Πλούσια, αλλά τεχνολογικά ανύπαρκτη η Ευρώπη

Δημοσιεύθηκε στο tomanifesto.gr, 11.01.2023

Η πρόσφατη κατακρήμνιση της αξίας των «ψηφιακών» μετοχών οδήγησε σε ανατροπές στη λίστα των πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου. Σύμφωνα με το Forbes, ο πλουσιότερος όλων δεν είναι πλέον ο Έλον Μασκ αλλά ένας Ευρωπαίος, ο Bernard Arnault. Το γεγονός χαιρετίστηκε τόσο από τους (χαιρέκακους) αντιπάλους του Έλον στο Τουίτερ όσο και από ειδικά έντυπα όπως ο Economist, που έκαναν λόγο για «Ευρωπαϊκό καπιταλισμό». Αναρωτιέμαι τελικά αν μόνο εγώ στεναχωρήθηκα.

Ο κ. Arnault δεν είναι ιδιοκτήτης κάποιας τεχνολογικής εταιρείας αλλά του ομίλου ειδών πολυτελείας LVMH (Moët Hennessy Louis Vuitton), στον οποίο επίσης ανήκουν η Dior, τα Tiffany, κα. Αν ψάξουμε για ψηφιακή τεχνολογία, από τους πενήντα πρώτους της λίστας δεν θα βρούμε κανέναν Ευρωπαίο. Για την ακρίβεια, στους πρώτους εκατό υπάρχει μόνο ένας με ψηφιακό αντικείμενο, και μάλιστα Ελβετός.

Τι μας λένε τα παραπάνω; Ότι η ψηφιακή τεχνολογία δεν παράγεται στην Ευρώπη. Η Ευρώπη είναι ανύπαρκτη στις 100 κορυφαίες θέσεις της παγκόσμιας ψηφιακής κατάταξης. Στην ουσία, παράγει πολυτέλεια και εισάγει τεχνολογία. Άλλωστε, αυτό διαπιστώνει καθένας μας εμπειρικά: Πόσες ευρωπαϊκές ψηφιακές εταιρείες «μπαίνουν» στο σπίτι μας; Από αυτοκίνητα ή ποτά όμως…

Αυτή η διαπίστωση έχει μεγάλη σημασία. Η Ευρώπη είναι στην ουσία χρήστης των τεχνολογιών που παράγουν άλλοι, δηλαδή η Αμερική και η Κίνα. Ομολογουμένως είναι πολύ σημαντικός χρήστης, επειδή έχει εύρωστη εσωτερική αγορά 500εκ πολιτών, επομένως όλοι προσπαθούν να την έχουν ικανοποιημένη. Όμως, άλλο χρήστης και άλλο δημιουργός. Αν θέλει να παίξει στον παγκόσμιο χάρτη, ενόψει και της επερχόμενης τεχνητής νοημοσύνης, είτε θα πρέπει αυτό να το αλλάξει, κάτι που φαίνεται από δύσκολο έως αδύνατο, είτε να βρει τρόπους να το ελέγξει – με μόνο εργαλείο της, σε αυτή την κατεύθυνση, τον νόμο.

Το τι και (κυρίως) το γιατί του Dark Web

Δημοσιεύθηκε στο tomanifesto.gr, 6.11.2022

Αυτή την περίοδο η, αποκρουστική, υπόθεση του βιασμού της 12χρονης στον Κολωνό έφερε στο προσκήνιο το, λεγόμενο, dark web (δεν υπάρχει ελληνική μετάφραση), αφού από ό,τι φαίνεται εκεί κλείνονταν τα, ειδεχθή, «ραντεβού». Τι είναι όμως το dark web; Πως και γιατί υπάρχει; Και, κυρίως, αν τελικά χρησιμοποιείται για τέτοιες απωθητικές πράξεις γιατί το ανεχόμαστε;

Για να δοθεί ικανοποιητική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα απαιτείται πρώτα μια σύντομη ιστορική αναδρομή. Το ίντερνετ δημιουργήθηκε από τον στρατό στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1960. Όταν βρέθηκαν καλύτερα μέσα επικοινωνίας το ίντερνετ «απελευθερώθηκε» στην αμερικανική ακαδημαϊκή κοινότητα τη δεκαετία του 1980. Στην αρχή, δηλαδή τη δεκαετία του 1990, ήταν δύσχρηστο και εξαιτίας και του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από την αναρχο-αριστερή σκέψη που σε αυτό είδε ένα μέσο ανατροπής των εθνικών κυβερνήσεων, κατάργησης των συνόρων, αναρχο-ελεύθερης ζωής χωρίς ελέγχους και περιορισμούς και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί.

Σύντομα όμως, πριν ακόμα κλείσει η δεκαετία του 1990, το ίντερνετ άρχισε αφενός να αποκτά εμπορική σημασία και αφετέρου να χρησιμοποιείται από πολλούς. Τότε σε αυτό μπήκαν οι εθνικές κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και όλοι οι οργανισμοί που ήδη γνωρίζουμε από τον «πραγματικό» κόσμο. Μέσα σε λίγα χρόνια, δηλαδή μέχρι τις αρχές του 2000, το ίντερνετ είχε πάρει τη μορφή που όλοι γνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή ενός καθημερινού εργαλείου που συμπληρώνει και βελτιώνει τη ζωή κάθε ανθρώπου στον πλανήτη.

Το πρόβλημα με αυτή τη μετάλλαξη του ίντερνετ ήταν ότι σταδιακά «κανονικοποιήθηκε». Δηλαδή, το αναρχο-αυτόνομο όνειρο των ακραίων που αρχικά το χρησιμοποιούσαν σύντομα αντικαταστάθηκε από ένα ίντερνετ με δυνατότητες ταυτοποίησης και απόδοσης ευθυνών. Με άλλα λόγια, όπως και στον πραγματικό κόσμο έτσι και στο ίντερνετ σιγά-σιγά οι κυβερνήσεις πήραν μέτρα ώστε οι πράξεις των πολιτών σε αυτό, αν είναι παράνομες, να μην μένουν ατιμώρητες. Σε αυτό το ιντερνετικό περιβάλλον ζούμε σήμερα, όπου με μεγαλύτερη ή μικρότερη δυσκολία αν κάποιος προβεί σε παράνομες πράξεις οι διωκτικές αρχές μπορούν να τον εντοπίσουν, προστατεύοντας έτσι το κοινωνικό σύνολο ακριβώς όπως και στον πραγματικό κόσμο.

Όπως όμως είναι γνωστό κάθε δράση προκαλεί μια αντίδραση. Επίσης, κάθε, μαζική, ανάγκη επιβάλλει την ικανοποίησή της. Έτσι, η παραπάνω «κανονικοποίηση» του ίντερνετ οδήγησε, τελικά, και στη δημιουργία του dark web. Δηλαδή, η ανάγκη για ανωνυμία και μη ταυτοποίηση από κυβερνήσεις και υπηρεσίες ασφαλείας οδήγησε στη δημιουργία ενός παράλληλου ίντερνετ που προσφέρει αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά.

Οι τεχνικές λεπτομέρειες δεν ενδιαφέρουν εδώ, παρά μόνο το βασικό χαρακτηριστικό του dark web, δηλαδή η αδυναμία (όχι, πάντως, πλήρης) ταυτοποίησης των χρηστών του. Ενώ, δηλαδή, στο «φανερό», «ανοιχτό» ίντερνετ οι πράξεις μας οδηγούν σε εμάς, στο dark web παρέχεται αποτελεσματικός τρόπος να «κρυφτούμε».

Φυσικά, το dark web δεν θα παρείχε αυτή τη δυνατότητα αν όλοι μπορούσαν να μπουν εύκολα σε αυτό. Στο dark web δεν μπαίνει κανείς με έναν απλό Chrome ή Firefox που χρησιμοποιεί καθημερινά στον υπολογιστή ή στο κινητό του. Χρειάζεται να εγκαταστήσει ειδικά προγράμματα και να μάθει τη χρήση τους. Δηλαδή, η χρήση του dark web δεν είναι κάτι ευκαιριακό ή κάτι που γίνεται «κατά λάθος», αλλά θέλει οργάνωση και προσπάθεια.

Τι μπορεί κανείς να κάνει στο dark web, αν μπει στον κόπο να το επισκεφτεί; Κυρίως, παράνομες πράξεις. Σύμφωνα με τη Wikipedia στο dark web υπάρχουν 18000 περίπου ιστότοποι κυρίως με περιεχόμενο παιδικής πορνογραφίας και δευτερευόντως για πωλήσεις ναρκωτικών, όπλων και κλεμμένων πιστωτικών καρτών.

Αν είναι έτσι τα πράγματα τότε γιατί το ανεχόμαστε; Η απάντηση είναι απλή, και στηρίζεται στις βασικές αρχές των δυτικών μας δημοκρατιών: το dark web χρησιμοποιείται κυρίως για παράνομες πράξεις, αλλά όχι μόνο. Η ανωνυμία που προσφέρει είναι χρήσιμη σε ακτιβιστές, δημοσιογράφους, δικηγόρους και σε όσους εργάζονται σε «ευαίσθητες» υποθέσεις που δικαιολογούν αυξημένα μέτρα προστασίας τους. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, επειδή μεταξύ των χιλιάδων ιστότοπων με παράνομο περιεχόμενο μπορεί να υπάρχει ένας με νόμιμο, κρίσιμο για τη δημοκρατία περιεχόμενο, δεν καταργούμε το dark web. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν καταργούμε την ανωνυμία ούτε στα social media όπως το Facebook και το Twitter: επειδή, στις δυτικές δημοκρατίες, που επιτίθενται με λύσσα όσοι καταχρώνται τα προνόμια ελευθερίας που τους παρέχονται, η προστασία έστω και ενός ατόμου που κινδυνεύει είναι σημαντικότερη από την προληπτική κατάργηση εργαλείων που γνωρίζουμε ότι κυρίως χρησιμοποιούνται για εγκληματικές ενέργειες.

Τo hacking της Δημοκρατίας: Η αξία των μεσαζόντων

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 6.10.2022

Οι μεσάζοντες επιστρέφουν και στο ίντερνετ επειδή η ανάγκη τους δεν έλειψε ποτέ. Το ίδιο θα συμβεί και στην πολιτική.

Tο αφιέρωμα του 2045 για το hacking της δημοκρατίας δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρο – και, ταυτόχρονα, πιο «πολυφορεμένο»: πολιτικοί, επιστήμονες, δημοσιογράφοι, απλοί πολίτες όλοι αναρωτιούνται, γράφουν, συζητούν και ερευνούν τι άραγε πηγαίνει στραβά αυτή την περίοδο με τις Δυτικές δημοκρατίες μας. Οι ψηφιακές τεχνολογίες όξυναν παλιά, ήδη εντοπισμένα προβλήματα (πχ. η ποιότητα των πολιτικών, η σχέση τους με τους ψηφοφόρους τους, συστημικές δυσλειτουργίες). Αν κάποτε το «ρουσφέτι» και η «ανταλλακτική ψήφος» ήταν τα μεγαλύτερα προβλήματά μας, σήμερα έχουν προστεθεί τα fake news, τα social media, τα bots του ίντερνετ κοκ. Ούτε άλλωστε τα παλιά προβλήματα εξαφανίστηκαν: Ίσα-ίσα, στην Αμερική φαίνεται ότι θέλουν να φτιάξουν «πλατφόρμα παρακολούθησης αιτημάτων ψηφοφόρων», δηλαδή ρουσφετιών(!). Σε κάθε περίπτωση, η δική μου συνεισφορά στο θέμα σκοπεύω να είναι διπλή: Ένα πρώτο, γρήγορο, σημείο θα ακολουθηθεί από ένα δεύτερο, για το οποίο όμως θα χρειαστεί λίγο μεγαλύτερη ανάλυση.

Σημείο 1ο. Οι δημοκρατίες μας δεν πάσχουν από τίποτα απολύτως – είναι μια χαρά!

Λίγο τα προβλήματα hacking της δημοκρατίας και λίγο οι πρόσφατες θεαματικές εκλογικές επιτυχίες λαϊκίστικων κομμάτων στη Δύση έχουν οδηγήσει σε κατήφεια. Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες, υποστηρίζεται, περνούν κρίση. Δεν πείθουν πλέον τους οπαδούς τους και γι αυτό έχουμε παντού στην Ευρώπη και στην Αμερική (τα προπύργια, δηλαδή, της φιλελεύθερης δημοκρατίας) αυτά τα εκλογικά αποτελέσματα που έχουμε.

Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο λάθος. Η φιλελεύθερη δημοκρατία μας είναι μια χαρά στην υγεία της. Αν κάτι δείχνουν οι επανειλημμένες εκλογικές επιτυχίες λαϊκιστών δεν είναι ότι πάσχει η ίδια η δημοκρατία, αλλά οι μέχρι τότε πολιτικές και οι πολιτικοί. Τα λαϊκίστικα κόμματα της Αριστεράς και της Δεξιάς εκλέγονται με δημοκρατικές διαδικασίες. Αντικατοπτρίζουν μια αντίδραση του κόσμου στα «παραδοσιακά» πολιτικά κόμματα, των οποίων οι άνθρωποι και οι πολιτικές έπαψαν να πείθουν. Η αντιστροφή του προβλήματος από τους πολιτικούς που θίγονται από αυτές τις ανατροπές («δεν φταίμε εμείς, φταίει η δημοκρατία και οι ψηφοφόροι») αποτελεί κλασσική περίπτωση άρνησης αποδοχής της πραγματικότητας, εθελοτυφλίας, και, τελικά, επικίνδυνης υστέρησης μπροστά στις ανάγκες των καιρών.

Άλλο θέμα, φυσικά, η ζημιά που μπορεί να κάνουν οι εκλεγμένοι λαϊκιστές πολιτικοί στις δημοκρατίες τους. Εκεί τα πράγματα διαφέρουν από χώρα σε χώρα – και μπορεί να είναι πραγματικά άσχημα για όσες δεν έχουν ισχυρούς Θεσμούς (Τύπο, Σώματα Ασφαλείας, Δικαστήρια, Πανεπιστήμια, Δημόσια Διοίκηση) που θα αντισταθούν σε κάθε αντιδημοκρατική προσπάθεια. Γι αυτό, αν κανείς θέλει να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε «κρίση της δημοκρατίας» σήμερα θα ήταν προτιμότερο να ενισχύσει τους Θεσμούς παρά να κάνει οτιδήποτε άλλο. Το ίντερνετ το πολύ να ενισχύσει μια τάση που ήδη υπάρχει, δεν μπορεί να δημιουργήσει πολιτική αντίδραση από το μηδέν – περισσότερα όμως γι αυτό, αμέσως παρακάτω.

Σημείο 2ο. Το ίντερνετ εξαφάνισε τους μεσάζοντες (και) στις δημοκρατίες

Αναμφίβολα ζούμε την εποχή της εξαφάνισης των μεσαζόντων. Μέχρι να εμφανιστεί το ίντερνετ οι κοινωνίες μας στηρίζονταν κυριολεκτικά στους μεσάζοντες: εμπορικοί αντιπρόσωποι μεσολαβούσαν μεταξύ αλλοδαπών κατασκευαστών και της εγχώριας αγοράς, ταξιδιωτικοί πράκτορες μεταξύ αεροπορικών εταιρειών και ταξιδιωτών, εκδότες μεταξύ συγγραφέων και αναγνωστών, δισκογραφικές μεταξύ μουσικών και ακροατών, κοκ. Εξίσου, κριτικοί λογοτεχνίας μας πρότειναν τα βιβλία που διαβάζαμε, γευσιγνώστες τα εστιατόρια που θα βγαίναμε, παραγωγοί ραδιοφώνου τη μουσική που θα αγοράζαμε. Κυριολεκτικά η ζωή μας στηριζόταν σε μεσάζοντες, μέσα από τους οποίους το προϊόν, η υπηρεσία ή το μήνυμα «περνούσαν» από τους κατασκευαστές και παραγωγούς τους σε εμάς, τους τελικούς καταναλωτές.

Το ίδιο ακριβώς και στην πολιτική. Το μήνυμα των πολιτικών περνούσε στους ψηφοφόρους με τη βοήθεια μεσαζόντων – στην ουσία, του Τύπου, έμπειρων δημοσιογράφων και πολιτικών αναλυτών (δημόσιων διανοούμενων). Στην αρχή το μέσο ήταν οι εφημερίδες, στη συνέχεια προστέθηκαν το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Οι πολιτικοί και οι ιδέες τους μπορούσαν να γίνουν γνωστοί στους δυνάμει ψηφοφόρους τους μόνο μέσω αυτού του φίλτρου. Τα Μέσα, δηλαδή οι ειδικοί, επέλεγαν ποιους πολιτικούς και πολιτικές θα προβάλουν. Εύλογα, τα κριτήρια κάθε Μέσου ήταν διαφορετικά: Σε γενικές γραμμές όμως νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσουμε ότι κάθε Μέσο πρόβαλε τους καλύτερους από το είδος πολιτικής που υπηρετούσε έτσι ή αλλιώς (κάθε Μέσο, σε όλη την υφήλιο, έχει συγκεκριμένο πολιτικό στίγμα). Δηλαδή, τα σοβαρά κεντροδεξιά Μέσα προωθούσαν κατά κανόνα σοβαρούς κεντροδεξιούς πολιτικούς, τα σοβαρά σοσιαλδημοκρατικά Μέσα το ίδιο, όπως άλλωστε το ίδιο έκαναν και τα λαϊκίστικα Μέσα, προβάλλοντας τους καλύτερους από τους δικούς τους εκπροσώπους, της Αριστεράς ή της Δεξιάς αντίστοιχα. Από καθέναν μας αναμενόταν μόνο να αγοράζουμε τις εφημερίδες ή να παρακολουθούμε τα κανάλια που μας ταίριαζαν.

Η ιντερνετική επίθεση εναντίον των μεσαζόντων

Το πρώτο που έκανε το ίντερνετ όταν πλέον έπρεπε να βγάλει χρήματα (όταν δηλαδή, κατά τη δεκαετία του 1990 έπαψε να είναι χόμπι μεταξύ ακαδημαϊκών) ήταν να επιτεθεί στους μεσάζοντες. Οι υπηρεσίες, τα προϊόντα και οι πληροφορίες πλέον έφταναν από την πηγή τους απευθείας σε εκείνους στους οποίους προορίζονταν. Βιβλία, ηλεκτρονικά είδη, ακόμα και ρούχα μπορέσαμε να προμηθευτούμε απευθείας από τους κατασκευαστές τους, οπουδήποτε στον κόσμο. Συγγραφείς μπόρεσαν να αυτο-εκδοθούν, μουσικοί να δημιουργήσουν τα δικά τους κανάλια. Αεροπορικά εισιτήρια και πακέτα ξενοδοχείων αγοράζαμε πλέον απευθείας από τις αεροπορικές και τους ξενοδόχους αντίστοιχα.

Ομολογουμένως, μεσάζοντες και πάλι υπήρχαν, όπως το Amazon ή το Booking. Όμως αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με τους τοπικούς μικρομεσαίους μεσάζοντες του «πραγματικού» κόσμου – ήταν παγκόσμιοι παίκτες με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη από κατασκευαστές και παρόχους μαζί.

Εξίσου, η γνώση των «ειδικών», που ήταν ακριβή, αντικαταστάθηκε από τη γνώση του πλήθους: Η Wikipedia αντικατέστησε την Britannica, οι influencers τους δημόσιους διανοούμενους, οι γνώμες του κοινού τους κριτικούς λογοτεχνίας, μουσικής, γεύσης, ακόμα και τους κριτικούς τέχνης.

Τελικά, το ίδιο συνέβη και στους πολιτικούς. Ο παραδοσιακός Τύπος εξαφανίστηκε (ποιος αγοράζει ακόμα εφημερίδα;) ή αντικαταστάθηκε (πόσοι ενημερώνονται από την τηλεόραση και πόσοι από το ίντερνετ;). Ταυτόχρονα, τα social media έδωσαν στους πολιτικούς την ευκαιρία να συνομιλήσουν απευθείας με τους ψηφοφόρους τους, και μάλιστα χωρίς κόστος! Πρωτοφανή, συνεπώς, πράγματα και για τους μεν και για τους δε. Μοντέλα πολιτικής επικοινωνίας διαμορφωμένα μέσα από τους αιώνες αντικαταστάθηκαν πλήρως μέσα σε λίγα μόνο χρόνια.

Έκανε τελικά καλό η εξαφάνιση των μεσαζόντων;

Αρχικά η χαρά όλων μας ήταν μεγάλη. Ξαφνικά μπορούσαμε να προμηθευτούμε οτιδήποτε από οποιονδήποτε – και μάλιστα, σε καλύτερη τιμή, αφού το κόστος των μεσαζόντων εξαφανίστηκε μέσα σε μια νύχτα. Φάνηκε τότε ότι το κέρδος μας θα ήταν διπλό: Όχι μόνο οικονομικό αλλά και προσωπικό, με την έννοια ότι δεν θα επέλεγαν πια άλλοι για εμάς. Καθένας θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του χωρίς το φίλτρο του ενδιάμεσου.

Η πραγματικότητα, βέβαια, αποδείχτηκε τελείως διαφορετική. Μπορεί κανείς να αγοράσει προϊόντα απευθείας, αλλά χωρίς καθοδήγηση κινδυνεύει να χαθεί στον κυκεώνα των άπειρων, παγκόσμιων επιλογών. Μπορεί κανείς να κλείσει αεροπορικά εισιτήρια μόνος του, αλλά αν χρειαστεί κάτι πιο δύσκολο από ένα απλό ταξίδι η ανθρώπινη παρέμβαση του ταξιδιωτικού πράκτορα έγινε απαραίτητη. Ομοίως, μπορεί κανείς να βρει τα πάντα στην Wikipedia, όμως συχνά οι πληροφορίες της χρειάζονται διασταύρωση. Η σοφία του πλήθους βοηθά κυρίως όταν τα πράγματα είναι απλά, όταν όμως γίνουν πιο σύνθετα τότε η γνώμη των ειδικών είναι απαραίτητη.

Και στην πολιτική; Βοήθησε η εξαφάνιση του Τύπου; Έκανε καλό η απευθείας επικοινωνία του πολιτικού με τους ψηφοφόρους του; Ή μήπως έβλαψε τη δημοκρατία, επειδή χάθηκε η το ενδιάμεσο φίλτρο, δηλαδή η γνώμη των ειδικών;

Απάντηση, ακόμα, δεν υπάρχει. Ομολογουμένως οι λαϊκιστές πολιτικοί τύπου Τραμπ (για να μην αναγκαστώ να αναφέρω τους Ευρωπαίους αντίστοιχους σε Αριστερά και Δεξιά) επωφελήθηκαν από την εξαφάνιση των μεσαζόντων. Χωρίς τα social media ένα σωρό λαϊκίστικα κόμματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποκτήσουν τη δύναμη που απολαμβάνουν σήμερα. Όμως, από την άλλη μεριά, ήταν το ίντερνετ που βοήθησε, για παράδειγμα, τον Μακρόν να δημιουργήσει το κόμμα του από το μηδέν. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ο λαϊκισμός, παρά την άνοδό του, δεν έχει επικρατήσει ούτε στην Ευρώπη ούτε και στην Αμερική. Δηλαδή, και οι σοβαρές πολιτικές δυνάμεις χρησιμοποιούν το ίντερνετ και τα social media – αυτή τη φορά προς όφελός τους, και προς όφελος της δημοκρατίας.

Αντί συμπερασμάτων: Η κανονικοποίηση του ίντερνετ

Το θέμα της πολιτικής και του ίντερνετ παραμένει ανοιχτό. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι στην Αμερική για πρώτη φορά απέκτησε σημασία μόλις κατά την πρώτη εκλογή Ομπάμα (το 2008), ενώ στην Ευρώπη πολύ αργότερα. Είναι επομένως πολύ νωρίς για να κρίνει κανείς. Αν κάτι όμως μπορεί να παρατηρηθεί ήδη από τους συγγενείς χώρους που παρατηρήθηκε πολύ νωρίτερα η εξαφάνιση των μεσαζόντων είναι η σταδιακή κανονικοποίηση.

Όπως έχω αναφέρει και αλλού, το ίντερνετ καθώς ωριμάζει μοιάζει στην πραγματική ζωή: Ταινίες δεν νοικιάζουμε πια από video clubs όμως πληρώνουμε μηνιαίες συνδρομές, μουσική το ίδιο. Η Britannica έγινε συνδρομητική online, το ίδιο και οι σημαντικότερες συλλογές βιβλίων (πχ. Loeb). Τους ειδικούς στην μουσική, στη λογοτεχνία ή όπου αλλού μπορεί πλέον να μην τους διαβάζουμε σε εφημερίδες, όμως επισκεπτόμαστε τα προσωπικά τους blog ή ιστοσελίδες. Με άλλα λόγια, οι μεσάζοντες επιστρέφουν, επειδή η ανάγκη τους ποτέ δεν έλειψε, όμως πλέον με άλλο τρόπο και μορφή. Θεωρώ ότι το ίδιο θα συμβεί και στην πολιτική: Ο Τύπος θα επιστρέψει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (για πόσο καιρό άραγε δεν θα ντρεπόμαστε να απαντάμε ότι «ενημερωνόμαστε από τα social media»;), όμως μετά από όλη αυτή τη διαδικασία ωρίμανσης ο ρόλος του θα είναι ακόμα πιο ουσιαστικός για τις δημοκρατίες μας.

Κυβερνοασφάλεια made in Greece; Και γιατί όχι;

Δημοσιεύθηκε στο tomanifesto.gr, 26.07.2022

Αυτές τις μέρες στελεχώνεται το Ευρωπαϊκο Κέντρο Δεξιοτήτων Κυβερνοασφάλειας (European Cybersecurity Competence Centre) με έδρα το Βουκουρέστι. (Η ελληνική μετάφραση άλλη μια φορά είναι εκτός πραγματικότητας, «Ευρωπαϊκό Κέντρο Αρμοδιότητας (!) Κυβερνοασφάλειας», και οφείλουμε να την αγνοήσουμε.) Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για έναν νέο ευρωπαϊκό οργανισμό που θα διαχειριστεί ερευνητικά κονδύλια με αντικείμενο την κυβερνοασφάλεια. Στόχος του είναι ακριβώς αυτός: η επαύξηση των ευρωπαϊκών δεξιοτήτων στον τομέα. Ιδρύθηκε πριν από λίγο καιρό, η Ρουμανία το πάλεψε και κατάφερε τελικά να έχει την έδρα του εκεί, και αυτήν την περίοδο έχει προκηρύξει θέσεις εργασίας και τα πρώτα του ερευνητικά έργα.

Την Ελλάδα το θέμα την ενδιαφέρει από δύο, τουλάχιστον, απόψεις. Πρώτη, και για όσους δεν το γνωρίζουν, επειδή ο βασικός ευρωπαϊκός οργανισμός για την κυβερνοασφάλεια, o ENISA, έχει την έδρα του στην Ελλάδα. Είναι ο μόνος ευρωπαϊκος οργανισμός που εδρεύει στη χώρα μας (πρώτα στην Κρήτη, και πρόσφατα στην Αθήνα). Οταν πρωτο-ιδρύθηκε, με το θέμα της κυβερνοασφάλειας ασχολούνταν ελάχιστοι. Τώρα πλέον μας απασχολεί όλους. Η δεύτερη άποψη αφορά το μέλλον: ακριβώς το παραπάνω γεγονός, αλλά και οι εθνικές μας ιδιαιτερότητες προσφέρουν μια ευκαιρία που καλό θα ήταν να μην πάει χαμένη.

Η σημασία, πλέον, του κυβερνοπολέμου δεν νομίζω ότι χρειάζεται ειδική εξήγηση. Διεξάγεται συνεχώς, σε συνθήκες αδιαφανείς, από όλους εναντίον όλων. Ο ρόλος του στον πόλεμο της Ουκρανίας είναι αδιαμφιβήτητος. Κάθε χώρα στον πλανήτη, εκτός από τον παραδοσιακό εξοπλισμό της, πλέον εξοπλίζει και τον κυβερνοχώρο της. Οι νέες υλοποιήσεις «έξυπνων» δικτύων ενέργειας, μεταφορών, υγείας ή διαχείρισης υδάτινων πόρων μόνο θα αυξήσουν τη σημασία των κυβερνο-όπλων και της κυβερνο-άμυνας.

Σε αυτήν την εξοπλιστική κούρσα η Ελλάδα προφανώς δεν προπορεύεται, δεν νομίζω ότι καν συμμετέχει. Αυτο-περιοριζόμαστε επομένως, όπως και στα υπόλοιπα οπλικά συστήματα, σε έναν ρόλο καταναλωτή-χρήστη. Είναι όμως ανάγκη να συμβαίνει αυτό;

Κατά τη γνώμη μου όχι. Η Ελλάδα διαθέτει το συγκριτικό πλεονέκτημα του ανθρώπινου δυναμικού υψηλής ειδίκευσης και λογικού κόστους. Εχει παραγωγικές σχολές και ακαδημαϊκό προσωπικό που ανταγωνίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο. Εχει το story της έδρας του ENISA. Επίσης, έχει επενδύσει, και συνεχίζει να επενδύει, πολλά λεφτά σε νέες τεχνολογίες.

Τι λείπει; Το πιο βασικό: η διασύνδεση με τον στρατό. Το Ισραήλ ξανά και ξανά έχει χρησιμοποιήσει το πλεονέκτημα της διασύνδεσης της ντόπιας βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας με τον στρατό του. Πριν από δέκα χρόνια, ώστε να ενισχύσει τη νεοφυή επιχειρηματικότητά του. Τώρα, για να ενισχύσει την πολεμική του βιομηχανία κυβερνοασφάλειας. Εμείς, άραγε, γιατί όχι; Η Ελλάδα έχασε, και μάλιστα από την Τουρκία, τη μάχη των drones, ενώ και εκεί θα μπορούσαμε να πρωτοστατούμε. Ας μη χάσουμε τώρα και το επόμενο τρένο – αν δεν καταφέρουμε να το οδηγήσουμε, τουλάχιστον ας βρεθούμε πάνω του, αντί πίσω του.

States as platforms under new EU (online platforms’) law

Published in European Law Blog, 4.07.2022

The recent political agreement on the Digital Services Act (the “DSA”) means that, once officially released, it will formally introduce into EU law the term “online platforms”: These (according to the Commission’s original proposal, at least) are meant to be “a provider of a hosting service which, at the request of a recipient of the service, stores and disseminates to the public information” (art. 2, point (h) of the DSA), whereby a hosting service, in turn, “consists of the storage of information provided by, and at the request of, a recipient of the service” (point f). Therefore, between the DSA and the Digital Markets Act (the “DMA”), that has also been recently finalised, a comprehensive framework for the regulation of online platforms is introduced in EU law, the first of its kind both in Europe and internationally.

What if, however, this framework was applied to states themselves? What if states fell within the definition of an online platform within this context?

1.   What is an online platform (in EU law)?

Platforms is a term that only recently entered forcefully not only the EU legislator’s but also general vocabulary: indicatively, Google trends indicate that interest was fairly low from 2004 until 2014 but has spiked since.

There is some repetition in the Commission’s definition: as seen, a “hosting service” is already defined in point (f), there is therefore no need to repeat “which, at the request of a recipient of the servicestores“. Accordingly, the “recipient of a service” is “any natural or legal person who uses the relevant intermediary service” (point (b). Consequently, leaving aside the part of the definition of an explanatory nature (“unless that activity is a minor and purely ancillary feature of another service and, for objective and technical reasons cannot be used without that other service, and the integration of the feature into the other service is not a means to circumvent the applicability of this Regulation”), the definition should read: online platforms store and disseminate to the public information at the request of their users. The digital, online environment is implied.

2.   The regulation of platforms

The EU’s first attempt to regulate online platforms came through the nick-named (since it does not constitute an “eponymous” EU act), “P2B Regulation” (Platforms-to-Business relations Regulation, Regulation (EU) 2019/1150 of the European Parliament and of the Council of 20 June 2019 on promoting fairness and transparency for business users of online intermediation services). In the Commission’s words, the P2B Regulation is the “first ever set of rules for creating a fair, transparent and predictable business environment for smaller businesses and traders on online platforms”.

The P2B Regulation does not refer expressly to online platforms in its text (preferring the, timid, step of only mentioning the “online platform economy”). Instead, it uses the term “online intermediation service” to denote information society services that allow business users to offer goods or services to consumers (art. 2, point (2)).

In spite of the potential mix-up between the P2B and the DSA approaches (the DSA using the term “intermediary service” in an entirely different manner, to refer to “mere conduit”, “caching” and “hosting” services, art. 2 point (f)), the fact remains that, to the Commission’s eyes at least, online platforms are indeed regulated by the P2B Regulation, at least as regards their relationships with their business users. In effect, the DSA is expected to govern the other side of the spectrum, namely the relationships between online platforms and their users or consumers (although, admittedly, it also covers business users too).

3.   Platform-specific rights

The EU legislator regulates online platforms in order to impose certain obligations upon them (much less to help them develop further or warrant their continued existence). From a B2B point of view, in the P2B Regulation the purposes of “fairness, transparency and predictability” are served through, indicatively, the requirement that online platforms communicate their rules and regulations in a plain and understandable manner, that if these rules change an appropriate notice period is observed, that any adverse actions taken by the platform (e.g. restriction, suspension or termination of an account) are justified and contestable, or that differentiated treatment is generally to be avoided.

A much more detailed and comprehensive protective framework is constructed by the combined forces of the DSA and the DMA, particularly for the largest online platforms, that are, aptly named, gatekeepers. This is to be expected, because in this case it is users (individuals) that are the beneficiaries of such beneficial treatment. In short, among others, the treatment of information found on online platforms needs to be carefully planned (in the sense that online platforms need to install takedown mechanisms, accompanied also by appropriate procedures so that affected parties can object to such takedown actions see Chapter III, Sections 1-3 of the DSA), and also risks need to be minimized (through risk assessments, or even crisis protocols, developed by online platforms or through the installation of compliance officers within their internal organisations, see Chapter III, Section 4 of the DSA).

From its part, the DMA discourages “practices that limit contestability or are unfair” (in its Chapter III). The list of what exactly such practices comprise is exhaustive, however a few among them stand out: for example, exclusivity (in the sense of locking-in users to specific platforms) or preferential treatment (as in ranking or access to “query, click and view data”) are discouraged, while interoperability (allowing other providers to access and work with the gatekeepers’ proprietary systems) is encouraged; also, users/individuals need to at all times be able to port their data to the platform of a competitor.

4.    States as platforms

Could states be perceived as platforms? First of all, one could easily take away the digital part of online platforms: Although critical for the DSA/DMA purposes, the definition given in the DSA to online platforms may well apply in the real world too: platforms store and disseminate to the public information at the request of their users. The user could be a citizen (or an individual, depending) and the public could be the whole wide world, both digital and natural.

A state viewed as a platform would then be the intermediary in an information flow from its citizens (users, individuals) to everybody else. Its role would be twofold: First, it would store information and, second, it would make them available to anyone interested. As such, its intermediation is critical, if not necessary: individuals have no means to store their information in some repository, at least in a secure and possibly permanent manner. Similarly, dissemination cannot be done by themselves, at least not effectively.

Both roles are critical to our lives. Information on our births, various personal or family statuses or deaths need to be somewhere stored for societies to function in the first place. Once safely stored, this information, enhanced with information on our employment, residence, taxes etc. needs to be transmittable, again for societies to function in any meaningful manner.

Accordingly, both roles are nuanced. Depending on the type of societies each one of us is (lucky or unlucky) to be living in, control of storage and dissemination of this information lies to a larger or lesser extent with the state concerned. In other words, what information is stored on the platform and how and when it can be re-used depends on the (democratic or not) society one lives in. The state-run platform may apply larger or smaller restrictions.

While this blog post cannot constitute a political philosophy analysis on the various roles of the state over human history, it does invite a new perspective, enhanced by the digital. Online circumstances, and the primacy of the role of information (within the “data is the new oil” context) means that the role of the state perhaps needs to be reviewed (also) under this lens.

Is there any difference between (contemporary) online platforms, as perceived and regulated by the DSA and the DMA, and states? Yes, at least one that is of paramount importance, that of validation of the information concerned. States practically operate as platforms already: they already store, for example, our birth certificates and disseminate them to third parties at our own request. Essentially the only difference between that and what Facebook or Instagram do, that let us share, for example, our photos with our friends, is validation: States validate the information that they store prior to its disemination while online platforms today (mostly) passively store and diseminate it. For example, my birth certificate is validated by the Greek state to whomever I wish it transmitted, whereas I may tag my photo on Facebook but Facebook has no other option than to accept my word that it is actually me appearing on it. (It is a different story, and discussion, whether the states basically own this information, because it is within their existence that it was created in the first place).

5.   OK, so what if states are viewed as platforms?

What practical consequences can be drawn if states are viewed as platforms? While this is a preliminary analysis, a number of issues immediately come to mind. In essence, the whole discussion on platforms and platformisation needs to be transferred from the market to the polis (political philosophy).

Evidently, the Commission’s initiatives are predicated upon market locic. Speficically, the online platform economy and the dominance of online gatekeepers have imposed a protective regulatory approach whereby the market needs to remain contestable. Equating the state to a market would carry grave consequences to this understanding. The state does not need to be contestable, neither should its monopoly in relation to the provision of services to its residents be overthrown – at least, to this author’s preferences. This is why the aforementioned regulatory initiatives by the Commission may serve as hints or insights as to a possible new role of the state, but cannot possibly constitute the end result of such thinking themselves. They open up new perspectives but do not provide final solutions. In other words, automatic substitution of online platforms in the texts of the DMA and the DSA by the state would be unthinkable.

Regardless of this new perspective, the role of a state as a, basically, service provider is not questioned. States, in one way or another (especially under the social contract theory), are basically a service provider to their citizens. A democratic state, for example, provides first and foremost safety and security, and then warrants all other basic individual rights. A developed state adds to the mix public infrastructures (roads, ports, airports), health and education. The list can get long (or short, depending on politics), however the fact remains that states basically provide services to their citizens.

Storage and dissemination of information is also a service. As said, it is a basic one performed inherently in any state (see, for example, the “informational state” of Bourdieu, p.213), therefore if there ever was a classification among services and types of states this would probably fall in the root category. However, what changes now, after some 3500 years of recorded human history other than, perhaps, the perspective, is the online environment.

Consequently, if states were viewed as platforms a basic proposition would be to apply whatever the EU legislator requires of online platforms to states as well. To a large extent this is already done: Accountability runs deep, at least in democratic states, through separation of powers and rule of law. There are, however, other rights that may be more disputed: The right to portability (meaning that anybody can change a platform/state at will) and thus abolition of exclusivity or the right to interoperability (meaning that states should enable other states to parallel administrative procedures) are perhaps harder for states to swallow. They therefore merit further analysis.

In addition, new developments may bring the role of states as platforms to the fore. Until today states merely digitise the off-line lives of their citizens, through e-government or similar applications. In essence, they strive to abolish the need for physical presence to perform administrative tasks, and thus increase productivity. At some point, however, this task will have been completed. If by then, assisted by technology and digital lifestyle, states start operating a digital space where their citizens could live in, their roles as platforms will forcefully come to the fore.

6.   Some concluding thoughts

States as platforms is a development determined by the internet. While their role as intermediaries in information sharing has accompanied them since the development of writing (which, after all, it was developed for similar purposes in the first place), it is the internet that may transform the states’ role in this regard. Particularly their relationship with their subjects/users/citizens may be affected. To begin with, one can start wondering which of the rights afforded to him/her by the EU legislator as imposed on Facebook or Instagram, he/she would also like to see imposed on their own state(s). The increased pace of digital transformation of our lives will unavoidably broaden this discussion even further.

Το Κράτος ως Πλατφόρμα;;

Εδώ και χρόνια κρατάω σημειώσεις γι αυτή την ιδέα, και να που τώρα τα σχέδια για την Digital Services Act (DSA) και την Digital Markets Act (DMA) της Κομισιόν, καθώς και το, φιλόξενο, European Law Blog που με εμπιστεύτηκε, μου έδωσαν την ευκαιρία να την λανσάρω. Προφανώς θα συνεχίσω πολύ πιο αναλυτικά, όμως ορίστε παρακάτω ορισμένα κομμάτια του κειμένου από τα αγγλικά (μεταφρασμένο αυτόματα – αλλά η μετάφραση δεν είναι καθόλου κακή!):

“Η πρόσφατη πολιτική συμφωνία σχετικά με την Digital Services Act σημαίνει ότι, μόλις εκδοθεί επίσημα, θα εισαγάγει επίσημα στο δίκαιο της ΕΕ τον όρο “διαδικτυακές πλατφόρμες”: […] Τι θα γινόταν, ωστόσο, αν αυτό το πλαίσιο εφαρμοζόταν στα ίδια τα Kράτη; Τι θα γινόταν αν τα Kράτη ενέπιπταν στον ορισμό της online πλατφόρμας στο πλαίσιο αυτό;

[…]

Θα μπορούσαν τα κράτη να γίνουν αντιληπτά ως πλατφόρμες; Πρώτα απ’ όλα, θα μπορούσε κανείς εύκολα να αφαιρέσει το ψηφιακό μέρος των online πλατφορμών: Αν και κρίσιμος για τους σκοπούς της DSA/DMA, ο ορισμός που δίνεται στην DSA για τις διαδικτυακές πλατφόρμες μπορεί κάλλιστα να ισχύει και στον πραγματικό κόσμο: οι πλατφόρμες αποθηκεύουν και διαδίδουν στο κοινό πληροφορίες κατόπιν αιτήματος των χρηστών τους. Ο χρήστης μπορεί να είναι πολίτης (ή άτομο, ανάλογα) και το κοινό μπορεί να είναι όλος ο κόσμος, τόσο ο ψηφιακός όσο και ο φυσικός.

Ένα κράτος που θεωρείται ως πλατφόρμα θα ήταν τότε ο μεσάζων σε μια ροή πληροφοριών από τους πολίτες του (χρήστες, άτομα) προς όλους τους άλλους. Ο ρόλος του θα ήταν διττός: Πρώτον, θα αποθήκευε πληροφορίες και, δεύτερον, θα τις καθιστούσε διαθέσιμες σε κάθε ενδιαφερόμενο. Ως εκ τούτου, η διαμεσολάβησή της είναι κρίσιμη, αν όχι αναγκαία: τα άτομα δεν έχουν τα μέσα να αποθηκεύσουν τις πληροφορίες τους σε κάποιο αποθετήριο, τουλάχιστον με ασφαλή και ενδεχομένως μόνιμο τρόπο. Ομοίως, η διάδοση δεν μπορεί να γίνει από μόνη της, τουλάχιστον όχι αποτελεσματικά.

[…]

Ποιες πρακτικές συνέπειες μπορούν να εξαχθούν αν τα κράτη θεωρηθούν ως πλατφόρμες; Αν και πρόκειται για μια προκαταρκτική ανάλυση, ορισμένα ζητήματα έρχονται αμέσως στο μυαλό μας. Στην ουσία, η όλη συζήτηση για τις πλατφόρμες και την πλατφορμοποίηση (platformisation) πρέπει να μεταφερθεί από την αγορά στην πόλιν (from the market to the polis).”