Τα ταξί, και η “κανονικοποίηση” των ψηφιακών τεχνολογιών

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr

Mε αφορμή το Waymo, που πλέον άνοιξε πανιά και για τις εθνικές οδούς της Αμερικής (δείτε παρακάτω), λέω να μιλήσουμε για το φαινόμενο της “κανονικοποίησης” των ψηφιακών τεχνολογιών (υποκεφάλαιο σε αυτό το βιβλίο). Με αυτόν τον όρο έχω προσπαθήσει να περιγράψω τον πλήρη κύκλο που τελικά σημειώνεται στους τομείς εκείνους της ζωή μας που, φαινομενικά, «διέρρηξαν» (disruption) οι ψηφιακές τεχνολογίες. Απτό παράδειγμα τα video club και η ενοικίαση ταινιών: αυτό που κάναμε «με τα πόδια» στον πραγματικό κόσμο τη δεκαετία του 1980 ανατράπηκε πλήρως τις επόμενες δεκαετίες (ψηφιακή “πειρατεία”, online πλατφόρμες περιεχομένου), για να φτάσουμε σήμερα να δίνουμε ακριβώς τα ίδια χρήματα κάθε βδομάδα για ταινίες, όμως πλέον στην πλατφόρμα και όχι στο μαγαζί της γειτονιάς μας (παλιότερο κείμενό μου και εδώ). Το ίδιο άλλωστε συνέβη και στη μουσική: ο μηνιαίος προϋπολογισμός «για δίσκους» καταβάλλεται πλέον στην online πλατφόρμα και όχι στο δισκάδικο.

Όμως λέω να μιλήσουμε για κάτι πιο απλό και καθημερινό, για τα ταξί.

Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, μέχρι δηλαδή και το τέλος της δεκαετίας του 1990 ή και στις αρχές του 2000, οι οδηγοί ταξί όφειλαν να είναι οι ζωντανοί χάρτες της πόλης τους. Έπρεπε να γνωρίζουν όχι μόνο τις κεντρικές αρτηρίες αλλά και τους βασικούς δρόμους κάθε συνοικίας (με αποκορύφωμα τους “μυθικούς” οδηγούς ταξί του Λονδίνου που έπρεπε να γνωρίζουν κάθε έναν δρόμο του). Πως αλλιώς να τα καταφέρουν στο επάγγελμά τους; Χάρτες (εκτυπωμένοι!) υπήρχαν φυσικά, όμως ήταν δύσχρηστοι και ασφαλώς δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούνται συνεχώς, σε κάθε μια διαδρομή. Επομένως, ένας ταξιτζής πριν καμιά εικοσαριά χρόνια ήταν συνήθως γέννημα-θρέμμα της πόλης του (επομένως είχε τη γνώση του ντόπιου) ή πάντως κάτοικός της για πολλά χρόνια, ώστε να προλάβει να εξοικειωθεί.

Τίποτα από αυτά δεν ισχύει σήμερα. Εξοπλισμένος με online χάρτες και εφαρμογές πλοήγησης καθένας μπορεί να κάνει τη δουλειά του ταξιτζή οπουδήποτε στον πλανήτη. Με τις εφαρμογές τύπου uber ή bolt, ούτε καν την τοπική γλώσσα δεν χρειάζεται να μιλάει ή να κάνει συναλλαγές στο τοπικό νόμισμα. Το μόνο που χρειάζεται κανείς σήμερα για να ασκήσει το επάγγελμα του οδηγού ταξί είναι ένα δίπλωμα οδήγησης. Οι ψηφιακές τεχνολογίες πήραν ένα επάγγελμα του παρελθόντος ρυθμισμένο και (νομίζαμε) γνωστό μας μέσα από τους αιώνες (ο ταξιτζής άλλωστε σήμερα δεν είναι ο αμαξάς του παρελθόντος😉 και ανέτρεψαν τα πάντα γύρω από αυτό.

Γνώμη μου είναι ότι αυτή η εξέλιξη προσφέρει ξεκάθαρα πλεονεκτήματα, τουλάχιστον για τον επιβάτη. Όμως δεν είναι αυτό το αντικείμενο αυτού εδώ του κειμένου. Στόχος του είναι να δείξει τον πλήρη κύκλο. Που είναι λοιπόν κάτι τέτοιο, η επιστροφή στο παρελθόν;

Η επιστροφή στο παρελθόν δεν έχει έρθει ακόμα, ίσα ίσα είμαστε ακόμα στη φάση της περαιτέρω «διάρρηξης» του παραδοσιακού επαγγέλματος του ταξιτζή. Ενώ στην Ευρώπη ζούμε τα παραπάνω, στην Αμερική (και στην Κίνα) υπάρχουν ήδη ταξί χωρίς οδηγό, τύπου Waymo, τα οποία μάλιστα πρόσφατα βγήκαν από τα όρια των 5-6 πόλεων που μπορούσε να τα συναντήσει κανείς και μπήκαν στις εθνικές οδούς (ό,τι και αν σημαίνει αυτό, πλέον, και για τους οδηγούς φορτηγών…).

Επομένως, το επάγγελμα του ταξιτζή, μετά από τόσους αιώνες, οδεύει προς εξαφάνιση;

Δεν το πιστεύω – και εδώ ακριβώς έρχεται ο πλήρης κύκλος. Πριν λίγο καιρό στις Βρυξέλλες πήρα ταξί από το αεροδρόμιο για το κέντρο της πόλης και η κίνηση ήταν, ως συνήθως, τραγική. Η εφαρμογή online πλοήγησης έδινε πρόβλεψη πάνω από μια ώρα. Όμως, όταν μπήκαμε στην πόλη ο οδηγός αγνόησε την εφαρμογή και έστριψε σε ένα δρομάκι «άφαντο» (πλακόστρωτο, και ίσως όχι εντελώς νόμιμα, για να είμαι ειλικρινής) το οποίο μετά από ελάχιστα μέτρα οδήγησε σε νέο δρόμο που μείωσε τη συνολική διαδρομή τουλάχιστον κατά είκοσι λεπτά. Εντυπωσιάστηκα, και τον ρώτησα σχετικά: μου απάντησε ότι γεννήθηκε στις Βρυξέλλες, ξέρει την πόλη απέξω κι ανακατωτά, και ότι το GPS το χρησιμοποιεί μόνο συμπληρωματικά ή όποτε το ζητήσουν οι πελάτες.

Εννοείται ότι φεύγοντας κράτησα την κάρτα του.

Αυτή η εμπειρία μου δεν είναι μοναδική, νομίζω. Καθένας μας που συστηματικά χρησιμοποιεί ταξί πιστεύω ότι θα έχει κάτι παρόμοιο να πει. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που υπάρχουν και σχετικές μελέτες (για το Λονδίνο, όπου προφανώς το επάγγελμα του οδηγού ταξί εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού).

Ιδού, επομένως, ο πλήρης κύκλος, που διαμορφώνεται σιγά-σιγά. Οι ψηφιακές τεχνολογίες μέσα σε είκοσι χρόνια άλλαξαν για πάντα ό,τι γνώριζε η ανθρωπότητα για τα ταξί μέσα από τους αιώνες. Τίποτα δεν έμεινε ίδιο. Στο μέλλον πιθανότατα ο ίδιος ο, συνηθισμένος, ταξιτζής να εξαφανιστεί, να έχει αντικατασταθεί από αυτο-οδηγούμενα αυτοκίνητα. Ταυτόχρονα όμως η αξία του έμπειρου ταξιτζή, που θα γνωρίζει πότε να χρησιμοποιήσει την ψηφιακή τεχνολογία και πότε να την αγνοήσει, θα αυξηθεί – και όλοι όσοι χρειάζονται αυτήν ακριβώς την υπηρεσία θα τους προτιμούν (και, πιθανότατα, θα είναι έτοιμοι να πληρώσουν κάτι παραπάνω γι αυτήν).

Οδηγός ταξί «μεταλλαγμένος», επομένως, για το μέλλον – καθώς και μια έντονη υπόμνηση ότι στην ανθρωπότητα γενικά δεν αρέσουν οι ριζικές αλλαγές, δεν είναι αυτός ο τρόπος που λειτουργεί: η “κανονικοποίηση” για κάθε τι καινούργιο εξακολουθεί να είναι ο, ανθρώπινος, κανόνας αντιμετώπισής του.

Personalised AI ή απλά λιγότερη Τεχνητή Νοημοσύνη;

Δημοσιεύθηκε στο AI Report, Απογευματινή της Κυριακής, 26 Οκτωβρίου 2025

Αν κανείς ήθελε να συνοψίσει τις εξελίξεις του Καλοκαιριού στην Τεχνητή Νοημοσύνη ίσως να διέκρινε δύο τάσεις: Αφενός τα μεγάλα LLM μοντέλα έκαναν διαθέσιμους agents για συγκεκριμένες εργασίες και περισσότερο «προσωποποιημένη» επικοινωνία. Αφετέρου, τα πακέτα λογισμικού που ήδη χρησιμοποιούμε, και που επιθυμούν να συνεχίσουμε να τα χρησιμοποιούμε, όλα ανέπτυξαν εσωτερικές λειτουργίες Τεχνητής Νοημοσύνης για να διευκολύνουν τη χρήση τους.

Το ανταγωνιστικό παιχνίδι είναι εύκολο να το καταλάβει κανείς (και άλλωστε έχει αναλυθεί επαρκώς στον διεθνή οικονομικό Τύπο): Τα μεγάλα LLM είναι πολύ «βαριά» και ίσως όχι τόσο κατάλληλα για συγκεκριμένες, επικεντρωμένες εργασίες, επομένως απαιτείται κάτι μικρότερο, οικονομικότερο και, ενδεχομένως, αποτελεσματικότερο. Από την άλλη μεριά, οι κατασκευαστές λογισμικού, όσο εξειδικευμένο και αν είναι αυτό, βλέπουν τα προϊόντα τους να κινδυνεύουν από τη χρήση των μεγάλων LLM εργαλείων, τα οποία, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να τα αντικαταστήσουν στο workflow συγκεκριμένων χρηστών. Με τις στρατηγικές της αποφάσεις κάθε μια κατηγορία μετακινήθηκε προς την άλλη, εντείνοντας τον ανταγωνισμό που έτσι ή αλλιώς θα ήταν αναπόφευκτος.

Όπως είπαμε, τα παραπάνω έχουν ήδη αναλυθεί – και με καλύτερο, πιθανότατα, τρόπο. Αυτό που ίσως δεν έχει τραβήξει τόσο την προσοχή είναι η πλευρά του ίδιου του χρήστη – όχι του εταιρικού χρήστη αλλά του μεμονωμένου, δηλαδή του πολίτη. Τι σημαίνουν όλες αυτές οι αλλαγές γι αυτόν;

Όπως έχω ήδη αναφέρει, ο χρήστης (αν πρόκειται ποτέ να έχει ρόλο στην Τεχνητή Νοημοσύνη) πρέπει να αποκτήσει δικαιώματα – κυρίως, στην εξατομικευμένη Τεχνητή Νοημοσύνη (αυτό ήταν άλλωστε το αντικείμενο του προηγούμενου σημειώματος σε αυτό εδώ το περιοδικό). Με άλλα λόγια, δεν ενδιαφέρει τον εξατομικευμένο χρήστη να «μιλά» στην «γενικευμένη» Siri ή στο ChatGPT όλου του πλανήτη. Απαιτείται να έχουμε, να διαμορφώσουμε, καθένας από εμάς το δικό μας μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να έχουμε δικαιώματα και υποχρεώσεις (και, ενδεχομένως, επιτέλους να την κάνουμε να δουλέψει αποτελεσματικότερα για λογαριασμό μας).

Σε αυτό το πλαίσιο, οι AI agents και τα εξατομικευμένα μοντέλα των LLMs (είτε λέγονται projects είτε οτιδήποτε άλλο) αποτελούν βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Στο ίδιο άλλωστε πλαίσιο βελτιώθηκαν και οι λειτουργίες προστασίας των προσωπικών μας δεδομένων: πλέον υπάρχει η επιλογή τα LLM μοντέλα να μην «θυμούνται» τους διαλόγους μας. Όλα αυτά κινούνται στην, σωστή, κατεύθυνση της εξατομίκευσης, του individualized AI. Φυσικά, για την ώρα ο ομφάλιος λώρος με το κεντρικό σύστημα δεν κόβεται: η επεξεργασία εξακολουθεί να γίνεται εξ αποστάσεως, στους servers του κατασκευαστή (και επιπλέον, όποιοι από εμάς επιλέξουμε η AI εφαρμογή μας να μην «θυμάται» τους διαλόγους μας θυσιάζουμε σημαντική λειτουργικότητα στον βωμό της προστασίας των δικαιωμάτων μας).

Από την άλλη μεριά, η ενσωμάτωση Τεχνητής Νοημοσύνης στο λογισμικό που ήδη χρησιμοποιούμε ελάχιστα επηρεάζει τη γενική εικόνα: για όσο καιρό συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε software-as-a-service εφαρμογές θα παραμένουμε εξαρτημένοι από τους κατασκευαστές λογισμικού και τους, απομακρυσμένους, servers τους.

Άλλαξε κάτι, επομένως; Ναι, αν κανείς λάβει υπόψη του την κάπως περισσότερο εξατομικευμένη Τεχνητή Νοημοσύνη που πλέον είναι διαθέσιμη. Όχι, αν κανείς δει τη μεγαλύτερη εικόνα, αυτή της απομακρυσμένης επεξεργασίας των δεδομένων μας, στους servers των κατασκευαστών. Όπως έχω ξαναπεί, αυτή είναι μια, επιχειρηματική, απόφαση που ούτε αυτονόητη ούτε επωφελής (για εμάς και την Ευρώπη εν γένει) είναι. Μέχρι κάτι να αλλάξει ουσιαστικά, μέχρι να επιστρέψει η επεξεργασία στους υπολογιστές μας και εντός των συνόρων της Ευρώπης, θα παραμένουμε εξαρτημένοι (τεχνολογικά, οικονομικά και, τελικά, κοινωνικά) από τρίτους – με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Δασμοί («ταρίφες») στον ψηφιακό κόσμο;

Δημοσιεύθηκε στο  2045.gr, 7.04.2025

Μπορεί η Ευρώπη να επιβάλλει δασμούς στις ψηφιακές υπηρεσίες; Ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους μοιάζει να διστάζει;

Αν είναι κάτι που, στα μάτια μου τουλάχιστον, έχει άμεσο ενδιαφέρον για καθέναν μας σε σχέση με τους δασμούς («ταρίφες») που ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ, και που φαίνεται να οδηγούν σε εμπορικό πόλεμο με την Ευρώπη, είναι ότι κανείς, μα κανείς, δεν μιλά για τον ψηφιακό κόσμο. Γιατί, άραγε;

Από τη μεριά των ΗΠΑ, ίσως, οι λόγοι είναι πιο φανεροί: Οι δασμοί αφορούν μόνο προϊόντα (αφού εκεί εντοπίστηκε το έλλειμμα), ενώ ο ψηφιακός κόσμος αφορά υπηρεσίες. Στις υπηρεσίες, από ό,τι φαίνεται, οι ΗΠΑ, τουλάχιστον σε σχέση με την Ευρώπη, έχουν ένα «μικρό» πλεόνασμα της τάξης των 300δις (σε σχέση με το 1τρις έλλειμμα στα προϊόντα).

Σωστά; Λάθος. Όπως είναι γνωστό οι υπηρεσίες στο ίντερνετ φορολογικά «εξαφανίζονται», μέσω τιμολογήσεων από Ιρλανδία για όλη την Ευρώπη και άλλων πρακτικών «φορολογικής βελτιστοποίησης». Με άλλα λόγια, ολόκληρη η Ευρώπη, καθένας από εμάς, πληρώνει απευθείας, κάθε μήνα, τις Microsoft, Amazon, Google, Facebook και λοιπές, όμως το εισόδημα σχεδόν εξαφανίζεται τόσο για τις χώρες κατανάλωσης (δηλαδή για όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες) όσο και για τη χώρα παραγωγής (τις ΗΠΑ). Όμως, με την σημαντικότατη διαφορά ότι όλες αυτές οι «ψηφιακές» εταιρείες έχουν έδρα στις ΗΠΑ – επομένως, αργά ή γρήγορα εισόδημα θα εμφανιστεί εκεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (πχ. μέσω εξαγορών, επενδύσεων σε startups, ή ακόμα και μέσω επιβλητικών κτηρίων γραφείων), κάτι που ποτέ δεν θα συμβεί στην Ευρώπη.

Επομένως, τα 300 δις πλεόνασμα των ΗΠΑ στις υπηρεσίες θα έλεγα (χωρίς να έχω δει από που πήρε ο Economist, απ’ όπου τα αντέγραψα, τα νούμερά του) ότι είναι πλασματικά, ότι δηλαδή ανταποκρίνονται μόνο σε ό,τι «φαίνεται», σε ό,τι τιμολογείται απευθείας από τις ΗΠΑ, κάτι που όμως στον ψηφιακό κόσμο είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.

Είναι μόνο αυτό; Όχι φυσικά – αυτό είναι το μικρότερης σημασίας. Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι η τεχνολογική εξάρτηση από τις ψηφιακές τεχνολογίες των ΗΠΑ. Αυτό το σημείο δεν νομίζω ότι χρειάζεται να διευκρινιστεί περισσότερο εδώ: στην ουσία καθετί που χρησιμοποιεί καθένας από εμάς στην Ευρώπη οποιαδήποτε στιγμή εργάζεται ή βρίσκεται στον ψηφιακό κόσμο παράγεται, και ελέγχεται απευθείας, από εταιρείες που έχουν έδρα στις ΗΠΑ.

Αν οι ΗΠΑ έχουν τους δικούς τους λόγους να μην ασχολούνται με δασμούς (ταρίφες) στον ψηφιακό κόσμο, τι λόγους έχει άραγε η Ευρώπη να μην αντεπιτεθεί ακριβώς εκεί; Γιατί άραγε συζητάμε περισσότερο για το αλκοόλ (γαλλικά και ιταλικά κρασιά απέναντι από το bourbon) και καθόλου για το ίντερνετ;

Υποθέτω ότι η Ευρώπη δεν ασχολείται με τον ψηφιακό κόσμο επειδή δεν είναι καθόλου έτοιμη να το κάνει. Ακόμα και αν μπορούσε να επιβάλει δασμούς στην Microsoft, στην Google, στην Amazon ή στα κοινωνικά δίκτυα, τα μέτρα αυτά αυτομάτως θα έκαναν αντιλαϊκές τις Βρυξέλλες σε καθέναν από εμάς, αφού καθένας θα έβλεπε ξαφνικά το μηνιαίο κόστος του MS Office του, των online διαφημίσεών του, ή της online πλατφόρμας όπου βλέπει ταινίες ή ακούει μουσική (για να χρησιμοποιήσω μόνο λίγα από τα, δεκάδες, καθημερινά παραδείγματα για καθέναν μας) να εκτοξευόταν. Ποιος Ευρωπαίος πολιτικός θα άντεχε κάτι τέτοιο;

Η κατάσταση, επομένως, που επικρατεί σήμερα στον ψηφιακό κόσμο θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια «ισορροπία τρόμου», όπου οι ΗΠΑ δεν θέλουν να χάσουν το στρατηγικό τους πλεονέκτημα και η Ευρώπη κινδυνεύει να πυροβολήσει τα πόδια της, αν τυχόν και αποφασίσει να αντεπιτεθεί. Επομένως, και οι δύο προτιμούν να ασχολούνται με το αλκοόλ, ή έστω με τα αυτοκίνητα, παρά με το ίντερνετ.

Πως θα εξελιχτεί η κατάσταση; Αυτό κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει – όπως κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πριν 10-20 χρόνια ότι θα φτάναμε εδώ σήμερα. Αν έπρεπε να μαντέψω, θα έλεγα ότι ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο όπου τα κράτη (ή, σωστότερα, η Ευρώπη, αφού καθένα από τα κράτη-μέλη της χωριστά είναι ανίσχυρο μπροστά στο παγκόσμιο φαινόμενο που λέγεται ψηφιακός κόσμος) δεν έχουν αντεπιτεθεί, περιχαρακώνοντας, τον ψηφιακό κόσμο «τους». Με άλλα λόγια, επειδή το φαινόμενο είναι πρόσφατο, η Ευρώπη έχει επιτρέψει, άθελά της, σε μια τρίτη χώρα (στις ΗΠΑ – όμως και η Κίνα, πχ. μέσω TikTok δεν είναι μακριά) να απευθύνεται και να συναλλάσσεται απευθείας με πολίτες της, παρακάμπτοντας τις εθνικές κυβερνήσεις. Αυτό το, ανήκουστο ιστορικά, φαινόμενο δεν πιστεύω ότι θα διαρκέσει – με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τα κράτη θα επαναφέρουν την κυριαρχία στα εδάφη τους στα προ ίντερνετ επίπεδα. Ο εμπορικός πόλεμος που πάει να ξεσπάσει ίσως είναι η αρχή για καθέναν μας, περιλαμβανομένων των κυβερνήσεών μας, να αρχίσει να σκέφτεται περισσότερο «ευρωπαϊκά» στους ψηφιακούς τομείς που τον αφορούν. Προφανώς όμως, μέχρι κάτι τέτοιο να συμβεί, πίνοντας εμείς υπερτιμημένο bourbon και οι Αμερικανοί υπερτιμημένο κρασί, και οδηγώντας όλοι μας υπερτιμημένα αυτοκίνητα, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο.

The Brussels Effect: Hampered by our own hand?

Published on LinkedIn,15.03.2025

A phenomenon (either in the social or in the natural sciences), once identified and brought to public attention, can take either one of two directions: it can stay as it is, admired or deplored depending on the viewer, but basically unaffected; or, something can be done about it, it can either be nudged and furthered, if deemed worth the effort, or it can be suppressed.

Little needs to be said by now as regards the so-called “Brussels Effect”, the magnetic, imitative influence exercised by new regulation released in the EU in other parts of the planet. Ever since it was first identified it has been hailed by regulators and legal scholars and deplored by economists and entrepreneurs within the context of a (fundamental, basic) confrontation that does not seem likely to subside any time soon.

1. My starting point(s)

Because this is a legal post written by a legal scholar, the Brussels Effect will be considered worth the effort to be nudged, so as for it to be furthered (on a few less subjective reasons, why I assess the phenomenon positively, see paragraph 6 below). In other words, I think that we, in the EU, need to do more in order to untap its potential (whatever that may be).

My second starting point, however, is that the EU is, for the moment, doing nothing at all specifically to further the Brussels Effect. Although theAI Act may soon join the GDPR in exercising global influence, thus solidifying the Brussels Effect, this may happen incidentally,  unintented by the EU, as part of its normal course of business. No specific measures, in Brussels or elsewhere in Europe, are taken specifically in order to help the Brussels Effect grow.

If this is, then, the case, what could be done about it? The action list that follows refers to each stakeholder in the regulatory sector: law schools, law publishers and editors, the courts, and, last but not least, governments; their order of appearance lists the less controversial proposals first.

2. Law publishers and editors to address the new publications’ bottleneck effect

This may be an empirical finding, but I imagine that most colleagues (after all, as said, this is a legal post written by a legal scholar) would agree that the publishing process in English-speaking legal journals focusing on EU law and digital technologies is both too slow and too difficult (or, if you prefer, highly selective). Too many scholars from all over the world compete for too few publishing spots in a handful of journals – in a process that takes months to complete.

In other words, what was twenty or thirty years ago a niche topic served well by a couple of reputable legal journals held alive by the efforts or one or two self-sacrificing colleagues is no longer a sustainable model to accommodate the (new papers’) tsunami result of the Brussels Effect.

While I am not someone who would exchange quality for quantity (even if this is a totally justifiable approach, too!) the bottleneck effect experienced today in journals focusing on EU law and digital technologies urgently needs to be addressed. If EU law publishers and editors wish to support the Brussels Effect by allowing to legal scholars from all over the world to present their best work on their pages, then the total number of these pages needs to increase exponentially. We urgently need more legal journals, on EU law, in English, maintained by well-organised groups of academics, taking advantage of the latest platform-submission technologies (therefore, yes, parallel submissions should not be a forbidden word in Europe any longer!).

3. Authors and editors to address the legal referencing issue

This is an older proposal, and little needs to said in that regard: it is a totally unacceptable condition for EU law to be referenced though US (Harvard, Chicago, etc.) referencing systems. The legal community needs to, urgently, react releasing a new EU-specific system and enforcing it on all EU publications.

4. Courts (and national governments) to address the legal fragmentation issue

The law is a notoriously (most likely, the only) fragmented science: whatever is practiced, taught and learned in one country most likely does not apply in any other. EU law is an exercise of legal imperialism, from this point of view: Napoleon’s grenadiers replaced by lawyers with laptops.

Whatever the case may be, since we are found in the middle of a legal experiment anyway, we should at least make the best out of it. National courts produce an immense wealth of case law on all topics affecting Europeans. This case law is both inaccessible to most, because it is written in national languages, as well as, undiscoverable, organised in national, custom numbering systems.

While the former can be resolved (with some help, perhaps, from AI) the latter is an already identified but still unresolved problem: although the EU has taken the first step, releasing the ECLI system, little use is made of it in practice, leading to huge loss of information. Courts ought to insist in its application on each and every one of their decisions – warranting, at the same time, that their decisions are findable by (and that they thus matter to) all Europeans.

5. Law schools (and national governments) to address the legal fragmentation issue

Law schools ought to become bilingual, at least when teaching and working on EU law. In an age of act-ification there is little reason to continue teaching (and writing legal analyses) on EU law in national languages, meaning accessible only to local students and scholars. Instead, English ought to become the lingua francain this regard.

There was a time, some thirty or forty years ago (most certainly prior to the introduction of the Single Market, but also shortly thereafter), when national analysis of EU law mattered, because EU law was in fact distilled into the national legal system, effected through national legislation.

However today this has changed. EU law is by now the first to produce legal texts in digital technologies’ relevant fields – not harmonizing national approaches any longer (admittedly, under an EU law brutality approach). The GDPR has been imprinted as such to the minds (and hearts!) of all Europeans. The same is the aim of the AI Act. This being the case, there is little excuse for law schools and national (legal scholar resources) to continue teaching, writing and learning in their respective national languages – because, quite simply, whatever any scholar anywhere in Europe now has to say about EU law interests and affects everybody, and needs to be heard, and understood, by everybody.

6. Why should we do anything at all?

The above, I think, need to be done if we wish to see the Brussels Effect furthered. However, other than my own personal (most likely biased, because I am lawyer) opinion, the point remains: Why should we do that? Why should we do anything at all? Especially, at times when over-regulation seems to be a severe EU-illness, as most recently claimed in Draghi’s report, and repeated by practically every businessman on both sides of the Atlantic?

The answer is simple: because this is who we are – and this is what we do. The EU is a legal experiment; it is law not money (at least for the time being) nor military power (as was the case in the past and may again become the case in the future) that lies at its basis.  While we may have a Single Market, it is in fact a legal Single Market, it is legal barriers that have been removed. We still have some time ahead of us until a money Single Market emerges.

Consequently, while some social engineering may be useful and recommended, a lot of it is not – it would not work. In other words, it is better for us to play to our strengths and live to fight another day in the sectors where we fall behind, than to completely change direction within the context of a, forced and artificial, top-down approach.

7. A concluding remark – what is already out there

The last sentence above, meaning the dislike for a top-down approach, betrays my views on what is already good out there, what has been already accomplished – and why money is, thus, not needed. A European successful online repository system is already in place: SSRN works well, and, I think, can be successfully complemented by Open Research Europe. Online platforms, such as ResearchGate, are also established and promising. Money is also, plentiful: the EU spends large sums in legal research, be it fundamental or applied. Research networks (in the likes of Erasmus+ or Eutopia) are already producing good results. Most importantly, however, the EU continues to produce solid regulatory texts that are placed at the forefront of global developments, boldly dealing with topics that no other legislator on the planet dares to go near. In other words, this is not a hopeless effort – far from it. What is only needed for the phenomenon to flourish is for it to be embraced and strengthened – this time, however, as part of a concrete EU-wide policy.

Kindle (paperwhite) 15 χρόνια μετά: μήπως ήρθε (πια) η ώρα του;

Δημοσιεύθηκε στο dEasy, 10.02.2025

Για όσους από εμάς (τυχεροί ή άτυχοι, δεν ξέρω) ζούμε από τα κείμενά μας έχει ενδιαφέρον κάπου-κάπου να ανασύρουμε κάποια από το παρελθόν ώστε να διαπιστώνουμε αν όσα είδαμε, και σκεφτήκαμε, τότε άλλαξαν στο μεταξύ. Κάπως έτσι ανέσυρα από το αρχείο του deasy ένα παλιό κείμενό μου (από το 2010!) για το Kindle, με την ευκαιρία της πρόσφατης αγοράς ενός νέου, του paperwhite edition.

Λοιπόν, αυτή είναι μια περίπτωση που τα πράγματα άλλαξαν – προς το καλύτερο, νομίζω. Το 2010 είχα εντοπίσει ένα σωρό προβλήματα, από την ποιότητα του υλικού και την ευκολία να το προμηθευτούμε στην Ελλάδα μέχρι την έλλειψη τίτλων. Ήταν αυτές ακριβώς οι ελλείψεις, άλλωστε, που με είχαν κάνει να εγκαταλείψω το πείραμα – η συσκευή μου ποτέ δεν ανανεώθηκε τα τελευταία 15 χρόνια. Όποιες ανάγκες είχα σε ψηφιακό διάβασμα (όλο το επαγγελματικό μου διάβασμα είναι ψηφιακό εδώ και χρόνια) τις κάλυπτα με συνδυασμό tablet και υπολογιστή. Το διάβασμα ψυχαγωγίας παρέμεινε σε χαρτί.

Όμως τα 15 χρόνια που μεσολάβησαν δεν άλλαξαν μόνο το Kindle (και την amazon, άλλωστε, τότε ο ιδιοκτήτης της δεν ήταν ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου, ακόμα βιβλία, κυρίως, πουλούσε…) αλλά και εμένα. Ό,τι παλιά δεν μου δημιουργούσε πρόβλημα (για παράδειγμα, να κρατάω για ώρες πολυσέλιδους τόμους στα χέρια μου ή η φωτεινότητα της οθόνης ενός tablet) τώρα πια έχει γίνει θέμα. Επομένως, αφού όλοι ορκίζονται στο όνομα του kindle ως μηχανή ανάγνωσης, είπα να του ξαναδώσω μια ευκαιρία.

Η αλήθεια είναι ότι η νέα συσκευή δικαίωσε τις προσδοκίες μου. Στο σωστό μέγεθος και βάρος, με φωτεινότητα που αλλάζει μόνη της αναλόγως συνθηκών και με άπειρους τίτλους για κάθε γούστο και για κάθε ώρα, δεν υπάρχουν δικαιολογίες για να μην την χρησιμοποιήσει πια όποιος διαβάζει κάποιες λίγες ώρες καθημερινά.

Φυσικά, οι βασικές παραδοχές του δεν έχουν αλλάξει (και εδώ νιώθω κάπως δικαιωμένος σε σχέση με το 2010): το Kindle δεν μπορεί να σταθεί μόνο του. Χρειάζεται ψηφιακή βιβλιοθήκη, η οποία θα «κάθεται» είτε σε app είτε (ακόμα καλύτερα) σε folder του υπολογιστή μας. Παρότι «χωράει» χιλιάδες βιβλία, ούτε καλή οργάνωση έχει εσωτερικά ούτε το hardware εμπνέει για πολλές ώρες εργασίας με αντικείμενο την οργάνωση αρχείων.

Αν θέλαμε να πάμε και λίγο παρακάτω, το kindle δεν προσφέρεται ούτε για και επαγγελματικό ψηφιακό διάβασμα. Ούτε καλές δυνατότητες σημειώσεων έχει, ούτε επιτρέπει την περαιτέρω διαχείρισή τους – όχι εύκολα πάντως, όπως θα το έκανε ένα σύστημα laptop-tablet.

Επομένως, το kindle είναι, για μένα τουλάχιστον, μια πάρα πολύ καλή μηχανή ανάγνωσης ψυχαγωγίας. Είναι το βιβλίο που θέλει κανείς να έχει μαζί του στον καναπέ, στην παραλία, στο καφέ, σε ουρά αναμονής. Είναι η καθημερινή συσκευή που θα ήθελε κανείς να κουβαλάει μαζί του, σε περίπτωση που του δοθεί η ευκαιρία να διαβάσει μια-δυο σελίδες παραπάνω ή να φρεσκάρει τη μνήμη του για κάτι που διάβασε πρόσφατα.

Ίσως τελικά αυτή αυτό να είναι το μέλλον της ανάγνωσης ούτως ή άλλως. Οι επαγγελματικοί τίτλοι (τουλάχιστον στον τομέα μου) σιγά-σιγά δεν εκτυπώνονται πια σε χαρτί. Οι υπόλοιποι, από ό,τι βλέπω στην αγορά σήμερα εκδίδονται ταυτόχρονα και σε χαρτί και ψηφιακά. Η φορητή συσκευή ανάγνωσης, που ωρίμασε μαζί μας μέσα από τα χρόνια, είναι, πλέον, μονόδρομος.