόλα τα παραπάνω, κατά τη γνώμη μου δεν είμαστε ακόμα βέβαιοι ότι το ίντερνετ αποτελεί αυτονόητη παροχή. Για παράδειγμα, θα διαφήμιζε κανείς ποτέ σήμερα την παροχή «ζεστού νερού» στα ξενοδοχεία; Ή την ύπαρξη χωριστής τουαλέτας ανδρών-γυναικών στα καφέ; Προφανώς όχι, επειδή θεωρούνται αυτονόητα. Τότε γιατί τόσο τα ξενοδοχεία όσο και τα καφέ εξακολουθούν να διαφημίζουν την παροχή «δωρεάν Wi-Fi» στους πελάτες τους;

Το ίδιο και στους χώρους εργασίας: Θα δήλωνε ποτέ κανείς στο βιογραφικό του σημείωμα ότι γνωρίζει να γράφει και να διαβάζει; Προφανώς όχι – τότε όμως γιατί νιώθει την ανάγκη να διευκρινίσει τη «γνώση χρήσης Η/Υ και ίντερνετ»; Ομοίως και από τη μεριά του εργοδότη, θα είχε ποτέ κανένας οργανισμός εσωτερικό κανονισμό, πόσο νερό ή καφέ δικαιούται κάθε εργαζόμενος να καταναλώνει την ημέρα; Τότε γιατί έχει εσωτερικούς κανόνες για τη χρήση του ίντερνετ;

Μια μεταβατική εποχή

Κατά τη γνώμη μου επομένως ζούμε σε μεταβατική εποχή που το ίντερνετ θεωρείται ακόμα πρόσθετη και όχι βασική παροχή. Μπορεί σιγά-σιγά αυτό να αλλάζει και κανένας μας, για παράδειγμα, να μην διέμενε ποτέ σε κατάλυμα χωρίς «Wi-Fi», όμως το ίντερνετ δεν έχει φτάσει ακόμα στο μυαλό μας να εξομοιωθεί πλήρως με το «φως, νερό, τηλέφωνο».

Η κοινωνική απάντηση θεωρητικά προδικάζει και τη νομική – και σε αυτή την περίπτωση ευτυχώς αυτό πράγματι συμβαίνει. Ο νόμος δεν μπορεί να είναι μακριά, ή έστω πολύ μακριά, από την κοινωνία. Αν η κοινωνία ακόμα θεωρεί το ίντερνετ πρόσθετη παροχή ο νομοθέτης θα ήταν λάθος να την κάνει βασική.

Το θέμα εξετάστηκε σε κάποιο βάθος πριν καμιά δεκαριά χρόνια, αφού και η νομική άλλωστε έχει τις μόδες της (σήμερα, για παράδειγμα, αν δεν μιλήσεις για αλγόριθμους είσαι εκτός κλίματος). Το ερώτημα τότε ήταν αν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι υπάρχει κάτι σαν «δικαίωμα στο ίντερνετ», που θα το προσθέταμε στον κατάλογο των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Προσοχή όμως, εδώ χρειάζεται μια απαραίτητη διευκρίνιση: Αυτό εδώ το κείμενο εξετάζει την πρόσβαση στο ίντερνετ, όχι τη συμμετοχή στο ίντερνετ. Πρόσβαση στο ίντερνετ σημαίνει ακριβώς αυτό, να έχει κανείς δηλαδή τη δυνατότητα σύνδεσης. Συμμετοχή στο ίντερνετ, η οποία ως συμμετοχή στην Κοινωνία της Πληροφορίας ρυθμίζεται και στο Σύνταγμά μας, μπορεί να σημαίνει πολλά άλλα πράγματα επιπλέον της πρόσβασης – ή και τίποτα απολύτως.

Η απάντηση και στη νομική ανάλυση ήταν τελικά αρνητική. Ούτε σε υπάρχοντα κείμενα μπορούσαμε να θεμελιώσουμε έμμεσα ένα τέτοιο νέο δικαίωμα, ούτε ήταν σκόπιμο να εισαχθούν νέες διατάξεις. Οι λόγοι ήταν τόσο πρακτικοί όσο και τεχνικοί: Τι θα πει «πρόσβαση»; Δυνατότητα ή πράγματι σύνδεση; Αρκεί οποιαδήποτε πρόσβαση, ακόμα και χαμηλής ταχύτητας; Μήπως αυτό το δικαίωμα τελικά κατέληγε να επιβαρύνει κυρίως ιδιώτες;

Μετεξέλιξη, άλλωστε, αυτής της συζήτησης είναι η σημερινή αντιπαράθεση, κυρίως στην Αμερική, για το αν τα online social media (δεν χρειάζεται να αναφέρω, νομίζω, ποιον αφορά κυρίως αυτό…) πρέπει να αντιμετωπιστούν ως utilities ή όχι.

Έχει βάση “το δικαίωμα στο Ίντερνετ”;

Επομένως το δικαίωμα στο ίντερνετ δεν υπάρχει σήμερα και μάλλον δεν πρόκειται να υπάρξει ούτε και στο μέλλον. Η νομική επιστήμη αντικατοπτρίζει την καθημερινότητα που, για την ώρα τουλάχιστον, αντιμετωπίζει το ίντερνετ ως πρόσθετη παροχή και δεν το εξομοιώνει με τα βασικά.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι τα πράγματα δεν πρόκειται να αλλάξουν, ότι το ίντερνετ δεν θα προστεθεί στον κατάλογο των βασικών παροχών σύντομα. Η δική μου γενιά, των σημερινών 45-50άρηδων, δεν μεγάλωσε με το ίντερνετ, ίσα ίσα το ίντερνετ μας συνάντησε σε ώριμη ηλικία. Οι νεότερες γενιές όμως γεννήθηκαν με αυτό. Ό,τι για εμάς χρειάζεται διευκρίνιση («δωρεάν WiFi», «γνώση χειρισμού Η/Υ») σε λίγα χρόνια θα θεωρείται αυτονόητο. Ίσως τότε πάψουμε να ρωτάμε πριν μπούμε σε καφέ αν «έχετε ίντερνετ», με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κανένας (ή, έστω, οι περισσότεροι) δεν θα αγόραζε ποτέ οικόπεδο χωρίς «φως, νερό, τηλέφωνο» σαράντα χρόνια πριν.

Τα χρηματικά βραβεία του ΟΒΙ για Έλληνες εφευρέτες: Συμβολικά ή ουσίας;

Δημοσιεύθηκε στο emea.gr, 8.10.2020

Τα χρηματικά βραβεία του διαγωνισμού Ελλήνων Εφευρετών από τον ΟΒΙ που οριστικοποιήθηκαν και δημοσιεύθηκαν πρόσφατα (10.000 Ευρώ για κάθε μια από τις δυο πρώτες εφευρέσεις ανά κατηγορία: Ερευνητικά Κέντρα και Πανεπιστήμια, Μικρομεσαίες επιχειρήσεις, Ιδιώτες), προσφέρουν μια καλή αφορμή για μερικές σκέψεις περί ανταμοιβής της εφευρετικότητας, κόστους της κατοχύρωσης και προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας και – εύλογων – προσδοκιών των εφευρετών σήμερα (για κάποιες προηγούμενες σκέψεις μου καθώς και το, απαραίτητο, disclaimer, δείτε εδώ):

Ι. Ξεκινώντας από την ανταμοιβή της εφευρετικότητας, θεωρητικά αυτήν την εξασφαλίζει το ίδιο το σύστημα της χορήγησης των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Η νομική θεωρία που στηρίζει τη χορήγησή τους είναι ανταλλακτική: Καταρχήν, προσφέρει στον εφευρέτη ως αντάλλαγμα της εφεύρεσής του και της κοινοποίησής της για το καλό όλων (υπενθυμίζεται ότι κατατίθενται αναλυτικά σχέδια και περιγραφές) ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (είκοσι ετών) αποκλειστικής εκμετάλλευσής της. Μόλις αυτό παρέλθει η εφεύρεση ανήκει σε όλους. Μέσα σε αυτά τα είκοσι έτη ο εφευρέτης οφείλει να κάνει ό,τι μπορεί για να αποσβέσει τα έξοδά του και να εισπράξει κέρδος. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Τα είκοσι χρόνια μπορεί να επαρκούσαν εκατό χρόνια πίσω, όταν χορηγήθηκε το πρώτο ελληνικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (με την ευκαιρία του οποίου διοργανώνεται ο φετινός διαγωνισμός), όμως σήμερα είναι απελπιστικά λίγα. Από αυτά πρέπει να αφαιρεθεί ο χρόνος εξέτασης των αιτήσεων κατοχύρωσης από τους Οργανισμούς Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, αφού μέχρι την οριστική τους απόφαση οι εφευρέτες στην ουσία μόνο ελπίδα έχουν ότι θα αποκτήσουν πατέντα για την εφεύρεσή τους. Ο χρόνος αυτός μπορεί να κυμαίνεται για τις περισσότερες χώρες από 18 μήνες μέχρι έξι χρόνια. Τα υπόλοιπα μέχρι να συμπληρωθεί η εικοσαετία περνούν απνευστί: Σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης αγοράς οποιαδήποτε συζήτηση για παραγωγή και διάθεση προϊόντων επί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας σε παγκόσμιο δίκτυο μπορεί να κρατήσει χρόνια. Αντικειμενικά, σε σύγχρονες συνθήκες τα είκοσι αρχικά έτη αποκλειστικής εκμετάλλευσης δεν είναι παραπάνω από δέκα.

ΙΙ. Όσον αφορά στο κόστος κατοχύρωσης και προστασίας ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας, και εδώ τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Όταν ένα κράτος επί εκατό χρόνια χορηγεί διπλώματα ευρεσιτεχνίας, είναι λογικό το επίπεδο να έχει ανέβει σημαντικά. Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που έχουν ήδη χορηγηθεί είναι χιλιάδες, και κάθε νέα αίτηση πρέπει όχι μόνο να φέρει κάτι νέο σε σχέση με αυτά αλλά και να είναι πιο καλογραμμένη από τις προηγούμενες. Με άλλα λόγια, η σύνταξη μιας αίτησης για την απόκτηση πατέντας δεν αποτελεί πλέον μια απλή διαδικασία. Παρότι δεν απαιτείται από το νόμο, τις πιο πολλές φορές θα διαπιστώσει κανείς ότι σήμερα ο εφευρέτης χρειάζεται ειδικό συνεργάτη για την προετοιμασία και υποστήριξη της αίτησης και σε αυτό δεν μπορούν να του συμπαρασταθούν πλέον η Υπηρεσία Μιας Στάσης του ΟΒΙ και οι εξεταστές του, όσο φιλική διάθεση και αν επιδείξουν. Με άλλα λόγια, η αποτελεσματική κατοχύρωση πλέον κοστίζει, τόσο στην Ελλάδα όσο και, πολύ περισσότερο, στο εξωτερικό. Σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος είναι πολύ λίγες οι εφευρέσεις εκείνες που έχουν μόνο ελληνικό ενδιαφέρον. Όμως, οποιαδήποτε απόπειρα Έλληνα εφευρέτη διαβεί τα σύνορα της χώρας για την εφεύρεσή του σύντομα αποδεικνύεται μια πάρα πολύ ακριβή υπόθεση. Το ίδιο άλλωστε ισχύει και για την προστασία της: Η οικονομική εκμετάλλευση μιας πατέντας προϋποθέτει τη σύνταξη και παρακολούθηση εξειδικευμένων συμβάσεων από εξειδικευμένους (νομικούς) συνεργάτες. Αν παρ’ ελπίδα δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα η τυχόν δικαστική ή και εξωδικαστική επίλυσή του ανεβάζει κι άλλο τον λογαριασμό.

ΙΙΙ. Τα παραπάνω θέτουν και τον πήχη για τους σύγχρονους εφευρέτες. Η πατέντα τους πρέπει να είναι καλύτερη από χιλιάδες άλλες (ή και εκατομμύρια, αν ληφθεί υπόψη το διεθνές σύστημα αναζήτησης). Η σύνταξή της, και προφανώς η έρευνα για την ανάπτυξή της, κοστίζουν ακριβά, και το ίδιο ισχύει για την περαιτέρω εκμετάλλευσή της. Ο χρόνος είναι λίγος, ιδιαίτερα για όποιον δεν έχει ήδη σε λειτουργία μηχανισμό παραγωγής και εμπορικής διάθεσης.

Στο πλαίσιο αυτό τα χρηματικά βραβεία του ΟΒΙ είναι ευπρόσδεκτα. Ασφαλώς δεν λύνουν το οικονομικό πρόβλημα των εφευρετών, αφού για την πλήρη εκμετάλλευση μιας πατέντας, αναλόγως του είδους της, μπορεί να απαιτούνται και εκατομμύρια. Δεν είναι όμως και συμβολικό απλώς το ύψος τους, με την έννοια ότι, αν μη τι άλλο, καλύπτουν τουλάχιστον τα έξοδα μιας ικανής κατάστρωσης και εκτέλεσης διεθνούς στρατηγικής κατοχύρωσης και προστασίας. Στο κάτω-κάτω αυτό ακριβώς είναι το καλύτερο στο οποίο μπορεί να ελπίζει σήμερα ένας εφευρέτης: Ότι ένα καλά στημένο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας του θα βγει στον ωκεανό των εκατομμυρίων άλλων από πολυεθνικές, πανεπιστήμια, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ιδιώτες και θα καταφέρει να επιπλεύσει.

Ο αχάριστος startupper, ή γιατί οι συνεργάτες σου είναι το πολυτιμότερο κομμάτι της επιχείρησής σου

Δημοσιεύθηκε στο startupper.gr, 22.09.2020

Καλέ μου startupper τις ιστορίες αυτές τις σκέφτηκα παραπάνω από 2500 χρόνια πριν. Όμως, καλώς ή κακώς ούτε η φύση ούτε οι άνθρωποι αλλάζουν. Νομίζω επομένως ότι ακόμα και σήμερα μπορεί να σου φανούν χρήσιμες. Απλά λίγη προσαρμογή χρειάζονται στις δικές σου συνθήκες. Εννοείται ότι οποιαδήποτε ομοιότητα με συγκεκριμένα πρόσωπα είναι τυχαία και σίγουρα μη ηθελημένη. Αν όμως οι καταστάσεις που σου αφηγούμαι κάτι σου θυμίζουν, τότε θα έχω πετύχει το στόχο μου.

Σήμερα θα σου πω μια ιστορία για τον αχάριστο startupper – ή, στην καλύτερη γι αυτόν περίπτωση, για τον startupper που δεν εκτίμησε σωστά ποιο είναι το πολυτιμότερο κομμάτι της επιχείρησής του:

~

Ένα ελάφι προσπαθώντας να ξεφύγει από τους κυνηγούς του κρύφτηκε μέσα σ’ ένα αμπέλι. Μόλις εκείνοι το έχασαν και προχώρησαν το ελάφι νόμισε ότι ξέφυγε από τον κίνδυνο, χάρηκε και ανακουφισμένο άρχισε να τρώει τα κληματόφυλλα που βρίσκονταν μπροστά του. Έκανε όμως φασαρία καθώς έτρωγε, το άκουσαν οι κυνηγοί, γύρισαν πίσω, αυτή τη φορά το είδαν και με τα βέλη τους το σκότωσαν.

~

Η επιχείρηση, ένα startup δηλαδή, είναι σύνολο πραγμάτων. Αν εδώ κάναμε νομική ανάλυση θα αναφέραμε ότι η εταιρεία για το νόμο είναι «ένωση προσώπων για την επίτευξη κοινού σκοπού». Αν κάναμε οικονομική ανάλυση θα μιλούσαμε για το σύνολο υλικών και ανθρώπινων πόρων για την επίτευξη οικονομικού αποτελέσματος. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι μια επιχείρηση είναι σύνολο χρημάτων, πραγμάτων και ανθρώπων – και καθένα από αυτά τα μέρη είναι εξίσου σημαντικό με τα υπόλοιπα.

Αν αυτό ίσως σε κάποια είδη παραδοσιακής επιχειρηματικότητας χρειάζεται περαιτέρω τεκμηρίωση, στην περίπτωση των startups πρέπει να θεωρείται αυτονόητη παραδοχή. Οι νεοφυείς επιχειρήσεις μπορεί να μην έχουν συνήθως σπουδαία έξοδα ίδρυσης («εταιρείες του ενός Ευρώ») και λειτουργίας (μερικά laptop σ’ ένα δωμάτιο), όμως η επιτυχία τους στηρίζεται στους ανθρώπους τους. Επειδή το αντικείμενό τους είναι καινοτόμο και εξωστρεφές/εξαγωγικό, η επιτυχία τους στηρίζεται στην εξεύρεση συνεργατών ικανών να κινηθούν, και να επιτύχουν, σε αντίστοιχα, παγκοσμίως ανταγωνιστικά, περιβάλλοντα.

Στην ουσία, επομένως, οι συνεργάτες των startups είναι το πραγματικό τους κεφάλαιο.

Έχοντας, ελπίζω, συμφωνήσει στα παραπάνω (αν πάντως έχει μείνει ίχνος αμφιβολίας μπορεί κανείς να παρατηρήσει πως φροντίζουν το προσωπικό τους οι παγκόσμιοι τεχνολογικοί κολοσσοί), ας δούμε τώρα το λάθος που έκανε το ελάφι.

Μια επιχείρηση αργά ή γρήγορα θα αντιμετωπίσει κρίσεις. Κρίσεις οικονομικές, όταν τα χρήματα θα τελειώνουν και επενδυτής δεν θα φαίνεται στον ορίζοντα. Κρίσεις υπαρξιακές, όταν το αρχικό προϊόν ή υπηρεσία τελικά διαπιστωθεί ότι χρειάζεται επανασχεδιασμό – ή και αντικατάσταση. Κρίσεις προσωπικότητας, όταν ίσως η αρχική ομάδα των ιδρυτών κλονιστεί και χρειαστούν αλλαγές.

Σε όλα αυτά τα στάδια εκείνο που θα προστατεύσει τη νεοφυή επιχείρηση είναι το προσωπικό της, οι συνεργάτες της. Εκείνοι θα παρουσιαστούν στους επενδυτές, ώστε να πεισθούν ότι υπάρχει ομάδα ικανή να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις. Εκείνοι θα στηρίξουν τον επανακαθορισμό και τη διόρθωση της πορείας της επιχείρησης. Εκείνοι θα αποτελέσουν τη συγκολλητική ουσία της επιχείρησης, αν τυχόν κάποιοι ιδρυτές αποφασίσουν να εγκαταλείψουν την κοινή προσπάθεια.

Όταν όμως η κρίση περάσει, τότε τι; Τι γίνεται τότε;

Η λάθος επιλογή είναι η διοίκηση του startup να κάνει ό,τι έκανε το ελάφι. Ανακουφισμένη, να αρχίσει να κάνει περικοπές, να φέρεται άσχημα, να κάνει αντικαταστάσεις και άλλους εργοδοτικούς πειραματισμούς ώστε να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της. Ή, να ξεχάσει υποσχέσεις για μετοχές, συμμετοχή στα κέρδη, συμμετοχή στην διοίκηση της εταιρείας ή ό,τι άλλο πιθανώς είχε τάξει τότε που η επιχείρηση χαροπάλευε.

Αυτό ακριβώς έκανε το ελάφι: Άρχισε να τρώει τα κοντινά του φύλλα, αφού του φάνηκαν νόστιμα, εύκολα και ένιωθε νικητής από τη δοκιμασία με τους κυνηγούς.

Όμως ο κίνδυνος δεν είχε περάσει. Οι κυνηγοί έφυγαν αλλά δεν πήγαν μακριά. Επέστρεψαν, και χωρίς την κάλυψη των φύλλων διέκριναν το ελάφι και το σκότωσαν. Το ίδιο ακριβώς κινδυνεύει να πάθει και ο αχάριστος, ή έστω ο απρόσεκτος, startupper: Να αποδυναμώσει την ομάδα μόλις νιώσει κάπως ισχυρός με αποτέλεσμα στην επόμενη δυσκολία έχοντας απομείνει μόνος του πια να μην καταφέρει να ανταπεξέλθει.