Το Evernote, και η συναισθηματική αξία του software

Δημοσιεύθηκε στο deasy.gr, 10.02.2026

Μετά από 17 χρόνια αυτές τις μέρες εγκατέλειψα το Evernote – ήμουν συνδρομητής από το 2009 (δείτε πχ εδώ και εδώ παλιότερα κείμενά μου γι αυτό). Να διευκρινίσω αμέσως ότι δεν φταίει ο κατασκευαστής. Παρότι η εφαρμογή άλλαξε χέρια πριν λίγα χρόνια, και οι νέοι ιδιοκτήτες συνέχισαν να την βελτιώνουν, ίσως και περισσότερο από τους προηγούμενους. Ήταν η ζωή μου που άλλαξε, αφού χρειάστηκα εδώ και λίγα χρόνια ισχυρότερη εφαρμογή «δεύτερου μυαλού» (second mind) και αναγκαστικά μετακινήθηκα προς Devonthink.

Καθώς έκανα τις απαραίτητες εργασίες μετεγκατάστασης (backups κλπ.), με έπιασε μια νοσταλγία, σε βαθμό που πήρα screenshot την οθόνη του account μου που έλεγε «subscriber since 2009» (και την «ανέβασα» στο Devonthink…). Σκέφτηκα ότι ήταν το μακροβιότερο πρόγραμμα στον υπολογιστή μου, το μόνο που επιβίωσε και την μετακόμισή μου από PC σε Mac πριν καμιά δεκαριά χρόνια. Υπάρχει όμως άραγε κάτι τέτοιο; Υπάρχει συναίσθημα (από τη μεριά του χρήστη!) στο software;

Στα αντικείμενα του πραγματικού κόσμου σίγουρα υπάρχει. Τις προάλλες έσπασα ένα ποτήρι-σφηνάκι που ήταν σουβενίρ από πρόσφατο ταξίδι μου και στεναχωρήθηκα πολύ – καμία σχέση με την πραγματική αξία του αντικειμένου, είχε μια άλλη, συναισθηματική για μένα. Το ίδιο και με άλλα αντικείμενα του σπιτιού ή της εργασίας μας, ακόμα και με εργαλεία (για να προσεγγίσουμε το software): σιγά-σιγά καθένα μέσα από τις συνθήκες απόκτησης ή χρήσης του αποκτά αξία συναισθηματική. Αυτή η αξία μερικές φορές μας κάνει να κάνουμε κιόλας παράλογα πράγματα, να βάζουμε σε προστατευμένες βιτρίνες αντικείμενα χαμηλής αξίας, να μην διαβάζουμε κάποια βιβλία μας (για να μην τσακίσει η ράχη τους) ή να μην χρησιμοποιούμε κάποια εργαλεία σε δύσκολες εργασίες από το φόβο μην ταλαιπωρηθούν.

Συμβαίνει το ίδιο άραγε και στο software; Σήμερα, αν είναι κάτι που μας συνοδεύει κάθε μέρα είναι το software που χρησιμοποιεί καθένας μας. Συνδεόμαστε καθόλου συναισθηματικά με αυτό;

Θεωρητικά οι συνθήκες είναι ίδιες. Ακόμα και οι συνθήκες απόκτησης, πολλές φορές: Θυμάμαι τις συνθήκες μου απόκτησης, τότε, του Evernote, όπως ακόμα καλύτερα θυμάμαι τις συνθήκες μου απόκτησης του ChatGPT Plus νωρίτερα αυτόν τον χρόνο. Επιπλέον, η χρήση του software είναι καθημερινή – δεν είχε περάσει μέρα (ή, έστω, εβδομάδα) που να μην είχα χρησιμοποιήσει το Evernote αυτά τα 17 χρόνια. Ακόμα περισσότερο σήμερα, με το ChatGPT. Που η σύνδεση;

Φυσικά, οι συνθήκες χρήσης είναι διαφορετικές. Τα αντικείμενα τα πιάνουμε στα χέρια μας, ερχόμαστε σε άμεση επαφή μαζί τους. Το software όχι, παρεμβάλλεται ο υπολογιστής, το smartphone κλπ. (Επομένως, μια άλλη, διαφορετική, συζήτηση θα ήταν αν συνδεόμαστε συναισθηματικά με το hardware μας…). Είναι δηλαδή η διαφορά αναλογικού και ψηφιακού κόσμου: ο πρώτος είναι αδιαμεσολάβητος για τους ανθρώπους, ενώ ο δεύτερος γίνεται αντιληπτός μέσω proxy.

Αυτό ίσως εξηγεί μια κάποια απόσταση, αν και η αντίδρασή μου με το Evernote δείχνει ότι και στον ψηφιακό κόσμο χωρούν συναισθηματισμοί, ίσως.

Ισχύει αυτό με οποιοδήποτε software; Ξεκάθαρα όχι. Αμέσως-αμέσως, αν ήθελα να είμαι ειλικρινής, η μακροβιότερη εφαρμογή στον υπολογιστή μου είναι το MS Word – είμαι χρήστης σχεδόν από την αρχή, από το 2.0. Εκεί δεν νιώθω κάποιον συναισθηματισμό είναι η αλήθεια – με χαρά θα «ξεφορτωνόμουν» το Word αν οι παγκόσμιες συνθήκες το επέτρεπαν (είναι το de facto παγκόσμιο πρότυπο όπου η ανθρωπότητα γράφει τα κείμενά της, εδώ και δεκαετίες…). Από την άλλη μεριά, επειδή word processing έμαθα με το WordPerfect 5.1, πάντα είχα ένα συναισθηματικό δέσιμο με αυτό (και μια στεναχώρια που δεν τα κατάφερε τελικά, παρά την, τότε, αδιαμφισβήτητη τεχνική ανωτερότητά του).

Ίσως επομένως και το είδος του software να επηρεάζει. Το MS Word είναι προϊόν «αυτοκρατορίας», ενώ το Evernote μια προσπάθεια ενός startupper που στην ουσία μεγάλωσε μαζί μου. Ίσως αλλιώς εκτιμούμε το ένα και αλλιώς το άλλο – και ίσως αυτό εξηγεί την πρόσφατη στροφή μου στο artisanal software. Από την άλλη μεριά, για την ώρα δεν θα αμφισβητήσω ότι υπάρχει «δέσιμο» με το ChatGPT μου (το θέμα άλλωστε αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής έρευνας αυτή την περίοδο).

Που μας αφήνουν όλα αυτά; Στο screenshot μου του Evernote (στ’ αλήθεια σκέφτηκα σοβαρά μήπως το πληρώνω για άλλα τρία χρόνια χωρίς να το χρησιμοποιώ ώστε να «στρογγυλέψω» εικοσαετία) και στις σκέψεις μου για τα υπόλοιπα προγράμματα που χρησιμοποιώ κάθε μέρα και χωρίς τα οποία απλά δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου, σε αντίθεση με το ποτήρι-σφηνάκι, του οποίου η απώλεια μπορεί να με στεναχώρησε όμως δεν υπήρξε λόγος να το αντικαταστήσω – ίσα ίσα.

Τα ταξί, και η “κανονικοποίηση” των ψηφιακών τεχνολογιών

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr

Mε αφορμή το Waymo, που πλέον άνοιξε πανιά και για τις εθνικές οδούς της Αμερικής (δείτε παρακάτω), λέω να μιλήσουμε για το φαινόμενο της “κανονικοποίησης” των ψηφιακών τεχνολογιών (υποκεφάλαιο σε αυτό το βιβλίο). Με αυτόν τον όρο έχω προσπαθήσει να περιγράψω τον πλήρη κύκλο που τελικά σημειώνεται στους τομείς εκείνους της ζωή μας που, φαινομενικά, «διέρρηξαν» (disruption) οι ψηφιακές τεχνολογίες. Απτό παράδειγμα τα video club και η ενοικίαση ταινιών: αυτό που κάναμε «με τα πόδια» στον πραγματικό κόσμο τη δεκαετία του 1980 ανατράπηκε πλήρως τις επόμενες δεκαετίες (ψηφιακή “πειρατεία”, online πλατφόρμες περιεχομένου), για να φτάσουμε σήμερα να δίνουμε ακριβώς τα ίδια χρήματα κάθε βδομάδα για ταινίες, όμως πλέον στην πλατφόρμα και όχι στο μαγαζί της γειτονιάς μας (παλιότερο κείμενό μου και εδώ). Το ίδιο άλλωστε συνέβη και στη μουσική: ο μηνιαίος προϋπολογισμός «για δίσκους» καταβάλλεται πλέον στην online πλατφόρμα και όχι στο δισκάδικο.

Όμως λέω να μιλήσουμε για κάτι πιο απλό και καθημερινό, για τα ταξί.

Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, μέχρι δηλαδή και το τέλος της δεκαετίας του 1990 ή και στις αρχές του 2000, οι οδηγοί ταξί όφειλαν να είναι οι ζωντανοί χάρτες της πόλης τους. Έπρεπε να γνωρίζουν όχι μόνο τις κεντρικές αρτηρίες αλλά και τους βασικούς δρόμους κάθε συνοικίας (με αποκορύφωμα τους “μυθικούς” οδηγούς ταξί του Λονδίνου που έπρεπε να γνωρίζουν κάθε έναν δρόμο του). Πως αλλιώς να τα καταφέρουν στο επάγγελμά τους; Χάρτες (εκτυπωμένοι!) υπήρχαν φυσικά, όμως ήταν δύσχρηστοι και ασφαλώς δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούνται συνεχώς, σε κάθε μια διαδρομή. Επομένως, ένας ταξιτζής πριν καμιά εικοσαριά χρόνια ήταν συνήθως γέννημα-θρέμμα της πόλης του (επομένως είχε τη γνώση του ντόπιου) ή πάντως κάτοικός της για πολλά χρόνια, ώστε να προλάβει να εξοικειωθεί.

Τίποτα από αυτά δεν ισχύει σήμερα. Εξοπλισμένος με online χάρτες και εφαρμογές πλοήγησης καθένας μπορεί να κάνει τη δουλειά του ταξιτζή οπουδήποτε στον πλανήτη. Με τις εφαρμογές τύπου uber ή bolt, ούτε καν την τοπική γλώσσα δεν χρειάζεται να μιλάει ή να κάνει συναλλαγές στο τοπικό νόμισμα. Το μόνο που χρειάζεται κανείς σήμερα για να ασκήσει το επάγγελμα του οδηγού ταξί είναι ένα δίπλωμα οδήγησης. Οι ψηφιακές τεχνολογίες πήραν ένα επάγγελμα του παρελθόντος ρυθμισμένο και (νομίζαμε) γνωστό μας μέσα από τους αιώνες (ο ταξιτζής άλλωστε σήμερα δεν είναι ο αμαξάς του παρελθόντος😉 και ανέτρεψαν τα πάντα γύρω από αυτό.

Γνώμη μου είναι ότι αυτή η εξέλιξη προσφέρει ξεκάθαρα πλεονεκτήματα, τουλάχιστον για τον επιβάτη. Όμως δεν είναι αυτό το αντικείμενο αυτού εδώ του κειμένου. Στόχος του είναι να δείξει τον πλήρη κύκλο. Που είναι λοιπόν κάτι τέτοιο, η επιστροφή στο παρελθόν;

Η επιστροφή στο παρελθόν δεν έχει έρθει ακόμα, ίσα ίσα είμαστε ακόμα στη φάση της περαιτέρω «διάρρηξης» του παραδοσιακού επαγγέλματος του ταξιτζή. Ενώ στην Ευρώπη ζούμε τα παραπάνω, στην Αμερική (και στην Κίνα) υπάρχουν ήδη ταξί χωρίς οδηγό, τύπου Waymo, τα οποία μάλιστα πρόσφατα βγήκαν από τα όρια των 5-6 πόλεων που μπορούσε να τα συναντήσει κανείς και μπήκαν στις εθνικές οδούς (ό,τι και αν σημαίνει αυτό, πλέον, και για τους οδηγούς φορτηγών…).

Επομένως, το επάγγελμα του ταξιτζή, μετά από τόσους αιώνες, οδεύει προς εξαφάνιση;

Δεν το πιστεύω – και εδώ ακριβώς έρχεται ο πλήρης κύκλος. Πριν λίγο καιρό στις Βρυξέλλες πήρα ταξί από το αεροδρόμιο για το κέντρο της πόλης και η κίνηση ήταν, ως συνήθως, τραγική. Η εφαρμογή online πλοήγησης έδινε πρόβλεψη πάνω από μια ώρα. Όμως, όταν μπήκαμε στην πόλη ο οδηγός αγνόησε την εφαρμογή και έστριψε σε ένα δρομάκι «άφαντο» (πλακόστρωτο, και ίσως όχι εντελώς νόμιμα, για να είμαι ειλικρινής) το οποίο μετά από ελάχιστα μέτρα οδήγησε σε νέο δρόμο που μείωσε τη συνολική διαδρομή τουλάχιστον κατά είκοσι λεπτά. Εντυπωσιάστηκα, και τον ρώτησα σχετικά: μου απάντησε ότι γεννήθηκε στις Βρυξέλλες, ξέρει την πόλη απέξω κι ανακατωτά, και ότι το GPS το χρησιμοποιεί μόνο συμπληρωματικά ή όποτε το ζητήσουν οι πελάτες.

Εννοείται ότι φεύγοντας κράτησα την κάρτα του.

Αυτή η εμπειρία μου δεν είναι μοναδική, νομίζω. Καθένας μας που συστηματικά χρησιμοποιεί ταξί πιστεύω ότι θα έχει κάτι παρόμοιο να πει. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που υπάρχουν και σχετικές μελέτες (για το Λονδίνο, όπου προφανώς το επάγγελμα του οδηγού ταξί εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού).

Ιδού, επομένως, ο πλήρης κύκλος, που διαμορφώνεται σιγά-σιγά. Οι ψηφιακές τεχνολογίες μέσα σε είκοσι χρόνια άλλαξαν για πάντα ό,τι γνώριζε η ανθρωπότητα για τα ταξί μέσα από τους αιώνες. Τίποτα δεν έμεινε ίδιο. Στο μέλλον πιθανότατα ο ίδιος ο, συνηθισμένος, ταξιτζής να εξαφανιστεί, να έχει αντικατασταθεί από αυτο-οδηγούμενα αυτοκίνητα. Ταυτόχρονα όμως η αξία του έμπειρου ταξιτζή, που θα γνωρίζει πότε να χρησιμοποιήσει την ψηφιακή τεχνολογία και πότε να την αγνοήσει, θα αυξηθεί – και όλοι όσοι χρειάζονται αυτήν ακριβώς την υπηρεσία θα τους προτιμούν (και, πιθανότατα, θα είναι έτοιμοι να πληρώσουν κάτι παραπάνω γι αυτήν).

Οδηγός ταξί «μεταλλαγμένος», επομένως, για το μέλλον – καθώς και μια έντονη υπόμνηση ότι στην ανθρωπότητα γενικά δεν αρέσουν οι ριζικές αλλαγές, δεν είναι αυτός ο τρόπος που λειτουργεί: η “κανονικοποίηση” για κάθε τι καινούργιο εξακολουθεί να είναι ο, ανθρώπινος, κανόνας αντιμετώπισής του.

Personalised AI ή απλά λιγότερη Τεχνητή Νοημοσύνη;

Δημοσιεύθηκε στο AI Report, Απογευματινή της Κυριακής, 26 Οκτωβρίου 2025

Αν κανείς ήθελε να συνοψίσει τις εξελίξεις του Καλοκαιριού στην Τεχνητή Νοημοσύνη ίσως να διέκρινε δύο τάσεις: Αφενός τα μεγάλα LLM μοντέλα έκαναν διαθέσιμους agents για συγκεκριμένες εργασίες και περισσότερο «προσωποποιημένη» επικοινωνία. Αφετέρου, τα πακέτα λογισμικού που ήδη χρησιμοποιούμε, και που επιθυμούν να συνεχίσουμε να τα χρησιμοποιούμε, όλα ανέπτυξαν εσωτερικές λειτουργίες Τεχνητής Νοημοσύνης για να διευκολύνουν τη χρήση τους.

Το ανταγωνιστικό παιχνίδι είναι εύκολο να το καταλάβει κανείς (και άλλωστε έχει αναλυθεί επαρκώς στον διεθνή οικονομικό Τύπο): Τα μεγάλα LLM είναι πολύ «βαριά» και ίσως όχι τόσο κατάλληλα για συγκεκριμένες, επικεντρωμένες εργασίες, επομένως απαιτείται κάτι μικρότερο, οικονομικότερο και, ενδεχομένως, αποτελεσματικότερο. Από την άλλη μεριά, οι κατασκευαστές λογισμικού, όσο εξειδικευμένο και αν είναι αυτό, βλέπουν τα προϊόντα τους να κινδυνεύουν από τη χρήση των μεγάλων LLM εργαλείων, τα οποία, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να τα αντικαταστήσουν στο workflow συγκεκριμένων χρηστών. Με τις στρατηγικές της αποφάσεις κάθε μια κατηγορία μετακινήθηκε προς την άλλη, εντείνοντας τον ανταγωνισμό που έτσι ή αλλιώς θα ήταν αναπόφευκτος.

Όπως είπαμε, τα παραπάνω έχουν ήδη αναλυθεί – και με καλύτερο, πιθανότατα, τρόπο. Αυτό που ίσως δεν έχει τραβήξει τόσο την προσοχή είναι η πλευρά του ίδιου του χρήστη – όχι του εταιρικού χρήστη αλλά του μεμονωμένου, δηλαδή του πολίτη. Τι σημαίνουν όλες αυτές οι αλλαγές γι αυτόν;

Όπως έχω ήδη αναφέρει, ο χρήστης (αν πρόκειται ποτέ να έχει ρόλο στην Τεχνητή Νοημοσύνη) πρέπει να αποκτήσει δικαιώματα – κυρίως, στην εξατομικευμένη Τεχνητή Νοημοσύνη (αυτό ήταν άλλωστε το αντικείμενο του προηγούμενου σημειώματος σε αυτό εδώ το περιοδικό). Με άλλα λόγια, δεν ενδιαφέρει τον εξατομικευμένο χρήστη να «μιλά» στην «γενικευμένη» Siri ή στο ChatGPT όλου του πλανήτη. Απαιτείται να έχουμε, να διαμορφώσουμε, καθένας από εμάς το δικό μας μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να έχουμε δικαιώματα και υποχρεώσεις (και, ενδεχομένως, επιτέλους να την κάνουμε να δουλέψει αποτελεσματικότερα για λογαριασμό μας).

Σε αυτό το πλαίσιο, οι AI agents και τα εξατομικευμένα μοντέλα των LLMs (είτε λέγονται projects είτε οτιδήποτε άλλο) αποτελούν βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Στο ίδιο άλλωστε πλαίσιο βελτιώθηκαν και οι λειτουργίες προστασίας των προσωπικών μας δεδομένων: πλέον υπάρχει η επιλογή τα LLM μοντέλα να μην «θυμούνται» τους διαλόγους μας. Όλα αυτά κινούνται στην, σωστή, κατεύθυνση της εξατομίκευσης, του individualized AI. Φυσικά, για την ώρα ο ομφάλιος λώρος με το κεντρικό σύστημα δεν κόβεται: η επεξεργασία εξακολουθεί να γίνεται εξ αποστάσεως, στους servers του κατασκευαστή (και επιπλέον, όποιοι από εμάς επιλέξουμε η AI εφαρμογή μας να μην «θυμάται» τους διαλόγους μας θυσιάζουμε σημαντική λειτουργικότητα στον βωμό της προστασίας των δικαιωμάτων μας).

Από την άλλη μεριά, η ενσωμάτωση Τεχνητής Νοημοσύνης στο λογισμικό που ήδη χρησιμοποιούμε ελάχιστα επηρεάζει τη γενική εικόνα: για όσο καιρό συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε software-as-a-service εφαρμογές θα παραμένουμε εξαρτημένοι από τους κατασκευαστές λογισμικού και τους, απομακρυσμένους, servers τους.

Άλλαξε κάτι, επομένως; Ναι, αν κανείς λάβει υπόψη του την κάπως περισσότερο εξατομικευμένη Τεχνητή Νοημοσύνη που πλέον είναι διαθέσιμη. Όχι, αν κανείς δει τη μεγαλύτερη εικόνα, αυτή της απομακρυσμένης επεξεργασίας των δεδομένων μας, στους servers των κατασκευαστών. Όπως έχω ξαναπεί, αυτή είναι μια, επιχειρηματική, απόφαση που ούτε αυτονόητη ούτε επωφελής (για εμάς και την Ευρώπη εν γένει) είναι. Μέχρι κάτι να αλλάξει ουσιαστικά, μέχρι να επιστρέψει η επεξεργασία στους υπολογιστές μας και εντός των συνόρων της Ευρώπης, θα παραμένουμε εξαρτημένοι (τεχνολογικά, οικονομικά και, τελικά, κοινωνικά) από τρίτους – με ό,τι αυτό συνεπάγεται.