Τα ταξί, και η “κανονικοποίηση” των ψηφιακών τεχνολογιών

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr

Mε αφορμή το Waymo, που πλέον άνοιξε πανιά και για τις εθνικές οδούς της Αμερικής (δείτε παρακάτω), λέω να μιλήσουμε για το φαινόμενο της “κανονικοποίησης” των ψηφιακών τεχνολογιών (υποκεφάλαιο σε αυτό το βιβλίο). Με αυτόν τον όρο έχω προσπαθήσει να περιγράψω τον πλήρη κύκλο που τελικά σημειώνεται στους τομείς εκείνους της ζωή μας που, φαινομενικά, «διέρρηξαν» (disruption) οι ψηφιακές τεχνολογίες. Απτό παράδειγμα τα video club και η ενοικίαση ταινιών: αυτό που κάναμε «με τα πόδια» στον πραγματικό κόσμο τη δεκαετία του 1980 ανατράπηκε πλήρως τις επόμενες δεκαετίες (ψηφιακή “πειρατεία”, online πλατφόρμες περιεχομένου), για να φτάσουμε σήμερα να δίνουμε ακριβώς τα ίδια χρήματα κάθε βδομάδα για ταινίες, όμως πλέον στην πλατφόρμα και όχι στο μαγαζί της γειτονιάς μας (παλιότερο κείμενό μου και εδώ). Το ίδιο άλλωστε συνέβη και στη μουσική: ο μηνιαίος προϋπολογισμός «για δίσκους» καταβάλλεται πλέον στην online πλατφόρμα και όχι στο δισκάδικο.

Όμως λέω να μιλήσουμε για κάτι πιο απλό και καθημερινό, για τα ταξί.

Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, μέχρι δηλαδή και το τέλος της δεκαετίας του 1990 ή και στις αρχές του 2000, οι οδηγοί ταξί όφειλαν να είναι οι ζωντανοί χάρτες της πόλης τους. Έπρεπε να γνωρίζουν όχι μόνο τις κεντρικές αρτηρίες αλλά και τους βασικούς δρόμους κάθε συνοικίας (με αποκορύφωμα τους “μυθικούς” οδηγούς ταξί του Λονδίνου που έπρεπε να γνωρίζουν κάθε έναν δρόμο του). Πως αλλιώς να τα καταφέρουν στο επάγγελμά τους; Χάρτες (εκτυπωμένοι!) υπήρχαν φυσικά, όμως ήταν δύσχρηστοι και ασφαλώς δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούνται συνεχώς, σε κάθε μια διαδρομή. Επομένως, ένας ταξιτζής πριν καμιά εικοσαριά χρόνια ήταν συνήθως γέννημα-θρέμμα της πόλης του (επομένως είχε τη γνώση του ντόπιου) ή πάντως κάτοικός της για πολλά χρόνια, ώστε να προλάβει να εξοικειωθεί.

Τίποτα από αυτά δεν ισχύει σήμερα. Εξοπλισμένος με online χάρτες και εφαρμογές πλοήγησης καθένας μπορεί να κάνει τη δουλειά του ταξιτζή οπουδήποτε στον πλανήτη. Με τις εφαρμογές τύπου uber ή bolt, ούτε καν την τοπική γλώσσα δεν χρειάζεται να μιλάει ή να κάνει συναλλαγές στο τοπικό νόμισμα. Το μόνο που χρειάζεται κανείς σήμερα για να ασκήσει το επάγγελμα του οδηγού ταξί είναι ένα δίπλωμα οδήγησης. Οι ψηφιακές τεχνολογίες πήραν ένα επάγγελμα του παρελθόντος ρυθμισμένο και (νομίζαμε) γνωστό μας μέσα από τους αιώνες (ο ταξιτζής άλλωστε σήμερα δεν είναι ο αμαξάς του παρελθόντος😉 και ανέτρεψαν τα πάντα γύρω από αυτό.

Γνώμη μου είναι ότι αυτή η εξέλιξη προσφέρει ξεκάθαρα πλεονεκτήματα, τουλάχιστον για τον επιβάτη. Όμως δεν είναι αυτό το αντικείμενο αυτού εδώ του κειμένου. Στόχος του είναι να δείξει τον πλήρη κύκλο. Που είναι λοιπόν κάτι τέτοιο, η επιστροφή στο παρελθόν;

Η επιστροφή στο παρελθόν δεν έχει έρθει ακόμα, ίσα ίσα είμαστε ακόμα στη φάση της περαιτέρω «διάρρηξης» του παραδοσιακού επαγγέλματος του ταξιτζή. Ενώ στην Ευρώπη ζούμε τα παραπάνω, στην Αμερική (και στην Κίνα) υπάρχουν ήδη ταξί χωρίς οδηγό, τύπου Waymo, τα οποία μάλιστα πρόσφατα βγήκαν από τα όρια των 5-6 πόλεων που μπορούσε να τα συναντήσει κανείς και μπήκαν στις εθνικές οδούς (ό,τι και αν σημαίνει αυτό, πλέον, και για τους οδηγούς φορτηγών…).

Επομένως, το επάγγελμα του ταξιτζή, μετά από τόσους αιώνες, οδεύει προς εξαφάνιση;

Δεν το πιστεύω – και εδώ ακριβώς έρχεται ο πλήρης κύκλος. Πριν λίγο καιρό στις Βρυξέλλες πήρα ταξί από το αεροδρόμιο για το κέντρο της πόλης και η κίνηση ήταν, ως συνήθως, τραγική. Η εφαρμογή online πλοήγησης έδινε πρόβλεψη πάνω από μια ώρα. Όμως, όταν μπήκαμε στην πόλη ο οδηγός αγνόησε την εφαρμογή και έστριψε σε ένα δρομάκι «άφαντο» (πλακόστρωτο, και ίσως όχι εντελώς νόμιμα, για να είμαι ειλικρινής) το οποίο μετά από ελάχιστα μέτρα οδήγησε σε νέο δρόμο που μείωσε τη συνολική διαδρομή τουλάχιστον κατά είκοσι λεπτά. Εντυπωσιάστηκα, και τον ρώτησα σχετικά: μου απάντησε ότι γεννήθηκε στις Βρυξέλλες, ξέρει την πόλη απέξω κι ανακατωτά, και ότι το GPS το χρησιμοποιεί μόνο συμπληρωματικά ή όποτε το ζητήσουν οι πελάτες.

Εννοείται ότι φεύγοντας κράτησα την κάρτα του.

Αυτή η εμπειρία μου δεν είναι μοναδική, νομίζω. Καθένας μας που συστηματικά χρησιμοποιεί ταξί πιστεύω ότι θα έχει κάτι παρόμοιο να πει. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που υπάρχουν και σχετικές μελέτες (για το Λονδίνο, όπου προφανώς το επάγγελμα του οδηγού ταξί εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού).

Ιδού, επομένως, ο πλήρης κύκλος, που διαμορφώνεται σιγά-σιγά. Οι ψηφιακές τεχνολογίες μέσα σε είκοσι χρόνια άλλαξαν για πάντα ό,τι γνώριζε η ανθρωπότητα για τα ταξί μέσα από τους αιώνες. Τίποτα δεν έμεινε ίδιο. Στο μέλλον πιθανότατα ο ίδιος ο, συνηθισμένος, ταξιτζής να εξαφανιστεί, να έχει αντικατασταθεί από αυτο-οδηγούμενα αυτοκίνητα. Ταυτόχρονα όμως η αξία του έμπειρου ταξιτζή, που θα γνωρίζει πότε να χρησιμοποιήσει την ψηφιακή τεχνολογία και πότε να την αγνοήσει, θα αυξηθεί – και όλοι όσοι χρειάζονται αυτήν ακριβώς την υπηρεσία θα τους προτιμούν (και, πιθανότατα, θα είναι έτοιμοι να πληρώσουν κάτι παραπάνω γι αυτήν).

Οδηγός ταξί «μεταλλαγμένος», επομένως, για το μέλλον – καθώς και μια έντονη υπόμνηση ότι στην ανθρωπότητα γενικά δεν αρέσουν οι ριζικές αλλαγές, δεν είναι αυτός ο τρόπος που λειτουργεί: η “κανονικοποίηση” για κάθε τι καινούργιο εξακολουθεί να είναι ο, ανθρώπινος, κανόνας αντιμετώπισής του.

Personalised AI ή απλά λιγότερη Τεχνητή Νοημοσύνη;

Δημοσιεύθηκε στο AI Report, Απογευματινή της Κυριακής, 26 Οκτωβρίου 2025

Αν κανείς ήθελε να συνοψίσει τις εξελίξεις του Καλοκαιριού στην Τεχνητή Νοημοσύνη ίσως να διέκρινε δύο τάσεις: Αφενός τα μεγάλα LLM μοντέλα έκαναν διαθέσιμους agents για συγκεκριμένες εργασίες και περισσότερο «προσωποποιημένη» επικοινωνία. Αφετέρου, τα πακέτα λογισμικού που ήδη χρησιμοποιούμε, και που επιθυμούν να συνεχίσουμε να τα χρησιμοποιούμε, όλα ανέπτυξαν εσωτερικές λειτουργίες Τεχνητής Νοημοσύνης για να διευκολύνουν τη χρήση τους.

Το ανταγωνιστικό παιχνίδι είναι εύκολο να το καταλάβει κανείς (και άλλωστε έχει αναλυθεί επαρκώς στον διεθνή οικονομικό Τύπο): Τα μεγάλα LLM είναι πολύ «βαριά» και ίσως όχι τόσο κατάλληλα για συγκεκριμένες, επικεντρωμένες εργασίες, επομένως απαιτείται κάτι μικρότερο, οικονομικότερο και, ενδεχομένως, αποτελεσματικότερο. Από την άλλη μεριά, οι κατασκευαστές λογισμικού, όσο εξειδικευμένο και αν είναι αυτό, βλέπουν τα προϊόντα τους να κινδυνεύουν από τη χρήση των μεγάλων LLM εργαλείων, τα οποία, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να τα αντικαταστήσουν στο workflow συγκεκριμένων χρηστών. Με τις στρατηγικές της αποφάσεις κάθε μια κατηγορία μετακινήθηκε προς την άλλη, εντείνοντας τον ανταγωνισμό που έτσι ή αλλιώς θα ήταν αναπόφευκτος.

Όπως είπαμε, τα παραπάνω έχουν ήδη αναλυθεί – και με καλύτερο, πιθανότατα, τρόπο. Αυτό που ίσως δεν έχει τραβήξει τόσο την προσοχή είναι η πλευρά του ίδιου του χρήστη – όχι του εταιρικού χρήστη αλλά του μεμονωμένου, δηλαδή του πολίτη. Τι σημαίνουν όλες αυτές οι αλλαγές γι αυτόν;

Όπως έχω ήδη αναφέρει, ο χρήστης (αν πρόκειται ποτέ να έχει ρόλο στην Τεχνητή Νοημοσύνη) πρέπει να αποκτήσει δικαιώματα – κυρίως, στην εξατομικευμένη Τεχνητή Νοημοσύνη (αυτό ήταν άλλωστε το αντικείμενο του προηγούμενου σημειώματος σε αυτό εδώ το περιοδικό). Με άλλα λόγια, δεν ενδιαφέρει τον εξατομικευμένο χρήστη να «μιλά» στην «γενικευμένη» Siri ή στο ChatGPT όλου του πλανήτη. Απαιτείται να έχουμε, να διαμορφώσουμε, καθένας από εμάς το δικό μας μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να έχουμε δικαιώματα και υποχρεώσεις (και, ενδεχομένως, επιτέλους να την κάνουμε να δουλέψει αποτελεσματικότερα για λογαριασμό μας).

Σε αυτό το πλαίσιο, οι AI agents και τα εξατομικευμένα μοντέλα των LLMs (είτε λέγονται projects είτε οτιδήποτε άλλο) αποτελούν βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Στο ίδιο άλλωστε πλαίσιο βελτιώθηκαν και οι λειτουργίες προστασίας των προσωπικών μας δεδομένων: πλέον υπάρχει η επιλογή τα LLM μοντέλα να μην «θυμούνται» τους διαλόγους μας. Όλα αυτά κινούνται στην, σωστή, κατεύθυνση της εξατομίκευσης, του individualized AI. Φυσικά, για την ώρα ο ομφάλιος λώρος με το κεντρικό σύστημα δεν κόβεται: η επεξεργασία εξακολουθεί να γίνεται εξ αποστάσεως, στους servers του κατασκευαστή (και επιπλέον, όποιοι από εμάς επιλέξουμε η AI εφαρμογή μας να μην «θυμάται» τους διαλόγους μας θυσιάζουμε σημαντική λειτουργικότητα στον βωμό της προστασίας των δικαιωμάτων μας).

Από την άλλη μεριά, η ενσωμάτωση Τεχνητής Νοημοσύνης στο λογισμικό που ήδη χρησιμοποιούμε ελάχιστα επηρεάζει τη γενική εικόνα: για όσο καιρό συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε software-as-a-service εφαρμογές θα παραμένουμε εξαρτημένοι από τους κατασκευαστές λογισμικού και τους, απομακρυσμένους, servers τους.

Άλλαξε κάτι, επομένως; Ναι, αν κανείς λάβει υπόψη του την κάπως περισσότερο εξατομικευμένη Τεχνητή Νοημοσύνη που πλέον είναι διαθέσιμη. Όχι, αν κανείς δει τη μεγαλύτερη εικόνα, αυτή της απομακρυσμένης επεξεργασίας των δεδομένων μας, στους servers των κατασκευαστών. Όπως έχω ξαναπεί, αυτή είναι μια, επιχειρηματική, απόφαση που ούτε αυτονόητη ούτε επωφελής (για εμάς και την Ευρώπη εν γένει) είναι. Μέχρι κάτι να αλλάξει ουσιαστικά, μέχρι να επιστρέψει η επεξεργασία στους υπολογιστές μας και εντός των συνόρων της Ευρώπης, θα παραμένουμε εξαρτημένοι (τεχνολογικά, οικονομικά και, τελικά, κοινωνικά) από τρίτους – με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Δασμοί («ταρίφες») στον ψηφιακό κόσμο;

Δημοσιεύθηκε στο  2045.gr, 7.04.2025

Μπορεί η Ευρώπη να επιβάλλει δασμούς στις ψηφιακές υπηρεσίες; Ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους μοιάζει να διστάζει;

Αν είναι κάτι που, στα μάτια μου τουλάχιστον, έχει άμεσο ενδιαφέρον για καθέναν μας σε σχέση με τους δασμούς («ταρίφες») που ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ, και που φαίνεται να οδηγούν σε εμπορικό πόλεμο με την Ευρώπη, είναι ότι κανείς, μα κανείς, δεν μιλά για τον ψηφιακό κόσμο. Γιατί, άραγε;

Από τη μεριά των ΗΠΑ, ίσως, οι λόγοι είναι πιο φανεροί: Οι δασμοί αφορούν μόνο προϊόντα (αφού εκεί εντοπίστηκε το έλλειμμα), ενώ ο ψηφιακός κόσμος αφορά υπηρεσίες. Στις υπηρεσίες, από ό,τι φαίνεται, οι ΗΠΑ, τουλάχιστον σε σχέση με την Ευρώπη, έχουν ένα «μικρό» πλεόνασμα της τάξης των 300δις (σε σχέση με το 1τρις έλλειμμα στα προϊόντα).

Σωστά; Λάθος. Όπως είναι γνωστό οι υπηρεσίες στο ίντερνετ φορολογικά «εξαφανίζονται», μέσω τιμολογήσεων από Ιρλανδία για όλη την Ευρώπη και άλλων πρακτικών «φορολογικής βελτιστοποίησης». Με άλλα λόγια, ολόκληρη η Ευρώπη, καθένας από εμάς, πληρώνει απευθείας, κάθε μήνα, τις Microsoft, Amazon, Google, Facebook και λοιπές, όμως το εισόδημα σχεδόν εξαφανίζεται τόσο για τις χώρες κατανάλωσης (δηλαδή για όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες) όσο και για τη χώρα παραγωγής (τις ΗΠΑ). Όμως, με την σημαντικότατη διαφορά ότι όλες αυτές οι «ψηφιακές» εταιρείες έχουν έδρα στις ΗΠΑ – επομένως, αργά ή γρήγορα εισόδημα θα εμφανιστεί εκεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (πχ. μέσω εξαγορών, επενδύσεων σε startups, ή ακόμα και μέσω επιβλητικών κτηρίων γραφείων), κάτι που ποτέ δεν θα συμβεί στην Ευρώπη.

Επομένως, τα 300 δις πλεόνασμα των ΗΠΑ στις υπηρεσίες θα έλεγα (χωρίς να έχω δει από που πήρε ο Economist, απ’ όπου τα αντέγραψα, τα νούμερά του) ότι είναι πλασματικά, ότι δηλαδή ανταποκρίνονται μόνο σε ό,τι «φαίνεται», σε ό,τι τιμολογείται απευθείας από τις ΗΠΑ, κάτι που όμως στον ψηφιακό κόσμο είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.

Είναι μόνο αυτό; Όχι φυσικά – αυτό είναι το μικρότερης σημασίας. Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι η τεχνολογική εξάρτηση από τις ψηφιακές τεχνολογίες των ΗΠΑ. Αυτό το σημείο δεν νομίζω ότι χρειάζεται να διευκρινιστεί περισσότερο εδώ: στην ουσία καθετί που χρησιμοποιεί καθένας από εμάς στην Ευρώπη οποιαδήποτε στιγμή εργάζεται ή βρίσκεται στον ψηφιακό κόσμο παράγεται, και ελέγχεται απευθείας, από εταιρείες που έχουν έδρα στις ΗΠΑ.

Αν οι ΗΠΑ έχουν τους δικούς τους λόγους να μην ασχολούνται με δασμούς (ταρίφες) στον ψηφιακό κόσμο, τι λόγους έχει άραγε η Ευρώπη να μην αντεπιτεθεί ακριβώς εκεί; Γιατί άραγε συζητάμε περισσότερο για το αλκοόλ (γαλλικά και ιταλικά κρασιά απέναντι από το bourbon) και καθόλου για το ίντερνετ;

Υποθέτω ότι η Ευρώπη δεν ασχολείται με τον ψηφιακό κόσμο επειδή δεν είναι καθόλου έτοιμη να το κάνει. Ακόμα και αν μπορούσε να επιβάλει δασμούς στην Microsoft, στην Google, στην Amazon ή στα κοινωνικά δίκτυα, τα μέτρα αυτά αυτομάτως θα έκαναν αντιλαϊκές τις Βρυξέλλες σε καθέναν από εμάς, αφού καθένας θα έβλεπε ξαφνικά το μηνιαίο κόστος του MS Office του, των online διαφημίσεών του, ή της online πλατφόρμας όπου βλέπει ταινίες ή ακούει μουσική (για να χρησιμοποιήσω μόνο λίγα από τα, δεκάδες, καθημερινά παραδείγματα για καθέναν μας) να εκτοξευόταν. Ποιος Ευρωπαίος πολιτικός θα άντεχε κάτι τέτοιο;

Η κατάσταση, επομένως, που επικρατεί σήμερα στον ψηφιακό κόσμο θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια «ισορροπία τρόμου», όπου οι ΗΠΑ δεν θέλουν να χάσουν το στρατηγικό τους πλεονέκτημα και η Ευρώπη κινδυνεύει να πυροβολήσει τα πόδια της, αν τυχόν και αποφασίσει να αντεπιτεθεί. Επομένως, και οι δύο προτιμούν να ασχολούνται με το αλκοόλ, ή έστω με τα αυτοκίνητα, παρά με το ίντερνετ.

Πως θα εξελιχτεί η κατάσταση; Αυτό κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει – όπως κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πριν 10-20 χρόνια ότι θα φτάναμε εδώ σήμερα. Αν έπρεπε να μαντέψω, θα έλεγα ότι ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο όπου τα κράτη (ή, σωστότερα, η Ευρώπη, αφού καθένα από τα κράτη-μέλη της χωριστά είναι ανίσχυρο μπροστά στο παγκόσμιο φαινόμενο που λέγεται ψηφιακός κόσμος) δεν έχουν αντεπιτεθεί, περιχαρακώνοντας, τον ψηφιακό κόσμο «τους». Με άλλα λόγια, επειδή το φαινόμενο είναι πρόσφατο, η Ευρώπη έχει επιτρέψει, άθελά της, σε μια τρίτη χώρα (στις ΗΠΑ – όμως και η Κίνα, πχ. μέσω TikTok δεν είναι μακριά) να απευθύνεται και να συναλλάσσεται απευθείας με πολίτες της, παρακάμπτοντας τις εθνικές κυβερνήσεις. Αυτό το, ανήκουστο ιστορικά, φαινόμενο δεν πιστεύω ότι θα διαρκέσει – με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τα κράτη θα επαναφέρουν την κυριαρχία στα εδάφη τους στα προ ίντερνετ επίπεδα. Ο εμπορικός πόλεμος που πάει να ξεσπάσει ίσως είναι η αρχή για καθέναν μας, περιλαμβανομένων των κυβερνήσεών μας, να αρχίσει να σκέφτεται περισσότερο «ευρωπαϊκά» στους ψηφιακούς τομείς που τον αφορούν. Προφανώς όμως, μέχρι κάτι τέτοιο να συμβεί, πίνοντας εμείς υπερτιμημένο bourbon και οι Αμερικανοί υπερτιμημένο κρασί, και οδηγώντας όλοι μας υπερτιμημένα αυτοκίνητα, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο.