Τα όρια της Ψηφιακής Διακυβέρνησης

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό StartUpper MAG, 18.11.2023

Και με τη δεύτερη θητεία της η κυβέρνηση δείχνει να είναι σε καλό δρόμο επίτευξης ενός ικανοποιητικού επιπέδου ψηφιακής διακυβέρνησης για την Ελλάδα (όπου το ικανοποιητικό κρίνεται σε σχέση με το τι παρέχουν τα υπόλοιπα Κράτη-Μέλη της Ένωσης). Έτσι, ένα πρόβλημα δεκαετιών φαίνεται ότι, επιτέλους, θα λυθεί οριστικά. Μετά, όμως, τι; Μόλις «πιάσουμε» τον Κοινοτικό μέσο όρο, ή και τον ξεπεράσουμε ακόμα, τι θα πρέπει να κάνουμε μετά;

Μετά αρχίζουν τα προβλήματα, επειδή η περιοχή είναι ακόμα αχαρτογράφητη. Στην ουσία αυτό που κάνουν οι κυβερνήσεις του τεχνολογικά προηγμένου κόσμου μέχρι σήμερα είναι να ψηφιοποιούν τις αναλογικές διαδικασίες τους. Δηλαδή, να κάνουν ψηφιακές διαδικασίες που όμως ήδη υπάρχουν στον πραγματικό, αναλογικό κόσμο. Για παράδειγμα, η έκδοση μιας αστυνομικής ταυτότητας ή η παρακολούθηση της φορολογικής μας κατάστασης είναι πράγματα που κάναμε ήδη στον πραγματικό κόσμο, πολύ πριν την εμφάνιση του ίντερνετ. Σήμερα υπάρχει η απαίτηση όλα αυτά να γίνονται διαδικτυακά. Επομένως, η ψηφιακή στρατηγική είναι έτοιμη για τις κυβερνήσεις: είναι η, αυτονόητη, ψηφιοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερο το αναλογικού κόσμου. Αυτό όμως σύντομα κάποια στιγμή θα ολοκληρωθεί. Μετά, τι;

Τα πράγματα δεν είναι απλά, επειδή πλέον το ψηφιακό περιβάλλον έχει επικρατήσει στην καθημερινότητά μας. Μια σκέψη είναι ένα ψηφιακό κράτος που θα «προβλέπει» τις ανάγκες των πολιτών του (πχ. θα προτείνει σε συγκεκριμένους πολίτες επιδοτήσεις ή διευκολύνσεις που τυχόν δικαιούνται). Όμως αυτό αυτομάτως δημιουργεί ένα θέμα προσωπικών δεδομένων, επειδή στηρίζεται σε αναλυτικά προφίλ όλων μας. Ή, η χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης από το κράτος δημιουργεί προβλήματα όχι μόνο ιδιωτικότητας αλλά και διακρίσεων ή ακόμα και ισονομίας.

Τελικά, δηλαδή, η όποια ψηφιακή στρατηγική γίνεται εθνική στρατηγική. Ακόμα περισσότερο, τελικά συνδέεται με τον ρόλο του κράτους και της κυβέρνησης στο ψηφιακό περιβάλλον. Με αυτά τα, κρίσιμα, ερωτήματα θα έρθει σύντομα αντιμέτωπη και η ελληνική κυβέρνηση. Απαντήσεις ακόμα δεν υπάρχουν. Η Ελλάδα, όπως και τα υπόλοιπα κράτη στο ίδιο επίπεδο με αυτήν, θα κληθεί να συν-διαμορφώσει τη νέα ψηφιακή κατάσταση

Ο πρώτος ελληνικός μονόκερος και τα δυο νόμπελ λογοτεχνίας της Ελλάδας

Δημοσιεύθηκε στο STARTUPPER MAG, 22.02.2022,

Η αποτίμηση της Viva Wallet με ποσό άνω των 2δις δολαρίων δημιούργησε τον πρώτο ελληνικό μονόκερο. Δύο είναι, πιστεύω, οι πιο σημαντικές προσφορές αυτού του επιτεύγματος: Πρώτη, ότι η Ελλάδα μπήκε επιτέλους στο club των κρατών που διαθέτουν έναν, και μάλιστα αναγνωρίσιμο (δεν θα ήταν το ίδιο αν η εταιρεία ήταν B2B) μονόκερο. Από δω και πέρα οποιοσδήποτε αναρωτηθεί ξανά για το τεχνολογικό επίπεδο της χώρας θα μπορεί να παραπέμπεται σε αυτόν. Δεύτερη, ότι η εταιρεία το πέτυχε αυτό διατηρώντας την έδρα της στην Αθήνα. Δεν ακολούθησε δηλαδή το διεθνές υπόδειγμα της μεταφοράς της έδρας σε ελκυστικότερες πόλεις για ευνόητους λόγους. Η εθνική προσφορά αυτής της επιλογής είναι ανεκτίμητη.

Προσωπικά είχα καταλάβει ότι η Viva Wallet τα πηγαίνει εξαιρετικά όταν, εδώ και καιρό, οπουδήποτε και αν πλήρωνα στις Βρυξέλλες με την κάρτα μου, είτε σε ταξί είτε σε εστιατόρια είτε σε καταστήματα, έβλεπα πάνω στην απόδειξη το λογότυπό της. Για εμένα ήταν, και παραμένει, το μοναδικό παράδειγμα που ελληνική εταιρεία καταφέρνει να επιβληθεί σε πολύ μεγαλύτερους αντιπάλους της και μάλιστα μέσα στο γήπεδό τους. Εδώ δεν μιλάμε για μια ελληνική εταιρεία που κατέκτησε την ελληνική αγορά και μετά εξήγαγε σε άλλες, κάτω από αυτήν στη διεθνή κλίμακα, χώρες. Εδώ μιλάμε για μια ελληνική εταιρεία που επιβλήθηκε σε αγορές χωρών με πολύ ανώτερο γενικό τεχνολογικό επίπεδο από εκείνο της χώρας προέλευσής της.

Και από δω και πέρα τι; Κάποτε ο Παντελής Μπουκάλας όταν ρωτήθηκε για τη σημασία των δύο Νόμπελ Λογοτεχνίας στην Ελλάδα (εκπομπή Παρασκήνιο, διατίθεται online) απάντησε ότι είχαν την ίδια σημασία όσο και το Νόμπελ Λογοτεχνίας του Ουόλκοτ στις Αντίλλες. Για την ακρίβεια, ολόκληρη η εκπομπή αναρωτήθηκε αν τελικά τα Νόμπελ προσέφεραν στην Ελλάδα και στη λογοτεχνία της ή μόνο στους νικητές τους, και αν είχαν παρενέργειες ή όχι. Πράγματι, ο κίνδυνος της φωτοβολίδας είναι πάντα υπαρκτός. Μπορεί το περιστατικό να αποδειχθεί τελικά μεμονωμένο. Μπορεί στην πορεία να «κάψει» άλλες προσπάθειες, είτε για λόγους εσωτερικούς (μιμητισμός) είτε εξωτερικούς (παράλογες προσδοκίες). Ο χρόνος θα δείξει. Για την ώρα ας κρατήσουμε το μόνο αμετάκλητα καλό, ότι δηλαδή αυτή είναι μια κουβέντα που πλέον και η Ελλάδα δικαιούται να κάνει.

Ο αχάριστος startupper, ή γιατί οι συνεργάτες σου είναι το πολυτιμότερο κομμάτι της επιχείρησής σου

Δημοσιεύθηκε στο startupper.gr, 22.09.2020

Καλέ μου startupper τις ιστορίες αυτές τις σκέφτηκα παραπάνω από 2500 χρόνια πριν. Όμως, καλώς ή κακώς ούτε η φύση ούτε οι άνθρωποι αλλάζουν. Νομίζω επομένως ότι ακόμα και σήμερα μπορεί να σου φανούν χρήσιμες. Απλά λίγη προσαρμογή χρειάζονται στις δικές σου συνθήκες. Εννοείται ότι οποιαδήποτε ομοιότητα με συγκεκριμένα πρόσωπα είναι τυχαία και σίγουρα μη ηθελημένη. Αν όμως οι καταστάσεις που σου αφηγούμαι κάτι σου θυμίζουν, τότε θα έχω πετύχει το στόχο μου.

Σήμερα θα σου πω μια ιστορία για τον αχάριστο startupper – ή, στην καλύτερη γι αυτόν περίπτωση, για τον startupper που δεν εκτίμησε σωστά ποιο είναι το πολυτιμότερο κομμάτι της επιχείρησής του:

~

Ένα ελάφι προσπαθώντας να ξεφύγει από τους κυνηγούς του κρύφτηκε μέσα σ’ ένα αμπέλι. Μόλις εκείνοι το έχασαν και προχώρησαν το ελάφι νόμισε ότι ξέφυγε από τον κίνδυνο, χάρηκε και ανακουφισμένο άρχισε να τρώει τα κληματόφυλλα που βρίσκονταν μπροστά του. Έκανε όμως φασαρία καθώς έτρωγε, το άκουσαν οι κυνηγοί, γύρισαν πίσω, αυτή τη φορά το είδαν και με τα βέλη τους το σκότωσαν.

~

Η επιχείρηση, ένα startup δηλαδή, είναι σύνολο πραγμάτων. Αν εδώ κάναμε νομική ανάλυση θα αναφέραμε ότι η εταιρεία για το νόμο είναι «ένωση προσώπων για την επίτευξη κοινού σκοπού». Αν κάναμε οικονομική ανάλυση θα μιλούσαμε για το σύνολο υλικών και ανθρώπινων πόρων για την επίτευξη οικονομικού αποτελέσματος. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι μια επιχείρηση είναι σύνολο χρημάτων, πραγμάτων και ανθρώπων – και καθένα από αυτά τα μέρη είναι εξίσου σημαντικό με τα υπόλοιπα.

Αν αυτό ίσως σε κάποια είδη παραδοσιακής επιχειρηματικότητας χρειάζεται περαιτέρω τεκμηρίωση, στην περίπτωση των startups πρέπει να θεωρείται αυτονόητη παραδοχή. Οι νεοφυείς επιχειρήσεις μπορεί να μην έχουν συνήθως σπουδαία έξοδα ίδρυσης («εταιρείες του ενός Ευρώ») και λειτουργίας (μερικά laptop σ’ ένα δωμάτιο), όμως η επιτυχία τους στηρίζεται στους ανθρώπους τους. Επειδή το αντικείμενό τους είναι καινοτόμο και εξωστρεφές/εξαγωγικό, η επιτυχία τους στηρίζεται στην εξεύρεση συνεργατών ικανών να κινηθούν, και να επιτύχουν, σε αντίστοιχα, παγκοσμίως ανταγωνιστικά, περιβάλλοντα.

Στην ουσία, επομένως, οι συνεργάτες των startups είναι το πραγματικό τους κεφάλαιο.

Έχοντας, ελπίζω, συμφωνήσει στα παραπάνω (αν πάντως έχει μείνει ίχνος αμφιβολίας μπορεί κανείς να παρατηρήσει πως φροντίζουν το προσωπικό τους οι παγκόσμιοι τεχνολογικοί κολοσσοί), ας δούμε τώρα το λάθος που έκανε το ελάφι.

Μια επιχείρηση αργά ή γρήγορα θα αντιμετωπίσει κρίσεις. Κρίσεις οικονομικές, όταν τα χρήματα θα τελειώνουν και επενδυτής δεν θα φαίνεται στον ορίζοντα. Κρίσεις υπαρξιακές, όταν το αρχικό προϊόν ή υπηρεσία τελικά διαπιστωθεί ότι χρειάζεται επανασχεδιασμό – ή και αντικατάσταση. Κρίσεις προσωπικότητας, όταν ίσως η αρχική ομάδα των ιδρυτών κλονιστεί και χρειαστούν αλλαγές.

Σε όλα αυτά τα στάδια εκείνο που θα προστατεύσει τη νεοφυή επιχείρηση είναι το προσωπικό της, οι συνεργάτες της. Εκείνοι θα παρουσιαστούν στους επενδυτές, ώστε να πεισθούν ότι υπάρχει ομάδα ικανή να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις. Εκείνοι θα στηρίξουν τον επανακαθορισμό και τη διόρθωση της πορείας της επιχείρησης. Εκείνοι θα αποτελέσουν τη συγκολλητική ουσία της επιχείρησης, αν τυχόν κάποιοι ιδρυτές αποφασίσουν να εγκαταλείψουν την κοινή προσπάθεια.

Όταν όμως η κρίση περάσει, τότε τι; Τι γίνεται τότε;

Η λάθος επιλογή είναι η διοίκηση του startup να κάνει ό,τι έκανε το ελάφι. Ανακουφισμένη, να αρχίσει να κάνει περικοπές, να φέρεται άσχημα, να κάνει αντικαταστάσεις και άλλους εργοδοτικούς πειραματισμούς ώστε να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της. Ή, να ξεχάσει υποσχέσεις για μετοχές, συμμετοχή στα κέρδη, συμμετοχή στην διοίκηση της εταιρείας ή ό,τι άλλο πιθανώς είχε τάξει τότε που η επιχείρηση χαροπάλευε.

Αυτό ακριβώς έκανε το ελάφι: Άρχισε να τρώει τα κοντινά του φύλλα, αφού του φάνηκαν νόστιμα, εύκολα και ένιωθε νικητής από τη δοκιμασία με τους κυνηγούς.

Όμως ο κίνδυνος δεν είχε περάσει. Οι κυνηγοί έφυγαν αλλά δεν πήγαν μακριά. Επέστρεψαν, και χωρίς την κάλυψη των φύλλων διέκριναν το ελάφι και το σκότωσαν. Το ίδιο ακριβώς κινδυνεύει να πάθει και ο αχάριστος, ή έστω ο απρόσεκτος, startupper: Να αποδυναμώσει την ομάδα μόλις νιώσει κάπως ισχυρός με αποτέλεσμα στην επόμενη δυσκολία έχοντας απομείνει μόνος του πια να μην καταφέρει να ανταπεξέλθει.

Πόσο «Ελληνικά» είναι τα Ελληνικά Startups;

Δημοσιεύθηκε στο startupper.gr, 31.08.2020

Ο εκδότης, δημοσιογράφος, και φίλος Γιάννης Διονάτος αναρωτήθηκε πρόσφατα «πόσο ελληνική είναι η συγκεκριμένη Startup εταιρεία», εννοώντας την InstaShop, με αφορμή την εξαγορά της έναντι ποσού-ρεκόρ 360 εκατ. δολαρίων από την γερμανική εταιρεία Delivery Hero.

Για τον Γιάννη, «όχι, δεν είναι Ελληνική Startup η Instashop, όπως και καμιά Startup εταιρεία που έχει την έδρα της στο εξωτερικό, δηλαδή αριθμό φορολογικού μητρώου άλλης χώρας. Δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε ελληνική Startup μια εταιρεία που εδρεύει σε μια άλλη χώρα και απλά, ναι απλά, οι ιδρυτές της είναι Έλληνες. Δηλαδή μιλούν ελληνικά».

Δεν είμαι σίγουρος αν συμφωνώ μαζί του. Τελικά ίσως η απάντηση βρίσκεται στο αν το ποτήρι θέλουμε να το βλέπουμε μισογεμάτο ή μισοάδειο. Πριν φτάσουμε όμως εκεί ίσως μια σύντομη ιστορική αναδρομή βοηθήσει.

Στα παλιά τα χρόνια, τέλη της δεκαετίας του 1990 και κατά την πρώτη δεκαετία του 2000, όταν έγιναν οι πρώτες επενδύσεις από VCs σε εταιρείες τεχνολογίας στην Ελλάδα (ξεκινώντας δηλαδή από τότε που ο σημερινός πρωθυπουργός «έτρεχε» το VC της Εθνικής Τράπεζας και στην αγορά υπήρχε και το VC της Alpha Bank και ένα ή δυο ιδιωτικά κεφάλαια ακόμα) δεν υπήρχε τέτοιο θέμα: Οι επενδύσεις γίνονταν σε εταιρείες με έδρα, εγκατάσταση και πλήρη λειτουργία στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως του εξαγωγικού χαρακτήρα τους.

Αυτό άλλαξε με το πρόγραμμα Jeremie, τον πρόγονο του σημερινού Equifund, που «έτρεξε» για την περίοδο 2013-2015. Το πρόγραμμα λειτούργησε ακριβώς όπως το σημερινό Equifund, δηλαδή μέσω VCs που ανέλαβαν να διαχειριστούν με όρους ιδιωτικής οικονομίας κεφάλαια ευρωπαϊκά και ελληνικά. Τότε αποφασίστηκε, ενόψει των αποτελεσμάτων της πρώτης γενιάς επενδύσεων VC στην Ελλάδα, ότι αυτό που έλειπε από τα ελληνικά Startups, ως εταιρείες τεχνολογίας, δεν ήταν μόνο τα χρήματα αλλά και η εικόνα προς τα έξω. Με απλά λόγια, μπορεί το «Made in Greece» να «μετράει» διεθνώς σε τουρισμό και ναυτιλία αλλά όχι και τόσο σε τεχνολογία. Επιπλέον, επειδή ο, απαραίτητος, δεύτερος γύρος χρηματοδότησης έπρεπε να γίνει από «ξένα» VCs, αυτά αποκλείεται ποτέ να έβαζαν χρήματα σε αμιγώς ελληνική εταιρεία.

Ήταν τότε επομένως που εφαρμόστηκε το μοντέλο, «Μητρική στο Delaware ή στο Λονδίνο ή όπου άλλού και Θυγατρική / Υποκατάστημα για το R&D στην Ελλάδα».

Με το μοντέλο αυτό δουλεύει κατά μεγάλο μέρος η ελληνική σκηνή των Startups έκτοτε. Δηλαδή, τα VCs του Equifund ως επί το πλείστον συνέχισαν την πρακτική του Jeremie – και γιατί να αλλάξουν άλλωστε μια δοκιμασμένη και επιτυχημένη συνταγή;

Να σημειώσω ακόμα ότι σε καμία περίπτωση η Ελλάδα δεν είναι μοναδική σε αυτή την πρακτική. Στην ουσία πρόκειται για παγκόσμια μόδα. Όλα τα κράτη του κόσμου βλέπουν τα Startup που γεννιόνται στο έδαφός τους να μετακομίζουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε πιο «ελκυστικούς» προορισμούς για εταιρείες τεχνολογίας, όπως η Αμερική ή η Αγγλία.

Και έτσι φτάσαμε στο σήμερα, και στο ερώτημα του Γιάννη: Είναι ελληνικές αυτές οι εταιρείες;

Ξεκάθαρη απάντηση δεν έχω. Γεγονός είναι ότι έδρα έχουν στο εξωτερικό. Επίσης γεγονός είναι ότι έχουν κάποια, μεγαλύτερη ή μικρότερη, εγκατάσταση στην Ελλάδα. Και ακόμη, γεγονός είναι ότι έχουν ελληνικό DNA, δηλαδή Έλληνες ιδρυτές.

Πρέπει επίσης να σημειώσω ότι και το αντίστροφο είναι σύνηθες: Αλλοδαπές πολυεθνικές έχουν το R&D τους στην Ελλάδα. Σε αυτή την περίπτωση κανείς πάντως δεν αμφισβητεί τον «αλλοδαπό», αμερικανικό ή άλλο, χαρακτήρα τους. Φαίνεται ότι ίσως τελικά το DNA επικρατεί του R&D.

Τι ισχύει επομένως; Καθένας φαντάζομαι ότι μπορεί να έχει την άποψή του σχετικά. Κατά τη γνώμη μου, όπως είπα και παραπάνω, είναι περίπτωση πως θέλει κανείς να δει το ποτήρι, μισοάδειο ή μισογεμάτο. Για όσους αναζητούν τις επιτυχίες (success stories) που θα στηρίξουν και άλλους στην Ελλάδα τότε τα Startups αυτά είναι πράγματι ελληνικά. Για όσους θέλουν να βλέπουν την πραγματικότητα κατάματα όσο σκληρή και αν είναι οι εταιρείες αυτές δεν είναι Ελληνικές.

Εγώ ανήκω στους πρώτους, αλλά καταλαβαίνω πολύ καλά και τους ενδοιασμούς του φίλου μου του Γιάννη.

Start-Up Greece: Πώς η Ελλάδα θα γίνει το επόμενο Start-Up Nation

Το νέο βιβλίο του Βαγγέλη Παπακωνσταντίνου «Start-Up Greece: Πως η Ελλάδα θα γίνει το επόμενο Start-Up Nation» προτείνει ένα νέο μοντέλο του επιχειρείν στο οποίο θα μπορούσε να βασιστεί η ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Βαγγέλη Παπακωνσταντίνου «Start-Up Greece: Πως η Ελλάδα θα γίνει το επόμενο Start-Up Nation» από τις εκδόσεις Σταμούλη, που προτείνει η Ελλάδα να γίνει το επόμενο Startu-Up Nation μέσω της ενίσχυσης της νεοφυούς, καινοτόμου επιχειρηματικότητας ώστε αυτή να γίνει το επόμενο οικονομικό, και κοινωνικό, μοντέλο ανάπτυξης της χώρας.

Καθώς η Ελλάδα βγαίνει σιγά σιγά από την υπερ-δεκαετή πλέον οικονομική κρίση πολλές αναλύσεις δημοσιεύονται για τα αίτια και τις συνέπειές της, συγκριτικά λίγες όμως για το τι θα μπορούσε να γίνει από δω και πέρα. Ποιο δηλαδή θα μπορούσε να είναι το επόμενο αναπτυξιακό της μοντέλο ώστε και η χαμένη δεκαετία να ανακτηθεί και παρόμοιο ενδεχόμενο στο μέλλον να αποφευχθεί; Το βιβλίο αυτό εντάσσεται στη δεύτερη κατηγορία: Προτείνει να γίνουν οι νεοφυείς επιχειρήσεις (start-ups) το επόμενο οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο για τη χώρα. Να γίνει η Ελλάδα το επόμενο Start-Up Nation, να γίνει αυτό το νέο μας εθνικό αφήγημα σε αντικατάσταση όλων των παλαιών που έχουν πια χρεοκοπήσει. Η κατεύθυνση αυτή θεωρείται ότι ταιριάζει με τις εθνικές μας ιδιοσυγκρασίες και ιδιαιτερότητες, καθώς και ότι είναι σύμφωνη με το πνεύμα των ημερών. Ότι θα επιλύσει, άμεσα ή έμμεσα, κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα και δυσλειτουργίες δεκαετιών και ότι προσφέρει (τη μοναδική;) ελπίδα ανάπτυξης για το μέλλον.

Στο πλαίσιο αυτό αρχικά εντοπίζονται τα χαρακτηριστικά ενός Start-Up Nation και στη συνέχεια αναλύονται τόσο παθογένειες όσο και ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας που αναλόγως ευνοούν ή στέκονται εμπόδια στον δρόμο της Ελλάδας προς αυτή την κατεύθυνση. Στο τελευταίο μέρος της ανάλυσης παρατίθενται συγκεκριμένες, εκτελέσιμες ενέργειες και εφαρμόσιμες λύσεις για τους τρόπους με τους οποίους κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτευχθεί, πως δηλαδή η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει το επόμενο Start-up Nation.

Τελικά η πρόταση η Ελλάδα να γίνει ένα Start-Up Nation είναι αίτημα να αλλάξει η κουλτούρα του επιχειρείν στη μέση ελληνική συνείδηση και να συνειδητοποιηθεί η κρίσιμη συνεισφορά του στην ανάπτυξη του τόπου. Ενός επιχειρείν όμως με νέους, ποιοτικούς όρους. Σε πλήρη ρήξη, και διαφωνία, με την παραδοσιακή επιχειρηματικότητα που μέχρι τώρα γνωρίσαμε, μακριά από κρατικοδίαιτες επιτυχίες, αναξιοκρατικές αναθέσεις του Δημοσίου, χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των επιχειρηματιών, εσωστρέφεια και ομφαλοσκόπηση. Όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά που ένα Start-Up Nation, η Ελλάδα του μέλλοντος, γρήγορα θ’ αφήσει πίσω της.

Το βιβλίο συμπληρώνει την ανάλυση του βιβλίου «Startups – Οδηγός επιβίωσης για νέους επιχειρηματίες» (Δ. Μαρκοπούλου/Β. Παπακωνσταντίνου) που ήδη κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση επίσης από τις εκδόσεις Σταμούλη.