Το τι και (κυρίως) το γιατί του Dark Web

Δημοσιεύθηκε στο tomanifesto.gr, 6.11.2022

Αυτή την περίοδο η, αποκρουστική, υπόθεση του βιασμού της 12χρονης στον Κολωνό έφερε στο προσκήνιο το, λεγόμενο, dark web (δεν υπάρχει ελληνική μετάφραση), αφού από ό,τι φαίνεται εκεί κλείνονταν τα, ειδεχθή, «ραντεβού». Τι είναι όμως το dark web; Πως και γιατί υπάρχει; Και, κυρίως, αν τελικά χρησιμοποιείται για τέτοιες απωθητικές πράξεις γιατί το ανεχόμαστε;

Για να δοθεί ικανοποιητική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα απαιτείται πρώτα μια σύντομη ιστορική αναδρομή. Το ίντερνετ δημιουργήθηκε από τον στρατό στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1960. Όταν βρέθηκαν καλύτερα μέσα επικοινωνίας το ίντερνετ «απελευθερώθηκε» στην αμερικανική ακαδημαϊκή κοινότητα τη δεκαετία του 1980. Στην αρχή, δηλαδή τη δεκαετία του 1990, ήταν δύσχρηστο και εξαιτίας και του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από την αναρχο-αριστερή σκέψη που σε αυτό είδε ένα μέσο ανατροπής των εθνικών κυβερνήσεων, κατάργησης των συνόρων, αναρχο-ελεύθερης ζωής χωρίς ελέγχους και περιορισμούς και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί.

Σύντομα όμως, πριν ακόμα κλείσει η δεκαετία του 1990, το ίντερνετ άρχισε αφενός να αποκτά εμπορική σημασία και αφετέρου να χρησιμοποιείται από πολλούς. Τότε σε αυτό μπήκαν οι εθνικές κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και όλοι οι οργανισμοί που ήδη γνωρίζουμε από τον «πραγματικό» κόσμο. Μέσα σε λίγα χρόνια, δηλαδή μέχρι τις αρχές του 2000, το ίντερνετ είχε πάρει τη μορφή που όλοι γνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή ενός καθημερινού εργαλείου που συμπληρώνει και βελτιώνει τη ζωή κάθε ανθρώπου στον πλανήτη.

Το πρόβλημα με αυτή τη μετάλλαξη του ίντερνετ ήταν ότι σταδιακά «κανονικοποιήθηκε». Δηλαδή, το αναρχο-αυτόνομο όνειρο των ακραίων που αρχικά το χρησιμοποιούσαν σύντομα αντικαταστάθηκε από ένα ίντερνετ με δυνατότητες ταυτοποίησης και απόδοσης ευθυνών. Με άλλα λόγια, όπως και στον πραγματικό κόσμο έτσι και στο ίντερνετ σιγά-σιγά οι κυβερνήσεις πήραν μέτρα ώστε οι πράξεις των πολιτών σε αυτό, αν είναι παράνομες, να μην μένουν ατιμώρητες. Σε αυτό το ιντερνετικό περιβάλλον ζούμε σήμερα, όπου με μεγαλύτερη ή μικρότερη δυσκολία αν κάποιος προβεί σε παράνομες πράξεις οι διωκτικές αρχές μπορούν να τον εντοπίσουν, προστατεύοντας έτσι το κοινωνικό σύνολο ακριβώς όπως και στον πραγματικό κόσμο.

Όπως όμως είναι γνωστό κάθε δράση προκαλεί μια αντίδραση. Επίσης, κάθε, μαζική, ανάγκη επιβάλλει την ικανοποίησή της. Έτσι, η παραπάνω «κανονικοποίηση» του ίντερνετ οδήγησε, τελικά, και στη δημιουργία του dark web. Δηλαδή, η ανάγκη για ανωνυμία και μη ταυτοποίηση από κυβερνήσεις και υπηρεσίες ασφαλείας οδήγησε στη δημιουργία ενός παράλληλου ίντερνετ που προσφέρει αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά.

Οι τεχνικές λεπτομέρειες δεν ενδιαφέρουν εδώ, παρά μόνο το βασικό χαρακτηριστικό του dark web, δηλαδή η αδυναμία (όχι, πάντως, πλήρης) ταυτοποίησης των χρηστών του. Ενώ, δηλαδή, στο «φανερό», «ανοιχτό» ίντερνετ οι πράξεις μας οδηγούν σε εμάς, στο dark web παρέχεται αποτελεσματικός τρόπος να «κρυφτούμε».

Φυσικά, το dark web δεν θα παρείχε αυτή τη δυνατότητα αν όλοι μπορούσαν να μπουν εύκολα σε αυτό. Στο dark web δεν μπαίνει κανείς με έναν απλό Chrome ή Firefox που χρησιμοποιεί καθημερινά στον υπολογιστή ή στο κινητό του. Χρειάζεται να εγκαταστήσει ειδικά προγράμματα και να μάθει τη χρήση τους. Δηλαδή, η χρήση του dark web δεν είναι κάτι ευκαιριακό ή κάτι που γίνεται «κατά λάθος», αλλά θέλει οργάνωση και προσπάθεια.

Τι μπορεί κανείς να κάνει στο dark web, αν μπει στον κόπο να το επισκεφτεί; Κυρίως, παράνομες πράξεις. Σύμφωνα με τη Wikipedia στο dark web υπάρχουν 18000 περίπου ιστότοποι κυρίως με περιεχόμενο παιδικής πορνογραφίας και δευτερευόντως για πωλήσεις ναρκωτικών, όπλων και κλεμμένων πιστωτικών καρτών.

Αν είναι έτσι τα πράγματα τότε γιατί το ανεχόμαστε; Η απάντηση είναι απλή, και στηρίζεται στις βασικές αρχές των δυτικών μας δημοκρατιών: το dark web χρησιμοποιείται κυρίως για παράνομες πράξεις, αλλά όχι μόνο. Η ανωνυμία που προσφέρει είναι χρήσιμη σε ακτιβιστές, δημοσιογράφους, δικηγόρους και σε όσους εργάζονται σε «ευαίσθητες» υποθέσεις που δικαιολογούν αυξημένα μέτρα προστασίας τους. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, επειδή μεταξύ των χιλιάδων ιστότοπων με παράνομο περιεχόμενο μπορεί να υπάρχει ένας με νόμιμο, κρίσιμο για τη δημοκρατία περιεχόμενο, δεν καταργούμε το dark web. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν καταργούμε την ανωνυμία ούτε στα social media όπως το Facebook και το Twitter: επειδή, στις δυτικές δημοκρατίες, που επιτίθενται με λύσσα όσοι καταχρώνται τα προνόμια ελευθερίας που τους παρέχονται, η προστασία έστω και ενός ατόμου που κινδυνεύει είναι σημαντικότερη από την προληπτική κατάργηση εργαλείων που γνωρίζουμε ότι κυρίως χρησιμοποιούνται για εγκληματικές ενέργειες.

Τo hacking της Δημοκρατίας: Η αξία των μεσαζόντων

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 6.10.2022

Οι μεσάζοντες επιστρέφουν και στο ίντερνετ επειδή η ανάγκη τους δεν έλειψε ποτέ. Το ίδιο θα συμβεί και στην πολιτική.

Tο αφιέρωμα του 2045 για το hacking της δημοκρατίας δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρο – και, ταυτόχρονα, πιο «πολυφορεμένο»: πολιτικοί, επιστήμονες, δημοσιογράφοι, απλοί πολίτες όλοι αναρωτιούνται, γράφουν, συζητούν και ερευνούν τι άραγε πηγαίνει στραβά αυτή την περίοδο με τις Δυτικές δημοκρατίες μας. Οι ψηφιακές τεχνολογίες όξυναν παλιά, ήδη εντοπισμένα προβλήματα (πχ. η ποιότητα των πολιτικών, η σχέση τους με τους ψηφοφόρους τους, συστημικές δυσλειτουργίες). Αν κάποτε το «ρουσφέτι» και η «ανταλλακτική ψήφος» ήταν τα μεγαλύτερα προβλήματά μας, σήμερα έχουν προστεθεί τα fake news, τα social media, τα bots του ίντερνετ κοκ. Ούτε άλλωστε τα παλιά προβλήματα εξαφανίστηκαν: Ίσα-ίσα, στην Αμερική φαίνεται ότι θέλουν να φτιάξουν «πλατφόρμα παρακολούθησης αιτημάτων ψηφοφόρων», δηλαδή ρουσφετιών(!). Σε κάθε περίπτωση, η δική μου συνεισφορά στο θέμα σκοπεύω να είναι διπλή: Ένα πρώτο, γρήγορο, σημείο θα ακολουθηθεί από ένα δεύτερο, για το οποίο όμως θα χρειαστεί λίγο μεγαλύτερη ανάλυση.

Σημείο 1ο. Οι δημοκρατίες μας δεν πάσχουν από τίποτα απολύτως – είναι μια χαρά!

Λίγο τα προβλήματα hacking της δημοκρατίας και λίγο οι πρόσφατες θεαματικές εκλογικές επιτυχίες λαϊκίστικων κομμάτων στη Δύση έχουν οδηγήσει σε κατήφεια. Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες, υποστηρίζεται, περνούν κρίση. Δεν πείθουν πλέον τους οπαδούς τους και γι αυτό έχουμε παντού στην Ευρώπη και στην Αμερική (τα προπύργια, δηλαδή, της φιλελεύθερης δημοκρατίας) αυτά τα εκλογικά αποτελέσματα που έχουμε.

Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο λάθος. Η φιλελεύθερη δημοκρατία μας είναι μια χαρά στην υγεία της. Αν κάτι δείχνουν οι επανειλημμένες εκλογικές επιτυχίες λαϊκιστών δεν είναι ότι πάσχει η ίδια η δημοκρατία, αλλά οι μέχρι τότε πολιτικές και οι πολιτικοί. Τα λαϊκίστικα κόμματα της Αριστεράς και της Δεξιάς εκλέγονται με δημοκρατικές διαδικασίες. Αντικατοπτρίζουν μια αντίδραση του κόσμου στα «παραδοσιακά» πολιτικά κόμματα, των οποίων οι άνθρωποι και οι πολιτικές έπαψαν να πείθουν. Η αντιστροφή του προβλήματος από τους πολιτικούς που θίγονται από αυτές τις ανατροπές («δεν φταίμε εμείς, φταίει η δημοκρατία και οι ψηφοφόροι») αποτελεί κλασσική περίπτωση άρνησης αποδοχής της πραγματικότητας, εθελοτυφλίας, και, τελικά, επικίνδυνης υστέρησης μπροστά στις ανάγκες των καιρών.

Άλλο θέμα, φυσικά, η ζημιά που μπορεί να κάνουν οι εκλεγμένοι λαϊκιστές πολιτικοί στις δημοκρατίες τους. Εκεί τα πράγματα διαφέρουν από χώρα σε χώρα – και μπορεί να είναι πραγματικά άσχημα για όσες δεν έχουν ισχυρούς Θεσμούς (Τύπο, Σώματα Ασφαλείας, Δικαστήρια, Πανεπιστήμια, Δημόσια Διοίκηση) που θα αντισταθούν σε κάθε αντιδημοκρατική προσπάθεια. Γι αυτό, αν κανείς θέλει να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε «κρίση της δημοκρατίας» σήμερα θα ήταν προτιμότερο να ενισχύσει τους Θεσμούς παρά να κάνει οτιδήποτε άλλο. Το ίντερνετ το πολύ να ενισχύσει μια τάση που ήδη υπάρχει, δεν μπορεί να δημιουργήσει πολιτική αντίδραση από το μηδέν – περισσότερα όμως γι αυτό, αμέσως παρακάτω.

Σημείο 2ο. Το ίντερνετ εξαφάνισε τους μεσάζοντες (και) στις δημοκρατίες

Αναμφίβολα ζούμε την εποχή της εξαφάνισης των μεσαζόντων. Μέχρι να εμφανιστεί το ίντερνετ οι κοινωνίες μας στηρίζονταν κυριολεκτικά στους μεσάζοντες: εμπορικοί αντιπρόσωποι μεσολαβούσαν μεταξύ αλλοδαπών κατασκευαστών και της εγχώριας αγοράς, ταξιδιωτικοί πράκτορες μεταξύ αεροπορικών εταιρειών και ταξιδιωτών, εκδότες μεταξύ συγγραφέων και αναγνωστών, δισκογραφικές μεταξύ μουσικών και ακροατών, κοκ. Εξίσου, κριτικοί λογοτεχνίας μας πρότειναν τα βιβλία που διαβάζαμε, γευσιγνώστες τα εστιατόρια που θα βγαίναμε, παραγωγοί ραδιοφώνου τη μουσική που θα αγοράζαμε. Κυριολεκτικά η ζωή μας στηριζόταν σε μεσάζοντες, μέσα από τους οποίους το προϊόν, η υπηρεσία ή το μήνυμα «περνούσαν» από τους κατασκευαστές και παραγωγούς τους σε εμάς, τους τελικούς καταναλωτές.

Το ίδιο ακριβώς και στην πολιτική. Το μήνυμα των πολιτικών περνούσε στους ψηφοφόρους με τη βοήθεια μεσαζόντων – στην ουσία, του Τύπου, έμπειρων δημοσιογράφων και πολιτικών αναλυτών (δημόσιων διανοούμενων). Στην αρχή το μέσο ήταν οι εφημερίδες, στη συνέχεια προστέθηκαν το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Οι πολιτικοί και οι ιδέες τους μπορούσαν να γίνουν γνωστοί στους δυνάμει ψηφοφόρους τους μόνο μέσω αυτού του φίλτρου. Τα Μέσα, δηλαδή οι ειδικοί, επέλεγαν ποιους πολιτικούς και πολιτικές θα προβάλουν. Εύλογα, τα κριτήρια κάθε Μέσου ήταν διαφορετικά: Σε γενικές γραμμές όμως νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσουμε ότι κάθε Μέσο πρόβαλε τους καλύτερους από το είδος πολιτικής που υπηρετούσε έτσι ή αλλιώς (κάθε Μέσο, σε όλη την υφήλιο, έχει συγκεκριμένο πολιτικό στίγμα). Δηλαδή, τα σοβαρά κεντροδεξιά Μέσα προωθούσαν κατά κανόνα σοβαρούς κεντροδεξιούς πολιτικούς, τα σοβαρά σοσιαλδημοκρατικά Μέσα το ίδιο, όπως άλλωστε το ίδιο έκαναν και τα λαϊκίστικα Μέσα, προβάλλοντας τους καλύτερους από τους δικούς τους εκπροσώπους, της Αριστεράς ή της Δεξιάς αντίστοιχα. Από καθέναν μας αναμενόταν μόνο να αγοράζουμε τις εφημερίδες ή να παρακολουθούμε τα κανάλια που μας ταίριαζαν.

Η ιντερνετική επίθεση εναντίον των μεσαζόντων

Το πρώτο που έκανε το ίντερνετ όταν πλέον έπρεπε να βγάλει χρήματα (όταν δηλαδή, κατά τη δεκαετία του 1990 έπαψε να είναι χόμπι μεταξύ ακαδημαϊκών) ήταν να επιτεθεί στους μεσάζοντες. Οι υπηρεσίες, τα προϊόντα και οι πληροφορίες πλέον έφταναν από την πηγή τους απευθείας σε εκείνους στους οποίους προορίζονταν. Βιβλία, ηλεκτρονικά είδη, ακόμα και ρούχα μπορέσαμε να προμηθευτούμε απευθείας από τους κατασκευαστές τους, οπουδήποτε στον κόσμο. Συγγραφείς μπόρεσαν να αυτο-εκδοθούν, μουσικοί να δημιουργήσουν τα δικά τους κανάλια. Αεροπορικά εισιτήρια και πακέτα ξενοδοχείων αγοράζαμε πλέον απευθείας από τις αεροπορικές και τους ξενοδόχους αντίστοιχα.

Ομολογουμένως, μεσάζοντες και πάλι υπήρχαν, όπως το Amazon ή το Booking. Όμως αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με τους τοπικούς μικρομεσαίους μεσάζοντες του «πραγματικού» κόσμου – ήταν παγκόσμιοι παίκτες με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη από κατασκευαστές και παρόχους μαζί.

Εξίσου, η γνώση των «ειδικών», που ήταν ακριβή, αντικαταστάθηκε από τη γνώση του πλήθους: Η Wikipedia αντικατέστησε την Britannica, οι influencers τους δημόσιους διανοούμενους, οι γνώμες του κοινού τους κριτικούς λογοτεχνίας, μουσικής, γεύσης, ακόμα και τους κριτικούς τέχνης.

Τελικά, το ίδιο συνέβη και στους πολιτικούς. Ο παραδοσιακός Τύπος εξαφανίστηκε (ποιος αγοράζει ακόμα εφημερίδα;) ή αντικαταστάθηκε (πόσοι ενημερώνονται από την τηλεόραση και πόσοι από το ίντερνετ;). Ταυτόχρονα, τα social media έδωσαν στους πολιτικούς την ευκαιρία να συνομιλήσουν απευθείας με τους ψηφοφόρους τους, και μάλιστα χωρίς κόστος! Πρωτοφανή, συνεπώς, πράγματα και για τους μεν και για τους δε. Μοντέλα πολιτικής επικοινωνίας διαμορφωμένα μέσα από τους αιώνες αντικαταστάθηκαν πλήρως μέσα σε λίγα μόνο χρόνια.

Έκανε τελικά καλό η εξαφάνιση των μεσαζόντων;

Αρχικά η χαρά όλων μας ήταν μεγάλη. Ξαφνικά μπορούσαμε να προμηθευτούμε οτιδήποτε από οποιονδήποτε – και μάλιστα, σε καλύτερη τιμή, αφού το κόστος των μεσαζόντων εξαφανίστηκε μέσα σε μια νύχτα. Φάνηκε τότε ότι το κέρδος μας θα ήταν διπλό: Όχι μόνο οικονομικό αλλά και προσωπικό, με την έννοια ότι δεν θα επέλεγαν πια άλλοι για εμάς. Καθένας θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του χωρίς το φίλτρο του ενδιάμεσου.

Η πραγματικότητα, βέβαια, αποδείχτηκε τελείως διαφορετική. Μπορεί κανείς να αγοράσει προϊόντα απευθείας, αλλά χωρίς καθοδήγηση κινδυνεύει να χαθεί στον κυκεώνα των άπειρων, παγκόσμιων επιλογών. Μπορεί κανείς να κλείσει αεροπορικά εισιτήρια μόνος του, αλλά αν χρειαστεί κάτι πιο δύσκολο από ένα απλό ταξίδι η ανθρώπινη παρέμβαση του ταξιδιωτικού πράκτορα έγινε απαραίτητη. Ομοίως, μπορεί κανείς να βρει τα πάντα στην Wikipedia, όμως συχνά οι πληροφορίες της χρειάζονται διασταύρωση. Η σοφία του πλήθους βοηθά κυρίως όταν τα πράγματα είναι απλά, όταν όμως γίνουν πιο σύνθετα τότε η γνώμη των ειδικών είναι απαραίτητη.

Και στην πολιτική; Βοήθησε η εξαφάνιση του Τύπου; Έκανε καλό η απευθείας επικοινωνία του πολιτικού με τους ψηφοφόρους του; Ή μήπως έβλαψε τη δημοκρατία, επειδή χάθηκε η το ενδιάμεσο φίλτρο, δηλαδή η γνώμη των ειδικών;

Απάντηση, ακόμα, δεν υπάρχει. Ομολογουμένως οι λαϊκιστές πολιτικοί τύπου Τραμπ (για να μην αναγκαστώ να αναφέρω τους Ευρωπαίους αντίστοιχους σε Αριστερά και Δεξιά) επωφελήθηκαν από την εξαφάνιση των μεσαζόντων. Χωρίς τα social media ένα σωρό λαϊκίστικα κόμματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποκτήσουν τη δύναμη που απολαμβάνουν σήμερα. Όμως, από την άλλη μεριά, ήταν το ίντερνετ που βοήθησε, για παράδειγμα, τον Μακρόν να δημιουργήσει το κόμμα του από το μηδέν. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ο λαϊκισμός, παρά την άνοδό του, δεν έχει επικρατήσει ούτε στην Ευρώπη ούτε και στην Αμερική. Δηλαδή, και οι σοβαρές πολιτικές δυνάμεις χρησιμοποιούν το ίντερνετ και τα social media – αυτή τη φορά προς όφελός τους, και προς όφελος της δημοκρατίας.

Αντί συμπερασμάτων: Η κανονικοποίηση του ίντερνετ

Το θέμα της πολιτικής και του ίντερνετ παραμένει ανοιχτό. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι στην Αμερική για πρώτη φορά απέκτησε σημασία μόλις κατά την πρώτη εκλογή Ομπάμα (το 2008), ενώ στην Ευρώπη πολύ αργότερα. Είναι επομένως πολύ νωρίς για να κρίνει κανείς. Αν κάτι όμως μπορεί να παρατηρηθεί ήδη από τους συγγενείς χώρους που παρατηρήθηκε πολύ νωρίτερα η εξαφάνιση των μεσαζόντων είναι η σταδιακή κανονικοποίηση.

Όπως έχω αναφέρει και αλλού, το ίντερνετ καθώς ωριμάζει μοιάζει στην πραγματική ζωή: Ταινίες δεν νοικιάζουμε πια από video clubs όμως πληρώνουμε μηνιαίες συνδρομές, μουσική το ίδιο. Η Britannica έγινε συνδρομητική online, το ίδιο και οι σημαντικότερες συλλογές βιβλίων (πχ. Loeb). Τους ειδικούς στην μουσική, στη λογοτεχνία ή όπου αλλού μπορεί πλέον να μην τους διαβάζουμε σε εφημερίδες, όμως επισκεπτόμαστε τα προσωπικά τους blog ή ιστοσελίδες. Με άλλα λόγια, οι μεσάζοντες επιστρέφουν, επειδή η ανάγκη τους ποτέ δεν έλειψε, όμως πλέον με άλλο τρόπο και μορφή. Θεωρώ ότι το ίδιο θα συμβεί και στην πολιτική: Ο Τύπος θα επιστρέψει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (για πόσο καιρό άραγε δεν θα ντρεπόμαστε να απαντάμε ότι «ενημερωνόμαστε από τα social media»;), όμως μετά από όλη αυτή τη διαδικασία ωρίμανσης ο ρόλος του θα είναι ακόμα πιο ουσιαστικός για τις δημοκρατίες μας.

Τα ψηφιακά μπλε και πράσινα καφενεία

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα tomanifesto, 08.09.2022

O Economist αυτής της εβδομάδας προειδοποιεί ξανά για το πρόβλημα της πολιτικής πόλωσης στην Αμερική: Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι δεν μιλούν πια μεταξύ τους ενώ οι Πολιτείες έχουν διαλέξει τη μια ή την άλλη πολιτική κατεύθυνση και όχι μόνο δεν συγκλίνουν προς ένα (ομοσπονδιακό) κέντρο αλλά, αντιθέτως, καθεμία τους προωθεί ολοένα και πιο ακραίες (και ανεδαφικές) πολιτικές, προσπαθώντας να ικανοποιήσει την, εξίσου ακραία, εκλογική της βάση. Παρότι ο Economist κατηγορεί γι αυτό το είδος της ομοσπονδίας που διάλεξαν οι ΗΠΑ (μεγάλη ανεξαρτησία στις Πολιτείες), κατά τη γνώμη μου κύριος υπεύθυνος για την ριζοσπαστικοποίηση των πολιτών σε Αμερική (αλλά και στην Ευρώπη) σήμερα είναι τα social media.

Για τα social media έχουν γίνει πολλοί παραλληλισμοί με την πραγματική ζωή, όμως νομίζω ότι κανένας τους δεν είναι επιτυχημένος. Έχει ειπωθεί ότι μοιάζουν με καφενεία, όμως σε κανένα καφενείο δεν μπορεί κανείς να πετάξει μια ανώνυμη, ακραία γνώμη και οι υπόλοιποι, εξίσου ανώνυμα, να τον χειροκροτήσουν, να τον βρίσουν ή να τον απειλήσουν. Ούτε φυσικά και με τις αρχαίες αγορές μοιάζουν γιατί και εκεί υπήρχαν κανόνες, κανείς δεν έπαιρνε τον λόγο χωρίς συνέπειες. Επιπλέον, το δυνητικά τεράστιο αριθμητικά κοινό στο ίντερνετ ανατρέπει κάθε μέτρο σύγκρισης στον πραγματικό κόσμο.

Το άλλο μοναδικό χαρακτηριστικό των ιντερνετικών κοινωνικών δικτύων είναι ο αυτό-εγκλωβισμός. Οι αλγόριθμοί τους επιδιώκουν να μεγιστοποιούν την ευχαρίστηση καθενός από εμάς καθώς διαβάζει τα νέα του. Ο μόνος ασφαλής τρόπος να το πετύχουν αυτό είναι να μας δίνουν μια από τα ίδια. Στην ουσία, κάθε ένα λάικ μας καταγράφεται και τα επόμενα κείμενα και εικόνες που μας σερβίρονται είναι συναφή με αυτό. Έτσι, οι δεξιοί ακούν μόνο τις γνώμες, τα αστεία και τα νέα των δεξιών και οι αριστεροί μόνο των αριστερών.

Με αυτή την έννοια ίσως μπορούμε να εντοπίσουμε στο παρελθόν της Ελλάδας κάτι που να θυμίζει τα social media σήμερα: τα μπλε και τα πράσινα καφενεία της δεκαετίας του 1980. Τα χρόνια τότε ήταν τόσο πολιτικά πολωμένα που η ελληνική κοινωνία είχε χωριστεί στα δύο: οι μισοί επισκέπτονταν μόνο μπλε καφενεία και οι άλλοι μισοί μόνο πράσινα, επειδή απλούστατα ήταν αδύνατη η συνύπαρξη όλων σε ένα. Αυτονόητα, εκεί μέσα οι εφημερίδες και οι συζητήσεις ήταν αποκλειστικά της μιας ή της άλλης κατεύθυνση.

Το σημαντικότερο πρόβλημα με την πόλωση είναι ότι όσοι την βιώνουν ζουν τελικά μέσα σε μια πολιτική φούσκα. Νομίζουν ότι όλη η υπόλοιπη κοινωνία συμφωνεί μαζί τους. Επειδή μιλούν για πολύ καιρό μόνο με ομοϊδεάτες τους πιστεύουν ότι όλη η κοινωνία σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο. Αν τύχει και βγουν από αυτή απορούν και διαμαρτύρονται, πόσο παράλογοι είναι οι «απέναντι».

Ένα άλλο πρόβλημα είναι η όξυνση. Μετά από καιρό μέσα στην ίδια πολιτική φούσκα οι μετριοπαθείς απόψεις αδυνατίζουν. Βαριέται κανείς εύκολα τη μετρημένη θέση και την ήρεμη ανάλυση. Σε περιόδους έξαρσης ακραίες θέσεις συγκεντρώνουν περισσότερα λάικς – βλέποντας αυτό όσοι θέλουν να τραβήξουν την προσοχή μαθαίνουν ότι, αν θέλουν ακόμα περισσότερα λάικς από τους προηγούμενους, θα πρέπει να εκφράσουν ακόμα πιο ακραίες θέσεις.

Πως λύθηκε το πρόβλημα των μπλε και πράσινων καφενείων της δεκαετίας του 1980; Από μόνο του. Στα τέλη της δεκαετίας ο κόσμος είχε κουραστεί, τα λεφτά τελείωσαν, τα προβλήματα μεγάλωσαν και έτσι παραμερίστηκαν οι ακραίοι και οι κορώνες τους. Με τον ίδιο τρόπο πιστεύω ότι θα λυθεί και το πρόβλημα των ιντερνετικών κοινωνικών δικτύων: οι πολίτες θα καταλάβουν κάποτε ότι ο αλγόριθμος τους εκμεταλλεύεται, και θα χάσει την εμπιστοσύνη τους. Θα πρέπει επομένως να κάνουμε υπομονή για καμία δεκαριά χρόνια ακόμα – μέχρι τότε οι δυτικές δημοκρατίες μας πρέπει να αντέξουν ενάντια σε όλα τα ακραία εκείνα στοιχεία που θέλουν το κακό τους.

«Δημοκρατική Τεχνητή Νοημοσύνη»: Η ελληνική προσφορά σε ένα παγκόσμιο ζήτημα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα tomanifesto.gr,

Η Εθνική Στρατηγική για την Τεχνητή Νοημοσύνη, που σύντομα το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης θα θέσει σε διαβούλευση, προσφέρει νομίζω μια καλή ευκαιρία να σκεφτούμε πως και γιατί (πρέπει να) απασχολεί η Τεχνητή Νοημοσύνη την Ελλάδα.

Το γιατί είναι εύκολο. Οι εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης σύντομα θα επηρεάσουν κάθε τομέα της ζωής μας, επομένως πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Στην ουσία, όλο το λογισμικό που σήμερα στηρίζει τη ζωή μας, από το κινητό μέχρι το αυτοκίνητό μας και από τις αποθήκες των super market μέχρι την ψηφιακή διακυβέρνηση, θα μετακινηθεί προς την υιοθέτηση τέτοιων τεχνολογιών. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αναμένεται να κάνει τα πράγματα γύρω μας πιο «έξυπνα».

Τα παραπάνω δίνουν και το πως, τον τρόπο δηλαδή που η Τεχνητή Νοημοσύνη πρέπει να απασχολήσει την Ελλάδα. Υπάρχουν δύο διαστάσεις στο θέμα, μια οικονομική και μια ηθική. Η οικονομική αφορά το κέρδος στην παραγωγικότητα, τις νέες δεξιότητες και τα νέα επαγγέλματα. Η ηθική αφορά τη χρήση της από τους πολίτες.

Από οικονομική πλευρά καλό θα ήταν η Ελλάδα να μην μείνει απλός χρήστης. Αντιλαμβάνομαι φυσικά ότι όπου ανταγωνίζονται οι ΗΠΑ και η Κίνα, ποιος θα βγάλει τον πιο εξελιγμένο αλγόριθμο, μεμονωμένες χώρες σαν την Ελλάδα (ή και οποιαδήποτε άλλη της Ευρώπης) δεν χωρούν. Το μόνο μας «χαρτί» είναι η συλλογική προσπάθεια μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία μπορούμε να συμμετάσχουμε μέσω των «νησίδων αριστείας» μας, δηλαδή των μεγάλων ακαδημαϊκών ερευνητικών μας κέντρων.

Από ηθική πλευρά, ο πολίτης πρέπει να βρεθεί στο επίκεντρο. Τα τελευταία χρόνια έχουμε βρεθεί σε μια τεχνολογική κοσμογονία. Πράγματα που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα, όπως το Facebook ή η Google ή το Amazon, πριν 15-20 χρόνια δεν υπήρχαν καν. Όσα έρχονται αναμένεται να ξεπεράσουν τη φαντασία μας. Συνεπώς ο πολίτης αφενός πρέπει να εκπαιδευτεί και αφετέρου να προστατευτεί.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ζητήσει από κάθε Κράτος-Μέλος να εκδώσει τη δική του Εθνική Στρατηγική για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Το πιο απλό για το Υπουργείο θα ήταν να υιοθετήσει το ευρωπαϊκό κείμενο, μεταφέροντας τη δομή και τις προτάσεις του στην ελληνική πραγματικότητα. Όμως, δεν αρκέστηκε σε αυτό. Αντιθέτως, «χτίζει» την ελληνική προσφορά στο θέμα, δηλαδή την «Δημοκρατική Τεχνητή Νοημοσύνη».

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, βάση του κειμένου του Υπουργείου θα είναι εργασία επιστημονικής ομάδας του «Δημόκριτου» σε συνεργασία με άλλα ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια της χώρας. Αυτό από μόνο του είναι θετικό, αφού επιτέλους η Πολιτεία δείχνει να εκτιμά και να κάνει άμεση χρήση του επιστημονικού δυναμικού της Ελλάδας. Όμως, ο «Δημόκριτος» δεν στάθηκε μόνο εκεί, αλλά πρότεινε και την ιδέα της «Δημοκρατικής Τεχνητής Νοημοσύνης» σε επιστημονικά άρθρα του ήδη εδώ και δύο χρόνια. Η δημοκρατικότητα αφορά τόσο στην πρόσβαση και τον έλεγχο της Τεχνητής Νοημοσύνης όσο και στο σχεδιασμό και την υλοποίηση αντίστοιχων συστημάτων.

Κυβερνοασφάλεια made in Greece; Και γιατί όχι;

Δημοσιεύθηκε στο tomanifesto.gr, 26.07.2022

Αυτές τις μέρες στελεχώνεται το Ευρωπαϊκο Κέντρο Δεξιοτήτων Κυβερνοασφάλειας (European Cybersecurity Competence Centre) με έδρα το Βουκουρέστι. (Η ελληνική μετάφραση άλλη μια φορά είναι εκτός πραγματικότητας, «Ευρωπαϊκό Κέντρο Αρμοδιότητας (!) Κυβερνοασφάλειας», και οφείλουμε να την αγνοήσουμε.) Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για έναν νέο ευρωπαϊκό οργανισμό που θα διαχειριστεί ερευνητικά κονδύλια με αντικείμενο την κυβερνοασφάλεια. Στόχος του είναι ακριβώς αυτός: η επαύξηση των ευρωπαϊκών δεξιοτήτων στον τομέα. Ιδρύθηκε πριν από λίγο καιρό, η Ρουμανία το πάλεψε και κατάφερε τελικά να έχει την έδρα του εκεί, και αυτήν την περίοδο έχει προκηρύξει θέσεις εργασίας και τα πρώτα του ερευνητικά έργα.

Την Ελλάδα το θέμα την ενδιαφέρει από δύο, τουλάχιστον, απόψεις. Πρώτη, και για όσους δεν το γνωρίζουν, επειδή ο βασικός ευρωπαϊκός οργανισμός για την κυβερνοασφάλεια, o ENISA, έχει την έδρα του στην Ελλάδα. Είναι ο μόνος ευρωπαϊκος οργανισμός που εδρεύει στη χώρα μας (πρώτα στην Κρήτη, και πρόσφατα στην Αθήνα). Οταν πρωτο-ιδρύθηκε, με το θέμα της κυβερνοασφάλειας ασχολούνταν ελάχιστοι. Τώρα πλέον μας απασχολεί όλους. Η δεύτερη άποψη αφορά το μέλλον: ακριβώς το παραπάνω γεγονός, αλλά και οι εθνικές μας ιδιαιτερότητες προσφέρουν μια ευκαιρία που καλό θα ήταν να μην πάει χαμένη.

Η σημασία, πλέον, του κυβερνοπολέμου δεν νομίζω ότι χρειάζεται ειδική εξήγηση. Διεξάγεται συνεχώς, σε συνθήκες αδιαφανείς, από όλους εναντίον όλων. Ο ρόλος του στον πόλεμο της Ουκρανίας είναι αδιαμφιβήτητος. Κάθε χώρα στον πλανήτη, εκτός από τον παραδοσιακό εξοπλισμό της, πλέον εξοπλίζει και τον κυβερνοχώρο της. Οι νέες υλοποιήσεις «έξυπνων» δικτύων ενέργειας, μεταφορών, υγείας ή διαχείρισης υδάτινων πόρων μόνο θα αυξήσουν τη σημασία των κυβερνο-όπλων και της κυβερνο-άμυνας.

Σε αυτήν την εξοπλιστική κούρσα η Ελλάδα προφανώς δεν προπορεύεται, δεν νομίζω ότι καν συμμετέχει. Αυτο-περιοριζόμαστε επομένως, όπως και στα υπόλοιπα οπλικά συστήματα, σε έναν ρόλο καταναλωτή-χρήστη. Είναι όμως ανάγκη να συμβαίνει αυτό;

Κατά τη γνώμη μου όχι. Η Ελλάδα διαθέτει το συγκριτικό πλεονέκτημα του ανθρώπινου δυναμικού υψηλής ειδίκευσης και λογικού κόστους. Εχει παραγωγικές σχολές και ακαδημαϊκό προσωπικό που ανταγωνίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο. Εχει το story της έδρας του ENISA. Επίσης, έχει επενδύσει, και συνεχίζει να επενδύει, πολλά λεφτά σε νέες τεχνολογίες.

Τι λείπει; Το πιο βασικό: η διασύνδεση με τον στρατό. Το Ισραήλ ξανά και ξανά έχει χρησιμοποιήσει το πλεονέκτημα της διασύνδεσης της ντόπιας βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας με τον στρατό του. Πριν από δέκα χρόνια, ώστε να ενισχύσει τη νεοφυή επιχειρηματικότητά του. Τώρα, για να ενισχύσει την πολεμική του βιομηχανία κυβερνοασφάλειας. Εμείς, άραγε, γιατί όχι; Η Ελλάδα έχασε, και μάλιστα από την Τουρκία, τη μάχη των drones, ενώ και εκεί θα μπορούσαμε να πρωτοστατούμε. Ας μη χάσουμε τώρα και το επόμενο τρένο – αν δεν καταφέρουμε να το οδηγήσουμε, τουλάχιστον ας βρεθούμε πάνω του, αντί πίσω του.