Η πρόσφατη κατακρήμνιση της αξίας των «ψηφιακών» μετοχών οδήγησε σε ανατροπές στη λίστα των πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου. Σύμφωνα με το Forbes, ο πλουσιότερος όλων δεν είναι πλέον ο Έλον Μασκ αλλά ένας Ευρωπαίος, ο Bernard Arnault. Το γεγονός χαιρετίστηκε τόσο από τους (χαιρέκακους) αντιπάλους του Έλον στο Τουίτερ όσο και από ειδικά έντυπα όπως ο Economist, που έκαναν λόγο για «Ευρωπαϊκό καπιταλισμό». Αναρωτιέμαι τελικά αν μόνο εγώ στεναχωρήθηκα.
Ο κ. Arnault δεν είναι ιδιοκτήτης κάποιας τεχνολογικής εταιρείας αλλά του ομίλου ειδών πολυτελείας LVMH (Moët Hennessy Louis Vuitton), στον οποίο επίσης ανήκουν η Dior, τα Tiffany, κα. Αν ψάξουμε για ψηφιακή τεχνολογία, από τους πενήντα πρώτους της λίστας δεν θα βρούμε κανέναν Ευρωπαίο. Για την ακρίβεια, στους πρώτους εκατό υπάρχει μόνο ένας με ψηφιακό αντικείμενο, και μάλιστα Ελβετός.
Τι μας λένε τα παραπάνω; Ότι η ψηφιακή τεχνολογία δεν παράγεται στην Ευρώπη. Η Ευρώπη είναι ανύπαρκτη στις 100 κορυφαίες θέσεις της παγκόσμιας ψηφιακής κατάταξης. Στην ουσία, παράγει πολυτέλεια και εισάγει τεχνολογία. Άλλωστε, αυτό διαπιστώνει καθένας μας εμπειρικά: Πόσες ευρωπαϊκές ψηφιακές εταιρείες «μπαίνουν» στο σπίτι μας; Από αυτοκίνητα ή ποτά όμως…
Αυτή η διαπίστωση έχει μεγάλη σημασία. Η Ευρώπη είναι στην ουσία χρήστης των τεχνολογιών που παράγουν άλλοι, δηλαδή η Αμερική και η Κίνα. Ομολογουμένως είναι πολύ σημαντικός χρήστης, επειδή έχει εύρωστη εσωτερική αγορά 500εκ πολιτών, επομένως όλοι προσπαθούν να την έχουν ικανοποιημένη. Όμως, άλλο χρήστης και άλλο δημιουργός. Αν θέλει να παίξει στον παγκόσμιο χάρτη, ενόψει και της επερχόμενης τεχνητής νοημοσύνης, είτε θα πρέπει αυτό να το αλλάξει, κάτι που φαίνεται από δύσκολο έως αδύνατο, είτε να βρει τρόπους να το ελέγξει – με μόνο εργαλείο της, σε αυτή την κατεύθυνση, τον νόμο.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα tomanifesto.gr, 5.12.2022
Καθώς σύντομα μπαίνουμε σε εκλογική διετία (εθνικές και αυτοδιοικητικές, ευρωεκλογές) ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων (social media) αναμένεται να ενισχυθεί. Στην ουσία η εκλογική μάχη σε μεγάλο βαθμό θα δοθεί εκεί, όχι μόνο άμεσα, από τους υποψήφιους και τα κόμματα που, εύλογα, εκεί θα δαπανήσουν μεγάλο μέρος του εκλογικού τους προϋπολογισμού, αλλά και έμμεσα, από τους influencers (ελλείψει ελληνικού όρου) της μιας και της άλλης πλευράς. Ενώ όμως οι υποψήφιοι και τα κόμματα φέρουν κομματικό τίτλο, και επομένως ο λόγος και ο ρόλος τους είναι ξεκάθαρος, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους influencers. Στην περίπτωση αυτή η πολιτική θέση καθενός ούτε φανερή είναι, ούτε τα κίνητρά τους διαπιστώσιμα – ούτε, άλλωστε, τους υποχρεώνει κανείς σε συνέχεια και συνέπεια: τη μια φορά μπορούν να τα λένε έτσι και την άλλη αλλιώς. Με τον όρο influencers εννοώ τα «επαγγελματικά» προφίλ στα social media, δηλαδή τους λογαριασμούς που έχουν πάνω από 4.000 φίλους ή «ακόλουθους». Οποιοσδήποτε ιδιώτης που χρησιμοποιεί τα social media μόνο για προσωπική του χρήση δεν μπορεί να έχει περισσότερους από χίλιους ή έστω δύο χιλιάδες «φίλους»: τους 300-500 θα τους γνωρίζει προσωπικά και οι υπόλοιποι θα αποτελούν τον ευρύτερο κύκλο του. Οτιδήποτε παραπάνω από αυτό αποτελεί, για μένα τουλάχιστον, επαγγελματική χρήση των social media. Το πρόβλημα με τους influencers όσον αφορά την πολιτική είναι ότι αποκτούν τον κύκλο τους με συγκεκριμένο αντικείμενο, το οποίο κατά κανόνα δεν την αφορά. Δηλαδή, είναι κάποιος influencer επειδή είναι καλός μάγειρας και «ανεβάζει» εξαιρετικές συνταγές. Ή, είναι καλός αθλητής και ανεβάζει αθλητική ενημέρωση. Ή, είναι ειδικός στη μόδα ή στη διατροφή ή στα βιβλία και δημοσιεύει στο προφίλ του αντίστοιχες πληροφορίες. Με άλλα λόγια, κάθε influencer έχει συγκεκριμένο αντικείμενο, το οποίο ενδιαφέρει τους «ακόλουθούς» του. Στο ίδιο πλαίσιο, όπως είναι γνωστό, συχνά οι influencer αμείβονται για διαφημιστικές υπηρεσίες που παρέχουν μέσω του προφίλ τους. Δηλαδή, επιχειρήσεις πληρώνουν influencers για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους, προφανώς στο αντικείμενό τους. Από τη μεριά τους συχνά οι influencer πληρώνουν τις πλατφόρμες των social media για την προώθηση του προφίλ τους. Πρόκειται για έναν κύκλο της σύγχρονης οικονομίας που επικρατεί γύρω μας. Τι γίνεται όμως όταν στο παραπάνω μοντέλο τυχόν παρεισφρήσει η πολιτική; Τι θα γίνει αν κάποιος influencer, καθώς ανεβάζει φωτογραφίες και video φαγητών, αγώνων ή ρούχων, παρεμπιπτόντως και «εντελώς τυχαία» αναφέρει ότι υποστηρίζει το ένα ή το άλλο κόμμα; Τον έναν ή τον άλλον πολιτικό; Η πλατφόρμα, συνηθισμένη να μεταδίδει τα post του σε όλους τους «ακολούθους» του, θα μεταδώσει και τα μηνύματα αυτά. Οι ακόλουθοί του, συνηθισμένοι να διαβάζουν ό,τι ποστάρει θα δουν και τα μηνύματα αυτά. Έτσι, η, έμμεση και άδηλη διαφήμιση θα έχει ολοκληρωθεί. Για να είμαστε δίκαιοι αυτό δεν είναι ανήκουστο στην πραγματική, μη ψηφιακή ζωή. Είναι γνωστό σε όλους ότι οι καλλιτέχνες καλούνται, και αρέσκονται, να παίρνουν πολιτική θέση. Το ίδιο και οι, δημόσιοι, διανοούμενοι. Σε αυτές τις περιπτώσεις καθένας χρησιμοποιεί το μέσο του: οι καλλιτέχνες τις συναυλίες, οι διανοούμενοι τις εφημερίδες και όλοι μαζί την τηλεόραση και τα ραδιόφωνα. Ούτε σε κείνους υπάρχει απαίτηση συνέπειας: συχνά αλλάζουν «στρατόπεδα». Και εκείνοι επηρεάζουν το κοινό τους – ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζουν τα κόμματα, που συχνά τους βάζουν στα ψηφοδέλτιά τους για τον λόγο αυτόν. Αφού λοιπόν σε κείνους επιτρέπεται (αν δεν είναι αναμενόμενο, κιόλας), γιατί άραγε να απαγορεύεται στους influencers; Η απάντηση, νομίζω, βρίσκεται στον όγκο της πληροφορίας. Οι καλλιτέχνες και οι δημόσιοι διανοούμενοι είναι τελικά λίγες δεκάδες άτομα που μπορεί να επηρεάζουν πολλούς όμως, επειδή ακριβώς είναι λίγοι, «παρακολουθούνται». Δηλαδή, είναι ήδη γνωστές οι θέσεις τους, κρίνονται και, αναλόγως πως πάνε τα πράγματα, οι ίδιοι «υποφέρουν» ή «κερδίζουν» από αυτές με εξίσου ορατό σε όλους τρόπο. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει για τους influencers. Είναι χιλιάδες, επηρεάζει καθένας τους συγκριτικά λίγους, και, έξω από τον κύκλο τους, κανείς δεν ασχολείται μαζί τους. Έτσι, η «ζαβολιά» και η παρατυπία, η αθέμιτη δηλαδή διαφήμιση και προώθηση, είναι πιο εύκολο να συμβεί. Μέχρι οι χρήστες του διαδικτύου να εκπαιδευτούν στους κινδύνους που διατρέχουν από παρόμοιες πρακτικές νομίζω ότι μια, άνωθεν, κρατική παρέμβαση θα έκανε σε όλους (μας) καλό
Αυτή την περίοδο η, αποκρουστική, υπόθεση του βιασμού της 12χρονης στον Κολωνό έφερε στο προσκήνιο το, λεγόμενο, dark web (δεν υπάρχει ελληνική μετάφραση), αφού από ό,τι φαίνεται εκεί κλείνονταν τα, ειδεχθή, «ραντεβού». Τι είναι όμως το dark web; Πως και γιατί υπάρχει; Και, κυρίως, αν τελικά χρησιμοποιείται για τέτοιες απωθητικές πράξεις γιατί το ανεχόμαστε;
Για να δοθεί ικανοποιητική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα απαιτείται πρώτα μια σύντομη ιστορική αναδρομή. Το ίντερνετ δημιουργήθηκε από τον στρατό στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1960. Όταν βρέθηκαν καλύτερα μέσα επικοινωνίας το ίντερνετ «απελευθερώθηκε» στην αμερικανική ακαδημαϊκή κοινότητα τη δεκαετία του 1980. Στην αρχή, δηλαδή τη δεκαετία του 1990, ήταν δύσχρηστο και εξαιτίας και του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από την αναρχο-αριστερή σκέψη που σε αυτό είδε ένα μέσο ανατροπής των εθνικών κυβερνήσεων, κατάργησης των συνόρων, αναρχο-ελεύθερης ζωής χωρίς ελέγχους και περιορισμούς και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί.
Σύντομα όμως, πριν ακόμα κλείσει η δεκαετία του 1990, το ίντερνετ άρχισε αφενός να αποκτά εμπορική σημασία και αφετέρου να χρησιμοποιείται από πολλούς. Τότε σε αυτό μπήκαν οι εθνικές κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και όλοι οι οργανισμοί που ήδη γνωρίζουμε από τον «πραγματικό» κόσμο. Μέσα σε λίγα χρόνια, δηλαδή μέχρι τις αρχές του 2000, το ίντερνετ είχε πάρει τη μορφή που όλοι γνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή ενός καθημερινού εργαλείου που συμπληρώνει και βελτιώνει τη ζωή κάθε ανθρώπου στον πλανήτη.
Το πρόβλημα με αυτή τη μετάλλαξη του ίντερνετ ήταν ότι σταδιακά «κανονικοποιήθηκε». Δηλαδή, το αναρχο-αυτόνομο όνειρο των ακραίων που αρχικά το χρησιμοποιούσαν σύντομα αντικαταστάθηκε από ένα ίντερνετ με δυνατότητες ταυτοποίησης και απόδοσης ευθυνών. Με άλλα λόγια, όπως και στον πραγματικό κόσμο έτσι και στο ίντερνετ σιγά-σιγά οι κυβερνήσεις πήραν μέτρα ώστε οι πράξεις των πολιτών σε αυτό, αν είναι παράνομες, να μην μένουν ατιμώρητες. Σε αυτό το ιντερνετικό περιβάλλον ζούμε σήμερα, όπου με μεγαλύτερη ή μικρότερη δυσκολία αν κάποιος προβεί σε παράνομες πράξεις οι διωκτικές αρχές μπορούν να τον εντοπίσουν, προστατεύοντας έτσι το κοινωνικό σύνολο ακριβώς όπως και στον πραγματικό κόσμο.
Όπως όμως είναι γνωστό κάθε δράση προκαλεί μια αντίδραση. Επίσης, κάθε, μαζική, ανάγκη επιβάλλει την ικανοποίησή της. Έτσι, η παραπάνω «κανονικοποίηση» του ίντερνετ οδήγησε, τελικά, και στη δημιουργία του dark web. Δηλαδή, η ανάγκη για ανωνυμία και μη ταυτοποίηση από κυβερνήσεις και υπηρεσίες ασφαλείας οδήγησε στη δημιουργία ενός παράλληλου ίντερνετ που προσφέρει αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά.
Οι τεχνικές λεπτομέρειες δεν ενδιαφέρουν εδώ, παρά μόνο το βασικό χαρακτηριστικό του dark web, δηλαδή η αδυναμία (όχι, πάντως, πλήρης) ταυτοποίησης των χρηστών του. Ενώ, δηλαδή, στο «φανερό», «ανοιχτό» ίντερνετ οι πράξεις μας οδηγούν σε εμάς, στο dark web παρέχεται αποτελεσματικός τρόπος να «κρυφτούμε».
Φυσικά, το dark web δεν θα παρείχε αυτή τη δυνατότητα αν όλοι μπορούσαν να μπουν εύκολα σε αυτό. Στο dark web δεν μπαίνει κανείς με έναν απλό Chrome ή Firefox που χρησιμοποιεί καθημερινά στον υπολογιστή ή στο κινητό του. Χρειάζεται να εγκαταστήσει ειδικά προγράμματα και να μάθει τη χρήση τους. Δηλαδή, η χρήση του dark web δεν είναι κάτι ευκαιριακό ή κάτι που γίνεται «κατά λάθος», αλλά θέλει οργάνωση και προσπάθεια.
Τι μπορεί κανείς να κάνει στο dark web, αν μπει στον κόπο να το επισκεφτεί; Κυρίως, παράνομες πράξεις. Σύμφωνα με τη Wikipedia στο dark web υπάρχουν 18000 περίπου ιστότοποι κυρίως με περιεχόμενο παιδικής πορνογραφίας και δευτερευόντως για πωλήσεις ναρκωτικών, όπλων και κλεμμένων πιστωτικών καρτών.
Αν είναι έτσι τα πράγματα τότε γιατί το ανεχόμαστε; Η απάντηση είναι απλή, και στηρίζεται στις βασικές αρχές των δυτικών μας δημοκρατιών: το dark web χρησιμοποιείται κυρίως για παράνομες πράξεις, αλλά όχι μόνο. Η ανωνυμία που προσφέρει είναι χρήσιμη σε ακτιβιστές, δημοσιογράφους, δικηγόρους και σε όσους εργάζονται σε «ευαίσθητες» υποθέσεις που δικαιολογούν αυξημένα μέτρα προστασίας τους. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, επειδή μεταξύ των χιλιάδων ιστότοπων με παράνομο περιεχόμενο μπορεί να υπάρχει ένας με νόμιμο, κρίσιμο για τη δημοκρατία περιεχόμενο, δεν καταργούμε το dark web. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν καταργούμε την ανωνυμία ούτε στα social media όπως το Facebook και το Twitter: επειδή, στις δυτικές δημοκρατίες, που επιτίθενται με λύσσα όσοι καταχρώνται τα προνόμια ελευθερίας που τους παρέχονται, η προστασία έστω και ενός ατόμου που κινδυνεύει είναι σημαντικότερη από την προληπτική κατάργηση εργαλείων που γνωρίζουμε ότι κυρίως χρησιμοποιούνται για εγκληματικές ενέργειες.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα tomanifesto, 08.09.2022
O Economist αυτής της εβδομάδας προειδοποιεί ξανά για το πρόβλημα της πολιτικής πόλωσης στην Αμερική: Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι δεν μιλούν πια μεταξύ τους ενώ οι Πολιτείες έχουν διαλέξει τη μια ή την άλλη πολιτική κατεύθυνση και όχι μόνο δεν συγκλίνουν προς ένα (ομοσπονδιακό) κέντρο αλλά, αντιθέτως, καθεμία τους προωθεί ολοένα και πιο ακραίες (και ανεδαφικές) πολιτικές, προσπαθώντας να ικανοποιήσει την, εξίσου ακραία, εκλογική της βάση. Παρότι ο Economist κατηγορεί γι αυτό το είδος της ομοσπονδίας που διάλεξαν οι ΗΠΑ (μεγάλη ανεξαρτησία στις Πολιτείες), κατά τη γνώμη μου κύριος υπεύθυνος για την ριζοσπαστικοποίηση των πολιτών σε Αμερική (αλλά και στην Ευρώπη) σήμερα είναι τα social media.
Για τα social media έχουν γίνει πολλοί παραλληλισμοί με την πραγματική ζωή, όμως νομίζω ότι κανένας τους δεν είναι επιτυχημένος. Έχει ειπωθεί ότι μοιάζουν με καφενεία, όμως σε κανένα καφενείο δεν μπορεί κανείς να πετάξει μια ανώνυμη, ακραία γνώμη και οι υπόλοιποι, εξίσου ανώνυμα, να τον χειροκροτήσουν, να τον βρίσουν ή να τον απειλήσουν. Ούτε φυσικά και με τις αρχαίες αγορές μοιάζουν γιατί και εκεί υπήρχαν κανόνες, κανείς δεν έπαιρνε τον λόγο χωρίς συνέπειες. Επιπλέον, το δυνητικά τεράστιο αριθμητικά κοινό στο ίντερνετ ανατρέπει κάθε μέτρο σύγκρισης στον πραγματικό κόσμο.
Το άλλο μοναδικό χαρακτηριστικό των ιντερνετικών κοινωνικών δικτύων είναι ο αυτό-εγκλωβισμός. Οι αλγόριθμοί τους επιδιώκουν να μεγιστοποιούν την ευχαρίστηση καθενός από εμάς καθώς διαβάζει τα νέα του. Ο μόνος ασφαλής τρόπος να το πετύχουν αυτό είναι να μας δίνουν μια από τα ίδια. Στην ουσία, κάθε ένα λάικ μας καταγράφεται και τα επόμενα κείμενα και εικόνες που μας σερβίρονται είναι συναφή με αυτό. Έτσι, οι δεξιοί ακούν μόνο τις γνώμες, τα αστεία και τα νέα των δεξιών και οι αριστεροί μόνο των αριστερών.
Με αυτή την έννοια ίσως μπορούμε να εντοπίσουμε στο παρελθόν της Ελλάδας κάτι που να θυμίζει τα social media σήμερα: τα μπλε και τα πράσινα καφενεία της δεκαετίας του 1980. Τα χρόνια τότε ήταν τόσο πολιτικά πολωμένα που η ελληνική κοινωνία είχε χωριστεί στα δύο: οι μισοί επισκέπτονταν μόνο μπλε καφενεία και οι άλλοι μισοί μόνο πράσινα, επειδή απλούστατα ήταν αδύνατη η συνύπαρξη όλων σε ένα. Αυτονόητα, εκεί μέσα οι εφημερίδες και οι συζητήσεις ήταν αποκλειστικά της μιας ή της άλλης κατεύθυνση.
Το σημαντικότερο πρόβλημα με την πόλωση είναι ότι όσοι την βιώνουν ζουν τελικά μέσα σε μια πολιτική φούσκα. Νομίζουν ότι όλη η υπόλοιπη κοινωνία συμφωνεί μαζί τους. Επειδή μιλούν για πολύ καιρό μόνο με ομοϊδεάτες τους πιστεύουν ότι όλη η κοινωνία σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο. Αν τύχει και βγουν από αυτή απορούν και διαμαρτύρονται, πόσο παράλογοι είναι οι «απέναντι».
Ένα άλλο πρόβλημα είναι η όξυνση. Μετά από καιρό μέσα στην ίδια πολιτική φούσκα οι μετριοπαθείς απόψεις αδυνατίζουν. Βαριέται κανείς εύκολα τη μετρημένη θέση και την ήρεμη ανάλυση. Σε περιόδους έξαρσης ακραίες θέσεις συγκεντρώνουν περισσότερα λάικς – βλέποντας αυτό όσοι θέλουν να τραβήξουν την προσοχή μαθαίνουν ότι, αν θέλουν ακόμα περισσότερα λάικς από τους προηγούμενους, θα πρέπει να εκφράσουν ακόμα πιο ακραίες θέσεις.
Πως λύθηκε το πρόβλημα των μπλε και πράσινων καφενείων της δεκαετίας του 1980; Από μόνο του. Στα τέλη της δεκαετίας ο κόσμος είχε κουραστεί, τα λεφτά τελείωσαν, τα προβλήματα μεγάλωσαν και έτσι παραμερίστηκαν οι ακραίοι και οι κορώνες τους. Με τον ίδιο τρόπο πιστεύω ότι θα λυθεί και το πρόβλημα των ιντερνετικών κοινωνικών δικτύων: οι πολίτες θα καταλάβουν κάποτε ότι ο αλγόριθμος τους εκμεταλλεύεται, και θα χάσει την εμπιστοσύνη τους. Θα πρέπει επομένως να κάνουμε υπομονή για καμία δεκαριά χρόνια ακόμα – μέχρι τότε οι δυτικές δημοκρατίες μας πρέπει να αντέξουν ενάντια σε όλα τα ακραία εκείνα στοιχεία που θέλουν το κακό τους.
Η Εθνική Στρατηγική για την Τεχνητή Νοημοσύνη, που σύντομα το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης θα θέσει σε διαβούλευση, προσφέρει νομίζω μια καλή ευκαιρία να σκεφτούμε πως και γιατί (πρέπει να) απασχολεί η Τεχνητή Νοημοσύνη την Ελλάδα.
Το γιατί είναι εύκολο. Οι εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης σύντομα θα επηρεάσουν κάθε τομέα της ζωής μας, επομένως πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Στην ουσία, όλο το λογισμικό που σήμερα στηρίζει τη ζωή μας, από το κινητό μέχρι το αυτοκίνητό μας και από τις αποθήκες των super market μέχρι την ψηφιακή διακυβέρνηση, θα μετακινηθεί προς την υιοθέτηση τέτοιων τεχνολογιών. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αναμένεται να κάνει τα πράγματα γύρω μας πιο «έξυπνα».
Τα παραπάνω δίνουν και το πως, τον τρόπο δηλαδή που η Τεχνητή Νοημοσύνη πρέπει να απασχολήσει την Ελλάδα. Υπάρχουν δύο διαστάσεις στο θέμα, μια οικονομική και μια ηθική. Η οικονομική αφορά το κέρδος στην παραγωγικότητα, τις νέες δεξιότητες και τα νέα επαγγέλματα. Η ηθική αφορά τη χρήση της από τους πολίτες.
Από οικονομική πλευρά καλό θα ήταν η Ελλάδα να μην μείνει απλός χρήστης. Αντιλαμβάνομαι φυσικά ότι όπου ανταγωνίζονται οι ΗΠΑ και η Κίνα, ποιος θα βγάλει τον πιο εξελιγμένο αλγόριθμο, μεμονωμένες χώρες σαν την Ελλάδα (ή και οποιαδήποτε άλλη της Ευρώπης) δεν χωρούν. Το μόνο μας «χαρτί» είναι η συλλογική προσπάθεια μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία μπορούμε να συμμετάσχουμε μέσω των «νησίδων αριστείας» μας, δηλαδή των μεγάλων ακαδημαϊκών ερευνητικών μας κέντρων.
Από ηθική πλευρά, ο πολίτης πρέπει να βρεθεί στο επίκεντρο. Τα τελευταία χρόνια έχουμε βρεθεί σε μια τεχνολογική κοσμογονία. Πράγματα που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα, όπως το Facebook ή η Google ή το Amazon, πριν 15-20 χρόνια δεν υπήρχαν καν. Όσα έρχονται αναμένεται να ξεπεράσουν τη φαντασία μας. Συνεπώς ο πολίτης αφενός πρέπει να εκπαιδευτεί και αφετέρου να προστατευτεί.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ζητήσει από κάθε Κράτος-Μέλος να εκδώσει τη δική του Εθνική Στρατηγική για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Το πιο απλό για το Υπουργείο θα ήταν να υιοθετήσει το ευρωπαϊκό κείμενο, μεταφέροντας τη δομή και τις προτάσεις του στην ελληνική πραγματικότητα. Όμως, δεν αρκέστηκε σε αυτό. Αντιθέτως, «χτίζει» την ελληνική προσφορά στο θέμα, δηλαδή την «Δημοκρατική Τεχνητή Νοημοσύνη».
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, βάση του κειμένου του Υπουργείου θα είναι εργασία επιστημονικής ομάδας του «Δημόκριτου» σε συνεργασία με άλλα ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια της χώρας. Αυτό από μόνο του είναι θετικό, αφού επιτέλους η Πολιτεία δείχνει να εκτιμά και να κάνει άμεση χρήση του επιστημονικού δυναμικού της Ελλάδας. Όμως, ο «Δημόκριτος» δεν στάθηκε μόνο εκεί, αλλά πρότεινε και την ιδέα της «Δημοκρατικής Τεχνητής Νοημοσύνης» σε επιστημονικά άρθρα του ήδη εδώ και δύο χρόνια. Η δημοκρατικότητα αφορά τόσο στην πρόσβαση και τον έλεγχο της Τεχνητής Νοημοσύνης όσο και στο σχεδιασμό και την υλοποίηση αντίστοιχων συστημάτων.