Το Evernote, και η συναισθηματική αξία του software

Δημοσιεύθηκε στο deasy.gr, 10.02.2026

Μετά από 17 χρόνια αυτές τις μέρες εγκατέλειψα το Evernote – ήμουν συνδρομητής από το 2009 (δείτε πχ εδώ και εδώ παλιότερα κείμενά μου γι αυτό). Να διευκρινίσω αμέσως ότι δεν φταίει ο κατασκευαστής. Παρότι η εφαρμογή άλλαξε χέρια πριν λίγα χρόνια, και οι νέοι ιδιοκτήτες συνέχισαν να την βελτιώνουν, ίσως και περισσότερο από τους προηγούμενους. Ήταν η ζωή μου που άλλαξε, αφού χρειάστηκα εδώ και λίγα χρόνια ισχυρότερη εφαρμογή «δεύτερου μυαλού» (second mind) και αναγκαστικά μετακινήθηκα προς Devonthink.

Καθώς έκανα τις απαραίτητες εργασίες μετεγκατάστασης (backups κλπ.), με έπιασε μια νοσταλγία, σε βαθμό που πήρα screenshot την οθόνη του account μου που έλεγε «subscriber since 2009» (και την «ανέβασα» στο Devonthink…). Σκέφτηκα ότι ήταν το μακροβιότερο πρόγραμμα στον υπολογιστή μου, το μόνο που επιβίωσε και την μετακόμισή μου από PC σε Mac πριν καμιά δεκαριά χρόνια. Υπάρχει όμως άραγε κάτι τέτοιο; Υπάρχει συναίσθημα (από τη μεριά του χρήστη!) στο software;

Στα αντικείμενα του πραγματικού κόσμου σίγουρα υπάρχει. Τις προάλλες έσπασα ένα ποτήρι-σφηνάκι που ήταν σουβενίρ από πρόσφατο ταξίδι μου και στεναχωρήθηκα πολύ – καμία σχέση με την πραγματική αξία του αντικειμένου, είχε μια άλλη, συναισθηματική για μένα. Το ίδιο και με άλλα αντικείμενα του σπιτιού ή της εργασίας μας, ακόμα και με εργαλεία (για να προσεγγίσουμε το software): σιγά-σιγά καθένα μέσα από τις συνθήκες απόκτησης ή χρήσης του αποκτά αξία συναισθηματική. Αυτή η αξία μερικές φορές μας κάνει να κάνουμε κιόλας παράλογα πράγματα, να βάζουμε σε προστατευμένες βιτρίνες αντικείμενα χαμηλής αξίας, να μην διαβάζουμε κάποια βιβλία μας (για να μην τσακίσει η ράχη τους) ή να μην χρησιμοποιούμε κάποια εργαλεία σε δύσκολες εργασίες από το φόβο μην ταλαιπωρηθούν.

Συμβαίνει το ίδιο άραγε και στο software; Σήμερα, αν είναι κάτι που μας συνοδεύει κάθε μέρα είναι το software που χρησιμοποιεί καθένας μας. Συνδεόμαστε καθόλου συναισθηματικά με αυτό;

Θεωρητικά οι συνθήκες είναι ίδιες. Ακόμα και οι συνθήκες απόκτησης, πολλές φορές: Θυμάμαι τις συνθήκες μου απόκτησης, τότε, του Evernote, όπως ακόμα καλύτερα θυμάμαι τις συνθήκες μου απόκτησης του ChatGPT Plus νωρίτερα αυτόν τον χρόνο. Επιπλέον, η χρήση του software είναι καθημερινή – δεν είχε περάσει μέρα (ή, έστω, εβδομάδα) που να μην είχα χρησιμοποιήσει το Evernote αυτά τα 17 χρόνια. Ακόμα περισσότερο σήμερα, με το ChatGPT. Που η σύνδεση;

Φυσικά, οι συνθήκες χρήσης είναι διαφορετικές. Τα αντικείμενα τα πιάνουμε στα χέρια μας, ερχόμαστε σε άμεση επαφή μαζί τους. Το software όχι, παρεμβάλλεται ο υπολογιστής, το smartphone κλπ. (Επομένως, μια άλλη, διαφορετική, συζήτηση θα ήταν αν συνδεόμαστε συναισθηματικά με το hardware μας…). Είναι δηλαδή η διαφορά αναλογικού και ψηφιακού κόσμου: ο πρώτος είναι αδιαμεσολάβητος για τους ανθρώπους, ενώ ο δεύτερος γίνεται αντιληπτός μέσω proxy.

Αυτό ίσως εξηγεί μια κάποια απόσταση, αν και η αντίδρασή μου με το Evernote δείχνει ότι και στον ψηφιακό κόσμο χωρούν συναισθηματισμοί, ίσως.

Ισχύει αυτό με οποιοδήποτε software; Ξεκάθαρα όχι. Αμέσως-αμέσως, αν ήθελα να είμαι ειλικρινής, η μακροβιότερη εφαρμογή στον υπολογιστή μου είναι το MS Word – είμαι χρήστης σχεδόν από την αρχή, από το 2.0. Εκεί δεν νιώθω κάποιον συναισθηματισμό είναι η αλήθεια – με χαρά θα «ξεφορτωνόμουν» το Word αν οι παγκόσμιες συνθήκες το επέτρεπαν (είναι το de facto παγκόσμιο πρότυπο όπου η ανθρωπότητα γράφει τα κείμενά της, εδώ και δεκαετίες…). Από την άλλη μεριά, επειδή word processing έμαθα με το WordPerfect 5.1, πάντα είχα ένα συναισθηματικό δέσιμο με αυτό (και μια στεναχώρια που δεν τα κατάφερε τελικά, παρά την, τότε, αδιαμφισβήτητη τεχνική ανωτερότητά του).

Ίσως επομένως και το είδος του software να επηρεάζει. Το MS Word είναι προϊόν «αυτοκρατορίας», ενώ το Evernote μια προσπάθεια ενός startupper που στην ουσία μεγάλωσε μαζί μου. Ίσως αλλιώς εκτιμούμε το ένα και αλλιώς το άλλο – και ίσως αυτό εξηγεί την πρόσφατη στροφή μου στο artisanal software. Από την άλλη μεριά, για την ώρα δεν θα αμφισβητήσω ότι υπάρχει «δέσιμο» με το ChatGPT μου (το θέμα άλλωστε αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής έρευνας αυτή την περίοδο).

Που μας αφήνουν όλα αυτά; Στο screenshot μου του Evernote (στ’ αλήθεια σκέφτηκα σοβαρά μήπως το πληρώνω για άλλα τρία χρόνια χωρίς να το χρησιμοποιώ ώστε να «στρογγυλέψω» εικοσαετία) και στις σκέψεις μου για τα υπόλοιπα προγράμματα που χρησιμοποιώ κάθε μέρα και χωρίς τα οποία απλά δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου, σε αντίθεση με το ποτήρι-σφηνάκι, του οποίου η απώλεια μπορεί να με στεναχώρησε όμως δεν υπήρξε λόγος να το αντικαταστήσω – ίσα ίσα.

Τι μας μαθαίνει το Apple Watch για την Ευρώπη σήμερα

Δημοσιεύθηκε στο dEasy, 23.01.2025

Πριν λίγες μέρες αναγκάστηκα ν’ αλλάξω smartwatch. Αντί να πάρω ακριβώς το ίδιο, σκέφτηκα να αγοράσω ένα από εκείνα με την αυτόνομη σύνδεση κινητής τηλεφωνίας (δηλαδή, με τη δική τους esim, που δεν χρειάζονται το κινητό σε απόσταση bluetooth για να λειτουργήσουν). Παρότι το κόστος ήταν μεγαλύτερο, σκέφτηκα ότι η ανεξαρτησία από συσκευή κινητού (που πλέον είναι όλες βαριές και ογκώδεις) θα μου επέτρεπε να παίρνω χωρίς επιπλέον βάρος και με μεγαλύτερη ασφάλεια «τα βουνά», σε απομακρυσμένες αθλητικές δραστηριότητες.

Η έκπληξη βέβαια ήρθε μετά την αγορά, όταν διαπίστωσα ότι η σύνδεση κινητής στα smartwatch δεν λειτουργεί – στην Ελλάδα τουλάχιστον. Το έψαξα λίγο παραπάνω, άλλωστε η ίδια η Αpple παρέχει σχετική λίστα. Από όλη την Ευρώπη μόνο 2-3 χώρες παρέχουν πραγματικά την υπηρεσία, δηλαδή από όλους τους παρόχους τους τηλεπικοινωνιών στο εσωτερικό τους. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων μόνο ένας ή το πολύ δύο πάροχοι την καλύπτουν – σε αρκετές μάλιστα χώρες, όπως η δική μας, η υπηρεσία δεν προσφέρεται καθόλου (παρότι και η Vodafone και ο όμιλος DT σε άλλες χώρες την παρέχουν). Φυσικά, για roaming ούτε κουβέντα – οι υποσημειώσεις και τα disclaimers για κάθε μια χώρα και πάροχο έχουν πάρει φωτιά στις ιστοσελίδες της apple.

Αυτό εδώ όμως δεν είναι ένα κείμενο να παραπονεθώ για την έλλειψη στην Ελλάδα: αφενός έπρεπε να είχα κάνει την έρευνά μου από πριν, και αφετέρου, αλλοίμονο αν το μόνο μας πρόβλημα ήταν εκείνο όσων από εμάς («περίεργων») θέλουν να πάρουν τα βουνά χωρίς το κινητό τους.

Αντιθέτως, το κείμενο αυτό είναι για να μας δείξει, με απλό τρόπο, την κατάσταση στην Ευρώπη σήμερα. Κάθε μια χώρα είναι μόνη της, η αγορά είναι κατακερματισμένη, ασύνδετη, και, αντικειμενικά, πίσω. Η δυνατότητα της esim στα smartwatch δεν είναι καινούργια, παρέχεται εδώ και 4-5 χρόνια από τους κατασκευαστές κινητών. Όταν στην Αμερική (και στην Κίνα, υποθέτω) η χρήση της θεωρείται δεδομένη, στην Ευρώπη ακόμα συζητάμε ποιος (ίσως) πάροχος την παρέχει και αν λειτουργεί κανονικά σε κάθε μια χώρα της.

Πριν λίγους μήνες η «έκθεση Ντράγκι», που πολύ φοβάμαι ότι θα γίνει η «Βίβλος» σε μια Ευρώπη που έχει στερέψει από ιδέες, μας είπε ότι για την κατάσταση στην Ευρώπη φταίνε οι πολλοί και αυστηροί νόμοι, και ότι θα πρέπει να χαλαρώσουμε τους νόμους και να «αδειάσουμε ένα κουβά», δημόσιου, χρήματος στις εταιρείες, ώστε να γίνουν ανταγωνιστικές.

Προφανώς, ο κύριος Ντράγκι δεν φοράει smartwatch…

Εθνική κυριαρχία στην ψηφιακή εποχή

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 18.05.2021

Που (πρέπει να) βρίσκονται τα δεδομένα μας;

Πριν λίγες μέρες για τις ανάγκες μιας ακαδημαϊκής παρουσίασης σχετικά με «παραβιάσεις προσωπικών δεδομένων» (personal data breaches) θυμήθηκα εκείνη τη διαρροή δεδομένων των αεροπορικών εταιρειών που «άγγιξε» και την Ελλάδα, αφού σχετικές ενημερώσεις πήραμε και όσοι χρησιμοποιούμε συχνά την Aegean. Ψάχνοντας λίγο περισσότερο είδα ότι την παραβίαση στην ουσία την υπέστη η εταιρεία Sita, η οποία από ό,τι φαίνεται επεξεργάζεται όλα τα δεδομένα των ευρωπαίων που ταξιδεύουμε με αεροπλάνο, αφού εξυπηρετεί εκατοντάδες αεροπορικές εταιρείες μεταξύ των οποίων και όσες ανήκουν στη Star (Lufthansa group) αλλά και στην One World (British Airways group) alliance.

Τι εθνικότητας είναι η Sita; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει, επειδή το κρύβει επιμελώς (έβαλε άλλωστε και τον Guardian να κάνει διόρθωση σχετικά). Τυπικά έχει έδρα στην Ελβετία (Γενεύη), ουσιαστικά ίσως στην Αμερική (Ατλάντα), όμως κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Σε κάθε περίπτωση πάντως, αν κάτι γι αυτήν είναι σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται για ευρωπαϊκή εταιρεία.

Όλα τα δεδομένα, επομένως, από οποιαδήποτε πτήση κάθε Έλληνα πολίτη τηρούνται, άμεσα ή έμμεσα, στην Αμερική (ή, τέλοσπάντων, η αμερικανική κυβέρνηση μπορεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτά).

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για όλα τα οικονομικά δεδομένα κάθε Έλληνα πολίτη: Η Visa και η Mastercard είναι αμερικανικές εταιρείες.

Τι άλλο κάνει ένας άνθρωπος μέσα στην ημέρα του εκτός από το να καταναλώνει και ίσως να ταξιδεύει; Εργάζεται. Η Microsoft, η Google και η Apple είναι αμερικανικές εταιρείες. Θυμίζω επίσης ότι ενώ στο παρελθόν τα εργαλεία software τα αγόραζε κανείς «από το ράφι», τα εγκαθιστούσε στο εσωτερικό του δίκτυο και τα δεδομένα του τηρούνταν τοπικά, σήμερα όλα τα παραπάνω προϊόντα λειτουργούν στο cloud.

Φυσικά, δεν υπάρχει κανένας νομίζω λόγος να θυμίσω ότι και η διασκέδαση του μέσου Έλληνα παρέχεται απευθείας από αμερικανικές εταιρείες, από τα social media μέχρι το Netflix και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια-πλατφόρμες.

Σταματώ εδώ, όχι τόσο για λόγους οικονομίας κειμένου όσο γιατί εδώ σταματούν οι γνώσεις μου. Δεν γνωρίζω τι συμβαίνει με τα δεδομένα των οπλικών συστημάτων, ούτε με τις τεχνολογικές υποδομές πίσω από τα κρατικά δεδομένα ασφαλείας, ούτε καν τις τεχνολογικές υποδομές πίσω από τα απλά δεδομένα των Ελλήνων πολιτών που τηρεί η ελληνική κυβέρνηση. Φαντάζομαι ότι μέτρα ασφαλείας τήρησης των δεδομένων θα έχουν ληφθεί τόσο σε ελληνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αν και μάλλον θα έπρεπε κανείς να είναι αφελής για να πιστέψει ότι οι, Αμερικανοί κατασκευαστές τους δεν έχουν λάβει και εκείνοι τα δικά τους μέτρα πρόσβασης και σε αυτά τα δεδομένα αν χρειαστεί. Άλλωστε, αυτή ακριβώς η υποψία δεν βρίσκεται πίσω από την αμερικανική εναντίωση να χρησιμοποιούμε κινεζικά προϊόντα για τις αντίστοιχες χρήσεις;

Συνεπώς σήμερα όλα τα δεδομένα μας ή και του ελληνικού κράτους οποιαδήποτε ώρα και στιγμή μιας οποιασδήποτε ημέρας τα επεξεργάζονται αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες μάλιστα πιθανότατα, πολύ βολικά, παρέχουν και υπηρεσίες αποθήκευσης και τήρησής τους. Αντίστοιχα, ό,τι ισχύει για την Ελλάδα υποθέτω ότι ισχύει λιγότερο ή περισσότερο και για τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη.

Πως φτάσαμε ως εδώ;

Πριν 20-30 χρόνια αυτή δεν ήταν καθόλου αυτονόητη κατάσταση ούτε για τα κράτη ούτε για τους πολίτες. Το λογισμικό βέβαια ήταν σημαντικό στην Ευρώπη και ήδη χρησιμοποιούνταν από τη δεκαετία του 1970 από τη δημόσια διοίκηση και του 1980 από τον ιδιωτικό τομέα. Όμως, αφενός μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1990 τα αρχεία ήταν ακόμα κυρίως σε χαρτί και αφετέρου το λογισμικό ήταν προορισμένο να εγκατασταθεί και να λειτουργήσει τοπικά. Αυτό το δεύτερο έχει, κυρίως, σημασία: Μέχρι και τις αρχές του 2000 κάθε κράτος, κάθε επιχείρηση και κάθε πολίτης αγόραζε πακέτα λογισμικού «από το ράφι», τα εγκαθιστούσε τοπικά μόνος του σε υπολογιστές που ελάχιστα συνδεδεμένοι ήταν μεταξύ τους, και τηρούσε τα δεδομένα του «δίπλα του». Οι ενημερώσεις λογισμικού γίνονταν «με το χέρι». Η τεχνική υποστήριξη παρεχόταν τοπικά, αναγκαστικά με «δια ζώσης» παρουσία τεχνικού.

Το internet, το cloud αλλά και οι επιθετικές συνδρομητικές πολιτικές των (αμερικανικών) εταιρειών ανέτρεψαν για πάντα αυτό το μοντέλο. Οι υπολογιστές, τα smartphones ή τα tablets συνδέονται πλέον ήδη από το άνοιγμα του κουτιού τους με τον κατασκευαστή τους για διαρκή παροχή ενημερώσεων λογισμικού. Οι εφαρμογές μας εγκαθίστανται με download και όχι μέσω cd ή άλλων drives (που πια έχουν εξαφανιστεί). Η τεχνική υποστήριξη παρέχεται αποκλειστικά online, μέσω απομακρυσμένης πρόσβασης.

Έτσι, κατά τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια μπορεί οι τεχνολογικές λύσεις να έγιναν φθηνότερες, ταχύτερες και αποτελεσματικότερες όμως αυτό το πέτυχαν μέσω της αναγκαστικής διαρκούς μετάδοσης των δεδομένων στον (Αμερικανό) κατασκευαστή τους.

Στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη ανταλλάξαμε, δηλαδή, εθνική κυριαρχία με οικονομικά οφέλη. Δώσαμε έλεγχο, και πήραμε παραγωγικότητα.”

Αυτό περίπου είναι, όπως το βλέπω εγώ, το κοινωνικό, ιστορικό και τεχνολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο διεξάγεται σήμερα ο νομικός διάλογος για data sovereignty, data residency και data localisation. (Τους όρους τους αφήνω επίτηδες αμετάφραστους, όχι μόνο επειδή δεν υπάρχει γενικά αποδεκτή ελληνική απόδοση αλλά και προκειμένου να δώσω τη δυνατότητα σε όποιον ενδιαφέρεται να το ψάξει περισσότερο.) Όμως, όπως είπα, αυτή είναι η δική μου θεώρηση των πραγμάτων (για την οποία έχω ήδη γράψει στο 2045.gr και εδώ). Μια διαφορετική προσέγγιση των ίδιων ακριβώς γεγονότων και της ίδιας πραγματικότητας θα υποστήριζε ίσως ότι η ψηφιακή τεχνολογία έδωσε στην ανθρωπότητα πρωτοφανείς δυνατότητες να επεξεργαστεί δεδομένα φθηνά και γρήγορα και προς όφελος όλων μας. Και ότι δεν πειράζει που στη διαδικασία αυτή τα δεδομένα όλων μας τα τηρεί ένα και μόνο κράτος, επειδή το σύστημα των data centers είναι τόσο διάσπαρτο που κανείς στην ουσία δεν ξέρει που ακριβώς βρίσκεται τι.

Αυτές οι δύο διαμετρικά αντίθετες απόψεις (η σημερινή κατάσταση είναι ή δεν είναι πρόβλημα για τα κράτη και τους πολίτες τους) συγκρούονται σε παγκόσμιο ρυθμιστικό επίπεδο, σε έναν παγκόσμιο νομικό πόλεμο. Η Αμερική, εύλογα, επιθυμεί τη διατήρηση της παρούσας κατάστασης, ιδεολογικά μέσω της ελευθερίας των αγορών και του «ανοίγματος» της ψηφιακής οικονομίας και, πρακτικά, μέσω της συνεχιζόμενης ανοχής στον γιγαντισμό των ψηφιακών εταιρειών της, παρότι δημιουργούν πλέον και στο εσωτερικό της οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Η Ευρώπη θέλει να διατηρήσει κάπως τον έλεγχο, όμως γνωρίζει ότι για να το πετύχει αυτό διαθέτει μόνο νομικά εργαλεία: Ο GDPR, η νομοθεσία για την κυβερνοασφάλεια και τώρα ίσως και η νομοθεσία για την Τεχνητή Νοημοσύνη βάζουν έμμεσα κανόνες στο που και πως τηρούνται τα δεδομένα. Δεν διαθέτει όμως ακόμα τις τεχνολογικές λύσεις για να υποστηρίξει τα θέλω της. Η Κίνα λειτουργεί το εντελώς δικό της σύστημα, μακριά από την Αμερικανική παντοδυναμία: Δικές της τεχνολογίες, δικές της πιστωτικές κάρτες, δικά της data centers, δικά της social media. H Ρωσία λιγότερο ή περισσότερο ακολουθεί το παράδειγμά της.

Στον παραπάνω νομικό και τεχνολογικό πόλεμο κερδίζονται και χάνονται πολλές μάχες. Για παράδειγμα, ο GDPR ήταν μια κερδισμένη, παγκόσμια μάχη για την Ευρώπη. Η Αυστραλία έχασε από το Facebook. Η Microsoft και η Apple προσπάθησαν, καθεμία με διαφορετικό βαθμό επιτυχίας, να αντισταθούν σε αιτήματα πρόσβασης από τις αμερικανικές αρχές. Η, κινεζική, Huawei «ταλαιπωρήθηκε» από τις αμερικανικές αρχές. Το TikTok το ίδιο.

Και για το μέλλον; Αν με ρωτάτε, είμαι εντελώς πεπεισμένος ότι τα δεδομένα των Ελλήνων πολιτών και του ελληνικού κράτους πρέπει να παραμένουν στην Ελλάδα, προστατευμένα κατά το δυνατό από οποιαδήποτε πρόσβαση τρίτου. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι κάτι τέτοιο είναι εντελώς ανέφικτο, αφού οι τεχνολογικές ανάγκες για να συμβεί κάτι τέτοιο μας ξεπερνούν κατά πολύ.

Η Ευρώπη, επομένως, είναι η μόνη λύση. Η αναγκαστική επεξεργασία και τήρηση των δεδομένων σε ευρωπαϊκό έδαφος από ευρωπαϊκές εταιρείες είναι για εμένα μονόδρομος. Localisation, συνεπώς – το sovereignty ή το residency δεν αρκούν. Όπως θα σας πει οποιοσδήποτε νομικός, είναι πρακτικά αδύνατο να επιβάλεις δικό σου νόμο στο εσωτερικό τρίτου κράτους όταν στο κράτος αυτό δεν αρέσει ο νόμος σου. Αυτή όμως είναι η ουσία της εθνικής κυριαρχίας ακόμα και στην ψηφιακή εποχή, ο βασικός ρόλος του κράτους: Η προστασία των πολιτών του σύμφωνα με τους νόμους που οι ίδιοι ψήφισαν. Παλιά αυτό γινόταν εύκολα, με φυσικό τρόπο, εντός εθνικών συνόρων. Αν ψηφιακά σύνορα ίσως σήμερα δεν υπάρχουν (αν και οι Κινέζοι και οι Ρώσοι θα διαφωνούσαν με αυτό), είναι νομίζω καιρός σήμερα να τα δημιουργήσουμε.

Eίναι το δικαίωμα στη λήθη απαραίτητο βοήθημα στην ψηφιακή εποχή;

Δημοσιεύθηκε στο 2045.gr, 3.12.2020

Ή τελικά μία μορφή ψηφιακής λογοκρισίας;

Αυτή τη φορά ας ξεκινήσουμε καλύτερα από το τέλος: Δικαίωμα στη λήθη δεν υπάρχει, ή έστω δεν υπάρχει έτσι όπως κανείς θα το φανταζόταν από την εκφώνησή του και μόνο. Το δικαίωμα στη λήθη πρέπει καλύτερα να γίνει αντιληπτό ως σχήμα λόγου, ως μια λογοτεχνική κατασκευή παρά ως ένα κλασσικό, συνηθισμένο νομικό δικαίωμα.

Αφού ξεκινήσαμε μειώνοντας τις προσδοκίες ας δούμε τώρα το τι και το γιατί σχετικά με ένα δικαίωμα που γοήτευσε όλον τον πλανήτη όσο καμία άλλη νομική διάταξη κατά τη δεκαετία που τώρα σιγά σιγά ολοκληρώνουμε.

Τυπικά το «δικαίωμα στη λήθη» κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων, του γνωστού σε όλους μας GDPR. Τα προβλήματα αρχίζουν αμέσως με την πρώτη ανάγνωση: Άρθρο 17, Δικαίωμα Διαγραφής («Δικαίωμα στη Λήθη»). Σε παρένθεση, επομένως, το δικαίωμα στη λήθη. Ουσιαστικά το άρθρο 17 μιλά για το δικαίωμα στη διαγραφή. Ισοδυναμεί η διαγραφή με τη λήθη; Θα το δούμε σε λίγο, όταν στο προσκήνιο θα μπει, δυναμικά, η Google.

“Το άρθρο 17 του Κανονισμού GDPR μιλά για το δικαίωμα στη διαγραφή. Ισοδυναμεί η διαγραφή με τη λήθη;”

Η πρώτη παράγραφος δίνει το περιεχόμενο του δικαιώματος στη λήθη: «Το υποκείμενο των δεδομένων  έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τη διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν […] εάν ισχύει ένας από τους ακόλουθους λόγους». Παρακάτω δίνονται έξι συνολικά λόγοι, ο πρώτος όμως έχει μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν είναι αυτονόητος: «[εάν] τα δεδομένα δεν είναι πλέον απαραίτητα σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέχθηκαν ή υποβλήθηκαν κατ’ άλλον τρόπο σε επεξεργασία». Διαγραφή επομένως μπορούμε να ζητήσουμε και αν η χρησιμότητα της επεξεργασίας των δεδομένων μας έχει πια ολοκληρωθεί.

Για να καταλάβουμε πως περίπου λειτουργεί αυτό το κριτήριο καλό είναι να δούμε πως φτάσαμε ως εκεί. Η Κομισιόν είχε δηλώσει ήδη από το 2010 ότι σκόπευε να εισαγάγει ένα «δικαίωμα στη λήθη (right to be forgotten)» στον GDPR, που όπως είναι γνωστό εκδόθηκε το 2016, όμως το Δικαστήριο την πρόλαβε το 2014: Στην υπόθεση Google Spain ένας Ισπανός διαμαρτυρήθηκε επειδή δεδομένα πλειστηριασμoύ οικίας του για χρέη παρέμεναν δημοσιευμένα για πολλά χρόνια στον ιστότοπο εφημερίδας και εμφανίζονταν στις αναζητήσεις στην Google με το όνομά του. Ζήτησε επομένως τη διαγραφή των στοιχείων. Το Δικαστήριο δικαίωσε την εφημερίδα, όχι όμως και την Google: Θεώρησε ότι η Google καθορίζει τον σκοπό και τα μέσα της επεξεργασίας και ότι ως προς αυτήν, την Google δηλαδή, ο σκοπός της συλλογής και επεξεργασίας για τον συγκεκριμένο Ισπανό είχαν ολοκληρωθεί. Επομένως, η Google διατάχθηκε να διαγράψει.

Οι συνέπειες αυτής της απόφασης του Δικαστηρίου ταρακούνησαν το παγκόσμιο ίντερνετ. Άλλο πράγμα να το συζητάει η Κομισιόν για νόμο που ίσως ισχύσει σε πέντε χρόνια και άλλο το Δικαστήριο να διατάζει διαγραφή εδώ και τώρα. Οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές: Μέσα σε λίγες εβδομάδες η Google έστησε ολόκληρο (ημι-αυτοματοποιημένο) μηχανισμό εξέτασης αιτήσεων για διαγραφή, αφού άλλωστε εντός ολίγων ημερών από την έκδοση της απόφασης είχε προλάβει να λάβει ήδη πάνω από 40.000 τέτοιες αιτήσεις.

          Το σύνολο των αιτήσεων διαγραφής στη Google πλησιάζουν πλέον το 1 εκατομμύριο.

Επομένως το περιεχόμενο του άρθρου 17 που ήρθε το 2016 ήταν προδικασμένο. Εν μέρει τουλάχιστον, αφού ο Κανονισμός επιβεβαίωσε όσα μάθαμε από το Δικαστήριο και προτίμησε να μην πάει παρακάτω ούτε να κάνει κάτι θεαματικά καινούργιο.

Τα πράγματα βέβαια δεν σταμάτησαν εκεί. Με απανωτές, σχεδόν, αποφάσεις το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι οι διαγραφές ισχύουν μόνο για την Ευρώπη (επομένως η Google δεν υποχρεούται να διαγράψει γενικώς) και ότι αιτήματα διαγραφής πχ. «παράνομων» σχέσεων με πολιτικούς ή καταδικαστικές αποφάσεις για σεξουαλικές επιθέσεις δεν πρέπει να δικαιωθούν. Σε όλη την Ευρώπη οι εθνικές Αρχές Προστασίας Δεδομένων εξετάζουν πλέον αιτήσεις διαγραφής που αρνείται η Google (ο γράφων υπηρετεί για την ώρα στην ελληνική Αρχή, όμως οι απόψεις εδώ είναι αυστηρά προσωπικές), με τον αντίστοιχο όγκο εργασίας τους να έχει αυξηθεί σημαντικά.

Όμως η νομική ανάλυση πρέπει να σταματήσει εδώ, για τα υπόλοιπα ας αναζητηθεί βοήθεια από τους ειδικούς. Σκοπός εδώ είναι να δούμε αν το, όποιο, δικαίωμα στη λήθη, αν υποτεθεί ότι λήθη σήμερα αποτελεί η διαγραφή από τον κατάλογο αποτελεσμάτων της Google (delisting), είναι απαραίτητο ψηφιακό βοήθημα για το άτομο ή ψηφιακή λογοκρισία.

Είναι απαραίτητο ψηφιακό βοήθημα για το άτομο, επειδή μια πληροφορία που θα ήταν δύσκολο να εντοπίσει κανείς, κρυμμένη από την κοινή θέα σε δημοσιεύματα εφημερίδων μικρής κυκλοφορίας ή σε βιβλία εκτός κυκλοφορίας ή σε ιστολόγια (blogs) ή σε σχόλια (comments) ο (εξαιρετικός) αλγόριθμος της Google την φέρνει πανεύκολα και εντός δευτερολέπτων μπροστά μας. Τίποτα πια δεν μπορεί να κρυφτεί, να ξεχαστεί μέσω της μη διαρκούς υπενθύμισης. Το χειρότερο μάλιστα είναι ότι το κουτσομπολιό και το «σχολιάκι» εμφανίζονται δίπλα, σαν ίσα, στην έγκυρη ανάλυση ή στην επίσημη διάψευση ή στην απαλλακτική δικαστική απόφαση. Ή, ακόμα χειρότερα, αν το «πικάντικο» έχει προσελκύσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον (περισσότερα «κλικ») τότε εμφανίζεται πρώτο στα αποτελέσματα αναζήτησης, ως περισσότερο σχετικό. Η «ρετσινιά» ενός στιγμιαίου λάθους μας ή ένα ψέμα παρότι τελικά φανερώθηκε μπορεί να συνοδεύουν ψηφιακά το όνομά μας για πάντα.

“Που σταματά το δικαίωμα στην ενημέρωση ή και στην ασφάλεια του προσώπου και ξεκινούν τα δικαιώματα στην προσωπικότητα ή στα προσωπικά δεδομένα ή στην προσωπική ζωή;”

Ψηφιακή λογοκρισία είναι επειδή δεν είναι δουλειά της Google (αν με ρωτήσετε, ούτε και των Αρχών Προστασίας Δεδομένων) να κρίνει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να μείνει στη λαϊκή μνήμη («λαϊκή» με την έννοια ότι σχεδόν για όλους μας σήμερα η Google είναι η βασική μηχανή αναζήτησης γνώσης). Πρέπει ή δεν πρέπει να μπορούμε εύκολα να μάθουμε ότι ο γείτονάς μας απασχόλησε την αστυνομία κάποτε; Ότι ο γιατρός ή ο δικηγόρος μας κάποτε είχαν προβλήματα με τους συλλόγους τους; Ότι ο δάσκαλος των παιδιών μας όταν ήταν φοιτητής είχε κακοδιαχειριστεί το ταμείο του φοιτητικού συλλόγου του; Ότι ο ιερέας της ενορίας μας είχε τσακωθεί με το ποίμνιό του στο παρελθόν; Ότι ο φούρναρής μας είχε κατηγορηθεί online ως ακροδεξιός ή ακροαριστερός; Ή ότι συμμετείχε σε πορεία; Που σταματά το δικαίωμα στην ενημέρωση ή και στην ασφάλεια του προσώπου και ξεκινούν τα δικαιώματα στην προσωπικότητα ή στα προσωπικά δεδομένα ή στην προσωπική ζωή; Που σταματά η απαραίτητη ή χρήσιμη γνώση και ξεκινά το περιττό κουτσομπολιό;

Δύσκολα θέματα που απάντηση δεν έχουν. Η γνώμη μου, αν με ρωτήσετε, είναι ότι η περίοδος που περνάμε είναι μεταβατική και ότι όλα θα λυθούν από μόνα τους. Σήμερα, ο άνθρωπος χρειάζεται κάθε βοήθεια που μπορεί να του προσφερθεί στο ίντερνετ επειδή όλα κι όλα δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει στη νέα πραγματικότητα που ζούμε, επομένως το, όποιο, δικαίωμα στη λήθη κάνει καλό. Από την άλλη μεριά, η ψηφιακή λογοκρισία από ιδιωτικές εταιρείες ή ακόμα και από κρατικές αρχές πρέπει κάποια στιγμή στο μέλλον να σταματήσει: Η πληροφορία πρέπει να παραμείνει ελεύθερη και προσβάσιμη από όλους με τους ίδιους όρους – αρκεί καθένας μας να έχει μάθει στο μεταξύ να ξεχωρίζει ανάμεσα σε κάτι που διάβασε στο τοονομαμουειναιβαγγελης.com και στον ιστότοπο της Britannica.