Ψηφιακή Τοξικότητα

Δημοσιεύθηκε στο tomanifesto.gr, 6.04.2023

Καθώς η ημερομηνία των εθνικών εκλογών έχει πλέον καθοριστεί, η χώρα έχει μπει σε μια άτυπη προεκλογική περίοδο. Ευχή όλων είναι να μην επικρατήσει το τοξικό κλίμα, και η πολιτική αντιπαράθεση να γίνει βάσει επιχειρημάτων και όχι κραυγών και σκανδαλολογίας. Η ελπίδα όμως αυτή (εξαιτίας και των αναγκαστικών «διπλών» εκλογών που επιβάλει το σύστημα της απλής αναλογικής) φαίνεται διαρκώς να εξασθενίζει.

Ποιος ο ρόλος του ψηφιακού περιβάλλοντος; Ο ψηφιακός κόσμος, νομίζω, επιδρά με δύο τρόπους. Πρώτα, αυτό-επιβαλλόμενος. Και, στη συνέχεια, μέσω των μοναδικών χαρακτηριστικών του, που τελικά βοηθούν, αντί να καταπολεμούν, την τοξικότητα.

Ο πρώτος τρόπος είναι σχεδόν αυτονόητος. Σήμερα δεν νοείται εκλογική αναμέτρηση εκτός ψηφιακών μέσων. Τα κοινωνικά δίκτυα, οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες, οι ιστοσελίδες, τα blogs, οι influencers, έχουν όλα γίνει ένα απαραίτητο μέρος του προεκλογικού παιχνιδιού για κάθε κόμμα και για κάθε υποψήφιο. Από τότε που, το 2008, ο Ομπάμα πρώτος ανακάλυψε τη σημασία τους για την επιρροή του εκλογικού σώματος, δεν υπάρχει πολιτικός και κόμμα, στις δυτικές τουλάχιστον δημοκρατίες, που να μην έχει αντιληφθεί την αξία τους.

Ο δεύτερος τρόπος είναι λιγότερο προφανής, επειδή αφορά χαρακτηριστικά του ψηφιακού περιβάλλοντος που ούτε αμέσως γίνονται αντιληπτά ούτε επιδρούν το ίδιο σε όλους: Το ψηφιακό περιβάλλον, παρότι εκ πρώτης όψεως αυξάνει την πληροφόρηση και τη συμμετοχικότητα, τελικά λειτουργεί υπέρ της τοξικότητας. Αυτό, επειδή τα κοινωνικά κυρίως δίκτυα κλείνουν καθέναν μας στην «φούσκα» που προτιμά. Μετά από μερικά λάικς και shares ο αλγόριθμος είναι σε θέση να καταλάβει τις πολιτικές μας πεποιθήσεις και τις προτιμήσεις μας. Δουλειά του, ώστε να μεγιστοποιήσει τη χρήση της πλατφόρμας, είναι να μας «σερβίρει» παρόμοιο περιεχόμενο. Έτσι, σταδιακά κλεινόμαστε «από τον κόσμο έξω», ακούγοντας και μιλώντας μόνο με ομοϊδεάτες μας. Οι «αποκεί» καταλήγουν αδιανόητοι στους «αποδώ». Το κοινωνικό χάσμα, αντί να μειώνεται με όλη αυτή την πληροφορία που βρίσκεται πλέον στη διάθεσή μας, συνεχώς, και τεχνηέντως, μεγαλώνει.

Να απαγορεύσουμε το TikTok;

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα tomanifesto.gr 2.02.2023

Όλοι γνωρίζουμε πλέον το TikTok. Ίσως όμως μας διαφεύγει πόσο δημοφιλές είναι στην Ευρώπη: Το 2022 οι χρήστες του υπολογίζονταν περίπου σε 220εκ, ενώ, ως μέτρο σύγκρισης, οι χρήστες του Twitter ήταν λιγότεροι από 100εκ. Σε έναν πληθυσμό 500εκ. Ευρωπαίων ο αριθμός αυτός έχει σημασία.

Όπως είναι επίσης γνωστό, το TikTok είναι κινεζικής ιδιοκτησίας. Στην ουσία είναι η μοναδική δημοφιλής πλατφόρμα στη Δύση που δεν ανήκει σε αμερικανική εταιρεία. Στον ακήρυχτο πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας (θυμίζω και την Huawei) αυτό είναι σημαντικό. Πρόσφατα, η αμερικανική κυβέρνηση απαγόρευσε σε όλους τους υπαλλήλους της να το χρησιμοποιούν. Λόγος της απαγόρευσης, η κρατική ασφάλεια: Θεωρούν οι ΗΠΑ ότι, επειδή η ιδιοκτήτρια του TikTok έχει έδρα στην Κίνα, πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα των αμερικανών μπορεί να έχει η κινεζική κυβέρνηση.

Αυτή η απαγόρευση φέρνει την Ευρώπη προ των ευθυνών της. Αν οι αμερικανοί θεωρούν ότι υπάρχει πρόβλημα ασφάλειας το ίδιο δεν ισχύει και για τους ευρωπαίους; Δεν θα ήταν συνετό να ισχύσει η ίδια απαγόρευση και στην Ευρώπη;

Πιθανότατα, ναι. Πολλές είναι οι φωνές σε ευρωπαϊκές χώρες που ζητούν κάτι τέτοιο να συμβεί. Από την άλλη μεριά, στην Ευρώπη έχουμε νόμους (ιδίως, για τα προσωπικά δεδομένα), κάτι που στην Αμερική λείπει. Θα μπορούσαμε να επιμείνουμε στην εφαρμογή τους (και) από το TikTok. Άλλωστε, το πρόβλημα των αμερικανών με το TikTok έχει και μια άλλη ανάγνωση εδώ στην Ευρώπη: όλες οι υπόλοιπες πλατφόρμες που χρησιμοποιούμε είναι αμερικανικές. Τα προσωπικά δεδομένα των ευρωπαίων πρέπει να προστατεύονται και από την αμερικανική κυβέρνηση. Αυτό έχει οδηγήσει ήδη σε δεκαετίες δικαστικών διενέξεων και διμερών διαπραγματεύσεων – και το πρόβλημα παραμένει, και σήμερα, άλυτο.

Η θολή σχέση των influencers με την πολιτική

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα tomanifesto.gr, 5.12.2022

Καθώς σύντομα μπαίνουμε σε εκλογική διετία (εθνικές και αυτοδιοικητικές, ευρωεκλογές) ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων (social media) αναμένεται να ενισχυθεί. Στην ουσία η εκλογική μάχη σε μεγάλο βαθμό θα δοθεί εκεί, όχι μόνο άμεσα, από τους υποψήφιους και τα κόμματα που, εύλογα, εκεί θα δαπανήσουν μεγάλο μέρος του εκλογικού τους προϋπολογισμού, αλλά και έμμεσα, από τους influencers (ελλείψει ελληνικού όρου) της μιας και της άλλης πλευράς.
Ενώ όμως οι υποψήφιοι και τα κόμματα φέρουν κομματικό τίτλο, και επομένως ο λόγος και ο ρόλος τους είναι ξεκάθαρος, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους influencers. Στην περίπτωση αυτή η πολιτική θέση καθενός ούτε φανερή είναι, ούτε τα κίνητρά τους διαπιστώσιμα – ούτε, άλλωστε, τους υποχρεώνει κανείς σε συνέχεια και συνέπεια: τη μια φορά μπορούν να τα λένε έτσι και την άλλη αλλιώς.
Με τον όρο influencers εννοώ τα «επαγγελματικά» προφίλ στα social media, δηλαδή τους λογαριασμούς που έχουν πάνω από 4.000 φίλους ή «ακόλουθους». Οποιοσδήποτε ιδιώτης που χρησιμοποιεί τα social media μόνο για προσωπική του χρήση δεν μπορεί να έχει περισσότερους από χίλιους ή έστω δύο χιλιάδες «φίλους»: τους 300-500 θα τους γνωρίζει προσωπικά και οι υπόλοιποι θα αποτελούν τον ευρύτερο κύκλο του. Οτιδήποτε παραπάνω από αυτό αποτελεί, για μένα τουλάχιστον, επαγγελματική χρήση των social media.
Το πρόβλημα με τους influencers όσον αφορά την πολιτική είναι ότι αποκτούν τον κύκλο τους με συγκεκριμένο αντικείμενο, το οποίο κατά κανόνα δεν την αφορά. Δηλαδή, είναι κάποιος influencer επειδή είναι καλός μάγειρας και «ανεβάζει» εξαιρετικές συνταγές. Ή, είναι καλός αθλητής και ανεβάζει αθλητική ενημέρωση. Ή, είναι ειδικός στη μόδα ή στη διατροφή ή στα βιβλία και δημοσιεύει στο προφίλ του αντίστοιχες πληροφορίες. Με άλλα λόγια, κάθε influencer έχει συγκεκριμένο αντικείμενο, το οποίο ενδιαφέρει τους «ακόλουθούς» του.
Στο ίδιο πλαίσιο, όπως είναι γνωστό, συχνά οι influencer αμείβονται για διαφημιστικές υπηρεσίες που παρέχουν μέσω του προφίλ τους. Δηλαδή, επιχειρήσεις πληρώνουν influencers για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους, προφανώς στο αντικείμενό τους. Από τη μεριά τους συχνά οι influencer πληρώνουν τις πλατφόρμες των social media για την προώθηση του προφίλ τους. Πρόκειται για έναν κύκλο της σύγχρονης οικονομίας που επικρατεί γύρω μας.
Τι γίνεται όμως όταν στο παραπάνω μοντέλο τυχόν παρεισφρήσει η πολιτική; Τι θα γίνει αν κάποιος influencer, καθώς ανεβάζει φωτογραφίες και video φαγητών, αγώνων ή ρούχων, παρεμπιπτόντως και «εντελώς τυχαία» αναφέρει ότι υποστηρίζει το ένα ή το άλλο κόμμα; Τον έναν ή τον άλλον πολιτικό; Η πλατφόρμα, συνηθισμένη να μεταδίδει τα post του σε όλους τους «ακολούθους» του, θα μεταδώσει και τα μηνύματα αυτά. Οι ακόλουθοί του, συνηθισμένοι να διαβάζουν ό,τι ποστάρει θα δουν και τα μηνύματα αυτά. Έτσι, η, έμμεση και άδηλη διαφήμιση θα έχει ολοκληρωθεί.
Για να είμαστε δίκαιοι αυτό δεν είναι ανήκουστο στην πραγματική, μη ψηφιακή ζωή. Είναι γνωστό σε όλους ότι οι καλλιτέχνες καλούνται, και αρέσκονται, να παίρνουν πολιτική θέση. Το ίδιο και οι, δημόσιοι, διανοούμενοι. Σε αυτές τις περιπτώσεις καθένας χρησιμοποιεί το μέσο του: οι καλλιτέχνες τις συναυλίες, οι διανοούμενοι τις εφημερίδες και όλοι μαζί την τηλεόραση και τα ραδιόφωνα. Ούτε σε κείνους υπάρχει απαίτηση συνέπειας: συχνά αλλάζουν «στρατόπεδα». Και εκείνοι επηρεάζουν το κοινό τους – ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζουν τα κόμματα, που συχνά τους βάζουν στα ψηφοδέλτιά τους για τον λόγο αυτόν. Αφού λοιπόν σε κείνους επιτρέπεται (αν δεν είναι αναμενόμενο, κιόλας), γιατί άραγε να απαγορεύεται στους influencers;
Η απάντηση, νομίζω, βρίσκεται στον όγκο της πληροφορίας. Οι καλλιτέχνες και οι δημόσιοι διανοούμενοι είναι τελικά λίγες δεκάδες άτομα που μπορεί να επηρεάζουν πολλούς όμως, επειδή ακριβώς είναι λίγοι, «παρακολουθούνται». Δηλαδή, είναι ήδη γνωστές οι θέσεις τους, κρίνονται και, αναλόγως πως πάνε τα πράγματα, οι ίδιοι «υποφέρουν» ή «κερδίζουν» από αυτές με εξίσου ορατό σε όλους τρόπο. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει για τους influencers. Είναι χιλιάδες, επηρεάζει καθένας τους συγκριτικά λίγους, και, έξω από τον κύκλο τους, κανείς δεν ασχολείται μαζί τους. Έτσι, η «ζαβολιά» και η παρατυπία, η αθέμιτη δηλαδή διαφήμιση και προώθηση, είναι πιο εύκολο να συμβεί. Μέχρι οι χρήστες του διαδικτύου να εκπαιδευτούν στους κινδύνους που διατρέχουν από παρόμοιες πρακτικές νομίζω ότι μια, άνωθεν, κρατική παρέμβαση θα έκανε σε όλους (μας) καλό

Τα ψηφιακά μπλε και πράσινα καφενεία

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα tomanifesto, 08.09.2022

O Economist αυτής της εβδομάδας προειδοποιεί ξανά για το πρόβλημα της πολιτικής πόλωσης στην Αμερική: Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι δεν μιλούν πια μεταξύ τους ενώ οι Πολιτείες έχουν διαλέξει τη μια ή την άλλη πολιτική κατεύθυνση και όχι μόνο δεν συγκλίνουν προς ένα (ομοσπονδιακό) κέντρο αλλά, αντιθέτως, καθεμία τους προωθεί ολοένα και πιο ακραίες (και ανεδαφικές) πολιτικές, προσπαθώντας να ικανοποιήσει την, εξίσου ακραία, εκλογική της βάση. Παρότι ο Economist κατηγορεί γι αυτό το είδος της ομοσπονδίας που διάλεξαν οι ΗΠΑ (μεγάλη ανεξαρτησία στις Πολιτείες), κατά τη γνώμη μου κύριος υπεύθυνος για την ριζοσπαστικοποίηση των πολιτών σε Αμερική (αλλά και στην Ευρώπη) σήμερα είναι τα social media.

Για τα social media έχουν γίνει πολλοί παραλληλισμοί με την πραγματική ζωή, όμως νομίζω ότι κανένας τους δεν είναι επιτυχημένος. Έχει ειπωθεί ότι μοιάζουν με καφενεία, όμως σε κανένα καφενείο δεν μπορεί κανείς να πετάξει μια ανώνυμη, ακραία γνώμη και οι υπόλοιποι, εξίσου ανώνυμα, να τον χειροκροτήσουν, να τον βρίσουν ή να τον απειλήσουν. Ούτε φυσικά και με τις αρχαίες αγορές μοιάζουν γιατί και εκεί υπήρχαν κανόνες, κανείς δεν έπαιρνε τον λόγο χωρίς συνέπειες. Επιπλέον, το δυνητικά τεράστιο αριθμητικά κοινό στο ίντερνετ ανατρέπει κάθε μέτρο σύγκρισης στον πραγματικό κόσμο.

Το άλλο μοναδικό χαρακτηριστικό των ιντερνετικών κοινωνικών δικτύων είναι ο αυτό-εγκλωβισμός. Οι αλγόριθμοί τους επιδιώκουν να μεγιστοποιούν την ευχαρίστηση καθενός από εμάς καθώς διαβάζει τα νέα του. Ο μόνος ασφαλής τρόπος να το πετύχουν αυτό είναι να μας δίνουν μια από τα ίδια. Στην ουσία, κάθε ένα λάικ μας καταγράφεται και τα επόμενα κείμενα και εικόνες που μας σερβίρονται είναι συναφή με αυτό. Έτσι, οι δεξιοί ακούν μόνο τις γνώμες, τα αστεία και τα νέα των δεξιών και οι αριστεροί μόνο των αριστερών.

Με αυτή την έννοια ίσως μπορούμε να εντοπίσουμε στο παρελθόν της Ελλάδας κάτι που να θυμίζει τα social media σήμερα: τα μπλε και τα πράσινα καφενεία της δεκαετίας του 1980. Τα χρόνια τότε ήταν τόσο πολιτικά πολωμένα που η ελληνική κοινωνία είχε χωριστεί στα δύο: οι μισοί επισκέπτονταν μόνο μπλε καφενεία και οι άλλοι μισοί μόνο πράσινα, επειδή απλούστατα ήταν αδύνατη η συνύπαρξη όλων σε ένα. Αυτονόητα, εκεί μέσα οι εφημερίδες και οι συζητήσεις ήταν αποκλειστικά της μιας ή της άλλης κατεύθυνση.

Το σημαντικότερο πρόβλημα με την πόλωση είναι ότι όσοι την βιώνουν ζουν τελικά μέσα σε μια πολιτική φούσκα. Νομίζουν ότι όλη η υπόλοιπη κοινωνία συμφωνεί μαζί τους. Επειδή μιλούν για πολύ καιρό μόνο με ομοϊδεάτες τους πιστεύουν ότι όλη η κοινωνία σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο. Αν τύχει και βγουν από αυτή απορούν και διαμαρτύρονται, πόσο παράλογοι είναι οι «απέναντι».

Ένα άλλο πρόβλημα είναι η όξυνση. Μετά από καιρό μέσα στην ίδια πολιτική φούσκα οι μετριοπαθείς απόψεις αδυνατίζουν. Βαριέται κανείς εύκολα τη μετρημένη θέση και την ήρεμη ανάλυση. Σε περιόδους έξαρσης ακραίες θέσεις συγκεντρώνουν περισσότερα λάικς – βλέποντας αυτό όσοι θέλουν να τραβήξουν την προσοχή μαθαίνουν ότι, αν θέλουν ακόμα περισσότερα λάικς από τους προηγούμενους, θα πρέπει να εκφράσουν ακόμα πιο ακραίες θέσεις.

Πως λύθηκε το πρόβλημα των μπλε και πράσινων καφενείων της δεκαετίας του 1980; Από μόνο του. Στα τέλη της δεκαετίας ο κόσμος είχε κουραστεί, τα λεφτά τελείωσαν, τα προβλήματα μεγάλωσαν και έτσι παραμερίστηκαν οι ακραίοι και οι κορώνες τους. Με τον ίδιο τρόπο πιστεύω ότι θα λυθεί και το πρόβλημα των ιντερνετικών κοινωνικών δικτύων: οι πολίτες θα καταλάβουν κάποτε ότι ο αλγόριθμος τους εκμεταλλεύεται, και θα χάσει την εμπιστοσύνη τους. Θα πρέπει επομένως να κάνουμε υπομονή για καμία δεκαριά χρόνια ακόμα – μέχρι τότε οι δυτικές δημοκρατίες μας πρέπει να αντέξουν ενάντια σε όλα τα ακραία εκείνα στοιχεία που θέλουν το κακό τους.

Πάλι τα μπερδέψαμε: Το ραδιόφωνο δεν είναι twitter!

Δημοσιεύθηκε στο dEasy, 16.11.2021

Επειδή η κίνηση στους δρόμους έχει αυξηθεί περνάω όλο και περισσότερη ώρα στο αυτοκίνητο και έτσι είχα τη δυνατότητα να ακούσω πολύ περισσότερο ραδιόφωνο από ό,τι συνήθως. Διέκρινα επομένως μόλις τώρα ένα φαινόμενο που δεν είχα αντιληφθεί: Την «τουιτεροποίηση» του ραδιοφώνου, μέσω της, σχεδόν υποχρεωτικής, ανάγνωσης στον αέρα από τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς όλων των μηνυμάτων των ακροατών τους.

Το φαινόμενο διαπιστώνεται εύκολα: Σε κάθε ραδιοφωνική εκπομπή (ομολογουμένως, ειδησεογραφικού περιεχομένου) οι παραγωγοί είναι αναγκασμένοι να διαβάζουν τα SMS ή όποιο άλλο μήνυμα τους στέλνουν οι ακροατές τους στον αέρα. Γιατί λέω «αναγκασμένοι», χωρίς να ξέρω; Υποθέτω ότι είναι αναγκασμένοι, αφενός επειδή το κάνουν όλοι ανεξαιρέτως (αποκλείεται όλοι να το βρίσκουν τόσο καλή ιδέα) και αφετέρου επειδή, αν καμιά φορά δεν συμβεί, ζητούν συγνώμη, εξίσου στον αέρα, που «δεν πρόλαβαν να διαβάσουν όλα τα μηνύματα».

Αυτή η πρακτική ίσως να φαίνεται μια καλή ιδέα σε κάποιους. Υποθέτω ότι θεωρούν πως εξασφαλίζουν έτσι αφοσιωμένους ακροατές. Γνέφουν επιδοκιμαστικά προς το κοινό τους, αφού η ανάγνωση των μηνυμάτων στον αέρα είναι μια μορφή επιβράβευσης. Τέλος, ίσως θεωρούν ότι έτσι λύνουν το φαινομενικά άλυτο πρόβλημα του ραδιοφώνου (και της τηλεόρασης) στην social media εποχή που ζούμε: Το ραδιόφωνο είναι μονόδρομη επικοινωνία ενώ τα social media και οι καιροί απαιτούν διάδραση – τι καλύτερο επομένως από το να διαβάζουμε τα μηνύματα στον αέρα; Δεν είναι σαν να επικοινωνούμε πχ. όπως στο twitter;

Σωστά; Κατά τη γνώμη μου, όχι. Κάνουν λάθος. Διαβάζοντας μηνύματα στον αέρα οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί δεν σέβονται ούτε τους εαυτούς τους, ούτε εμάς τους (υπόλοιπους) ακροατές τους, ούτε το μέσο.

Το ραδιόφωνο δεν είναι twitter. Ραδιόφωνο ακούει κανείς επειδή θέλει να ακούσει την άποψη του ραδιοφωνικού παραγωγού. Γνωρίζει, και αποδέχεται, ότι η επικοινωνία είναι μονόδρομη, ότι θα ακούει και δεν θα μιλάει. Αν δεν του αρέσει η εκπομπή μπορεί να αλλάξει σταθμό ή και να το κλείσει εντελώς. Δεν ανοίγει το ραδιόφωνο για να πιάσει ψιλή κουβέντα με τον παραγωγό. Ούτε για να απαντήσει live στον αέρα σε ό,τι ακούει. Ούτε για να σχολιάσει ή να αστειευτεί σε εθνικό δίκτυο με ό,τι του συνέβη σήμερα.

Όμως, πολύ περισσότερο, δεν θέλουμε εμείς οι υπόλοιποι (ή, έστω, κάποιοι από εμάς) να ακούμε μέσω ραδιοφώνου την άποψη ή το σχόλιο ή το αστειάκι των υπολοίπων. Δεν το ανοίγουμε γι αυτόν τον σκοπό, δεν ακούμε μια ραδιοφωνική εκπομπή για να μάθουμε τα νεότερα του stelnokalampouriaseolitinellada ή εκείνου που το κινητό του λήγει σε 944. Στο κάτω-κάτω έχουμε και εμείς την δική μας άποψη, τα δικά μας νέα και το δικό μας αστειάκι. Πιο σημαντικά είναι του διπλανού; Γιατί εκείνου να ακουστούν σε εθνικό δίκτυο και όχι και τα δικά μας; Τι θα γίνει όμως αν αποφασίσουμε μια μέρα να τα στείλουμε όλοι μαζί;

Τελικά, είναι αυτή ακριβώς η βίαιη επιβολή του μηνύματος που με ενοχλεί. Στο ραδιόφωνο είμαι αναγκασμένος να ακούσω τα μηνύματα των ακροατών. Δεν έχω άλλη λύση, αν θέλω να ακούσω την εκπομπή ενός ραδιοφωνικού παραγωγού.

Αντιθέτως, στα social media μπορώ και να σκρολάρω και να μπλοκάρω. Δεν είμαι υποχρεωμένος να διαβάσω ή να δω. Όμως στο ραδιόφωνο δεν έχω επιλογή. Το ραδιόφωνο σήμερα δίνει τη δυνατότητα σε οποιονδήποτε να εκπέμψει το μήνυμά του πανελλαδικά, με αναγκαστική ακρόασή του από όλους τους υπόλοιπους.

Βέβαια, για να ξαναγυρίσω εκεί που ξεκίνησα, παραπάνω ομολόγησα ότι ακούω ραδιόφωνο περιστασιακά: Η κίνηση με έκανε να αυξήσω τις ώρες ακρόασης ώστε να αντιληφθώ αυτό το φαινόμενο. Επομένως, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η συζήτηση αυτή δεν με αφορά: Μόλις με το καλό επανέλθουμε στο κανονικό, εγώ θα γυρίσω στο spotify και οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί θα συνεχίσουν με όσους τους στέλνουν μηνύματα. Στο άμεσο μέλλον είναι, νομίζω, πράγματι έτσι τα πράγματα. Η γνώμη μου για την «τουιτεροποίηση» του ραδιοφώνου δεν έχει καμία αξία. Σε βάθος όμως χρόνου, εγώ και όσοι συμφωνούν μαζί μου θα κόψουμε εντελώς το ραδιόφωνο: Γιατί να ασχοληθούμε με ένα off-line twitter, με αναγκαστική κιόλας ανάγνωση όλων των μηνυμάτων, ενώ μπορούμε να μπούμε στο κανονικό; Από την άλλη μεριά, αν θέλουμε να ακούμε την άποψη συγκεκριμένων ανθρώπων και το ραδιόφωνο πλέον δεν μας παρέχει αυτή τη δυνατότητα τότε μπορούμε να μετακινηθούμε προς τα podcasts – όπως, φαντάζομαι ότι έχετε παρατηρήσει, ότι όλο και περισσότερο συμβαίνει γύρω μας.

Κατά τη γνώμη μου η λύση δεν είναι η προσομοίωση στα social media, αλλά η επιμονή στην ποιότητα. Η αναγνώριση του πραγματικού ρόλου του ραδιοφώνου, ως μέσου άποψης και όχι λαϊκής συμμετοχής. Ραδιόφωνο ακούμε επειδή εμπιστευόμαστε και θέλουμε να ακούσουμε τους παραγωγούς και κανέναν άλλον. Αν μείνουν όλοι πιστοί στους ρόλους τους, τότε ίσως στο μέλλον πειστούμε να αντικαταστήσουμε τα podcast μας με ραδιοφωνικές εκπομπές. Προσωπικά, άλλη λύση για το ραδιόφωνο δεν μπορώ να φανταστώ.