Ο αχάριστος startupper, ή γιατί οι συνεργάτες σου είναι το πολυτιμότερο κομμάτι της επιχείρησής σου

Δημοσιεύθηκε στο startupper.gr, 22.09.2020

Καλέ μου startupper τις ιστορίες αυτές τις σκέφτηκα παραπάνω από 2500 χρόνια πριν. Όμως, καλώς ή κακώς ούτε η φύση ούτε οι άνθρωποι αλλάζουν. Νομίζω επομένως ότι ακόμα και σήμερα μπορεί να σου φανούν χρήσιμες. Απλά λίγη προσαρμογή χρειάζονται στις δικές σου συνθήκες. Εννοείται ότι οποιαδήποτε ομοιότητα με συγκεκριμένα πρόσωπα είναι τυχαία και σίγουρα μη ηθελημένη. Αν όμως οι καταστάσεις που σου αφηγούμαι κάτι σου θυμίζουν, τότε θα έχω πετύχει το στόχο μου.

Σήμερα θα σου πω μια ιστορία για τον αχάριστο startupper – ή, στην καλύτερη γι αυτόν περίπτωση, για τον startupper που δεν εκτίμησε σωστά ποιο είναι το πολυτιμότερο κομμάτι της επιχείρησής του:

~

Ένα ελάφι προσπαθώντας να ξεφύγει από τους κυνηγούς του κρύφτηκε μέσα σ’ ένα αμπέλι. Μόλις εκείνοι το έχασαν και προχώρησαν το ελάφι νόμισε ότι ξέφυγε από τον κίνδυνο, χάρηκε και ανακουφισμένο άρχισε να τρώει τα κληματόφυλλα που βρίσκονταν μπροστά του. Έκανε όμως φασαρία καθώς έτρωγε, το άκουσαν οι κυνηγοί, γύρισαν πίσω, αυτή τη φορά το είδαν και με τα βέλη τους το σκότωσαν.

~

Η επιχείρηση, ένα startup δηλαδή, είναι σύνολο πραγμάτων. Αν εδώ κάναμε νομική ανάλυση θα αναφέραμε ότι η εταιρεία για το νόμο είναι «ένωση προσώπων για την επίτευξη κοινού σκοπού». Αν κάναμε οικονομική ανάλυση θα μιλούσαμε για το σύνολο υλικών και ανθρώπινων πόρων για την επίτευξη οικονομικού αποτελέσματος. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι μια επιχείρηση είναι σύνολο χρημάτων, πραγμάτων και ανθρώπων – και καθένα από αυτά τα μέρη είναι εξίσου σημαντικό με τα υπόλοιπα.

Αν αυτό ίσως σε κάποια είδη παραδοσιακής επιχειρηματικότητας χρειάζεται περαιτέρω τεκμηρίωση, στην περίπτωση των startups πρέπει να θεωρείται αυτονόητη παραδοχή. Οι νεοφυείς επιχειρήσεις μπορεί να μην έχουν συνήθως σπουδαία έξοδα ίδρυσης («εταιρείες του ενός Ευρώ») και λειτουργίας (μερικά laptop σ’ ένα δωμάτιο), όμως η επιτυχία τους στηρίζεται στους ανθρώπους τους. Επειδή το αντικείμενό τους είναι καινοτόμο και εξωστρεφές/εξαγωγικό, η επιτυχία τους στηρίζεται στην εξεύρεση συνεργατών ικανών να κινηθούν, και να επιτύχουν, σε αντίστοιχα, παγκοσμίως ανταγωνιστικά, περιβάλλοντα.

Στην ουσία, επομένως, οι συνεργάτες των startups είναι το πραγματικό τους κεφάλαιο.

Έχοντας, ελπίζω, συμφωνήσει στα παραπάνω (αν πάντως έχει μείνει ίχνος αμφιβολίας μπορεί κανείς να παρατηρήσει πως φροντίζουν το προσωπικό τους οι παγκόσμιοι τεχνολογικοί κολοσσοί), ας δούμε τώρα το λάθος που έκανε το ελάφι.

Μια επιχείρηση αργά ή γρήγορα θα αντιμετωπίσει κρίσεις. Κρίσεις οικονομικές, όταν τα χρήματα θα τελειώνουν και επενδυτής δεν θα φαίνεται στον ορίζοντα. Κρίσεις υπαρξιακές, όταν το αρχικό προϊόν ή υπηρεσία τελικά διαπιστωθεί ότι χρειάζεται επανασχεδιασμό – ή και αντικατάσταση. Κρίσεις προσωπικότητας, όταν ίσως η αρχική ομάδα των ιδρυτών κλονιστεί και χρειαστούν αλλαγές.

Σε όλα αυτά τα στάδια εκείνο που θα προστατεύσει τη νεοφυή επιχείρηση είναι το προσωπικό της, οι συνεργάτες της. Εκείνοι θα παρουσιαστούν στους επενδυτές, ώστε να πεισθούν ότι υπάρχει ομάδα ικανή να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις. Εκείνοι θα στηρίξουν τον επανακαθορισμό και τη διόρθωση της πορείας της επιχείρησης. Εκείνοι θα αποτελέσουν τη συγκολλητική ουσία της επιχείρησης, αν τυχόν κάποιοι ιδρυτές αποφασίσουν να εγκαταλείψουν την κοινή προσπάθεια.

Όταν όμως η κρίση περάσει, τότε τι; Τι γίνεται τότε;

Η λάθος επιλογή είναι η διοίκηση του startup να κάνει ό,τι έκανε το ελάφι. Ανακουφισμένη, να αρχίσει να κάνει περικοπές, να φέρεται άσχημα, να κάνει αντικαταστάσεις και άλλους εργοδοτικούς πειραματισμούς ώστε να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της. Ή, να ξεχάσει υποσχέσεις για μετοχές, συμμετοχή στα κέρδη, συμμετοχή στην διοίκηση της εταιρείας ή ό,τι άλλο πιθανώς είχε τάξει τότε που η επιχείρηση χαροπάλευε.

Αυτό ακριβώς έκανε το ελάφι: Άρχισε να τρώει τα κοντινά του φύλλα, αφού του φάνηκαν νόστιμα, εύκολα και ένιωθε νικητής από τη δοκιμασία με τους κυνηγούς.

Όμως ο κίνδυνος δεν είχε περάσει. Οι κυνηγοί έφυγαν αλλά δεν πήγαν μακριά. Επέστρεψαν, και χωρίς την κάλυψη των φύλλων διέκριναν το ελάφι και το σκότωσαν. Το ίδιο ακριβώς κινδυνεύει να πάθει και ο αχάριστος, ή έστω ο απρόσεκτος, startupper: Να αποδυναμώσει την ομάδα μόλις νιώσει κάπως ισχυρός με αποτέλεσμα στην επόμενη δυσκολία έχοντας απομείνει μόνος του πια να μην καταφέρει να ανταπεξέλθει.

Πόσο «Ελληνικά» είναι τα Ελληνικά Startups;

Δημοσιεύθηκε στο startupper.gr, 31.08.2020

Ο εκδότης, δημοσιογράφος, και φίλος Γιάννης Διονάτος αναρωτήθηκε πρόσφατα «πόσο ελληνική είναι η συγκεκριμένη Startup εταιρεία», εννοώντας την InstaShop, με αφορμή την εξαγορά της έναντι ποσού-ρεκόρ 360 εκατ. δολαρίων από την γερμανική εταιρεία Delivery Hero.

Για τον Γιάννη, «όχι, δεν είναι Ελληνική Startup η Instashop, όπως και καμιά Startup εταιρεία που έχει την έδρα της στο εξωτερικό, δηλαδή αριθμό φορολογικού μητρώου άλλης χώρας. Δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε ελληνική Startup μια εταιρεία που εδρεύει σε μια άλλη χώρα και απλά, ναι απλά, οι ιδρυτές της είναι Έλληνες. Δηλαδή μιλούν ελληνικά».

Δεν είμαι σίγουρος αν συμφωνώ μαζί του. Τελικά ίσως η απάντηση βρίσκεται στο αν το ποτήρι θέλουμε να το βλέπουμε μισογεμάτο ή μισοάδειο. Πριν φτάσουμε όμως εκεί ίσως μια σύντομη ιστορική αναδρομή βοηθήσει.

Στα παλιά τα χρόνια, τέλη της δεκαετίας του 1990 και κατά την πρώτη δεκαετία του 2000, όταν έγιναν οι πρώτες επενδύσεις από VCs σε εταιρείες τεχνολογίας στην Ελλάδα (ξεκινώντας δηλαδή από τότε που ο σημερινός πρωθυπουργός «έτρεχε» το VC της Εθνικής Τράπεζας και στην αγορά υπήρχε και το VC της Alpha Bank και ένα ή δυο ιδιωτικά κεφάλαια ακόμα) δεν υπήρχε τέτοιο θέμα: Οι επενδύσεις γίνονταν σε εταιρείες με έδρα, εγκατάσταση και πλήρη λειτουργία στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως του εξαγωγικού χαρακτήρα τους.

Αυτό άλλαξε με το πρόγραμμα Jeremie, τον πρόγονο του σημερινού Equifund, που «έτρεξε» για την περίοδο 2013-2015. Το πρόγραμμα λειτούργησε ακριβώς όπως το σημερινό Equifund, δηλαδή μέσω VCs που ανέλαβαν να διαχειριστούν με όρους ιδιωτικής οικονομίας κεφάλαια ευρωπαϊκά και ελληνικά. Τότε αποφασίστηκε, ενόψει των αποτελεσμάτων της πρώτης γενιάς επενδύσεων VC στην Ελλάδα, ότι αυτό που έλειπε από τα ελληνικά Startups, ως εταιρείες τεχνολογίας, δεν ήταν μόνο τα χρήματα αλλά και η εικόνα προς τα έξω. Με απλά λόγια, μπορεί το «Made in Greece» να «μετράει» διεθνώς σε τουρισμό και ναυτιλία αλλά όχι και τόσο σε τεχνολογία. Επιπλέον, επειδή ο, απαραίτητος, δεύτερος γύρος χρηματοδότησης έπρεπε να γίνει από «ξένα» VCs, αυτά αποκλείεται ποτέ να έβαζαν χρήματα σε αμιγώς ελληνική εταιρεία.

Ήταν τότε επομένως που εφαρμόστηκε το μοντέλο, «Μητρική στο Delaware ή στο Λονδίνο ή όπου άλλού και Θυγατρική / Υποκατάστημα για το R&D στην Ελλάδα».

Με το μοντέλο αυτό δουλεύει κατά μεγάλο μέρος η ελληνική σκηνή των Startups έκτοτε. Δηλαδή, τα VCs του Equifund ως επί το πλείστον συνέχισαν την πρακτική του Jeremie – και γιατί να αλλάξουν άλλωστε μια δοκιμασμένη και επιτυχημένη συνταγή;

Να σημειώσω ακόμα ότι σε καμία περίπτωση η Ελλάδα δεν είναι μοναδική σε αυτή την πρακτική. Στην ουσία πρόκειται για παγκόσμια μόδα. Όλα τα κράτη του κόσμου βλέπουν τα Startup που γεννιόνται στο έδαφός τους να μετακομίζουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε πιο «ελκυστικούς» προορισμούς για εταιρείες τεχνολογίας, όπως η Αμερική ή η Αγγλία.

Και έτσι φτάσαμε στο σήμερα, και στο ερώτημα του Γιάννη: Είναι ελληνικές αυτές οι εταιρείες;

Ξεκάθαρη απάντηση δεν έχω. Γεγονός είναι ότι έδρα έχουν στο εξωτερικό. Επίσης γεγονός είναι ότι έχουν κάποια, μεγαλύτερη ή μικρότερη, εγκατάσταση στην Ελλάδα. Και ακόμη, γεγονός είναι ότι έχουν ελληνικό DNA, δηλαδή Έλληνες ιδρυτές.

Πρέπει επίσης να σημειώσω ότι και το αντίστροφο είναι σύνηθες: Αλλοδαπές πολυεθνικές έχουν το R&D τους στην Ελλάδα. Σε αυτή την περίπτωση κανείς πάντως δεν αμφισβητεί τον «αλλοδαπό», αμερικανικό ή άλλο, χαρακτήρα τους. Φαίνεται ότι ίσως τελικά το DNA επικρατεί του R&D.

Τι ισχύει επομένως; Καθένας φαντάζομαι ότι μπορεί να έχει την άποψή του σχετικά. Κατά τη γνώμη μου, όπως είπα και παραπάνω, είναι περίπτωση πως θέλει κανείς να δει το ποτήρι, μισοάδειο ή μισογεμάτο. Για όσους αναζητούν τις επιτυχίες (success stories) που θα στηρίξουν και άλλους στην Ελλάδα τότε τα Startups αυτά είναι πράγματι ελληνικά. Για όσους θέλουν να βλέπουν την πραγματικότητα κατάματα όσο σκληρή και αν είναι οι εταιρείες αυτές δεν είναι Ελληνικές.

Εγώ ανήκω στους πρώτους, αλλά καταλαβαίνω πολύ καλά και τους ενδοιασμούς του φίλου μου του Γιάννη.

Η αλκυόνα, η θάλασσα, και γιατί το πρόβλημα που γνωρίζεις είναι στην ουσία ένα πρόβλημα λιγότερο

Δημοσιεύθηκε από τον Βαγγέλη Παπακωνσταντίνου στο startupper.gr, 3.3.2020

Καλέ μου startupper τις ιστορίες αυτές τις σκέφτηκα παραπάνω από 2500 χρόνια πριν. Όμως, καλώς ή κακώς, ούτε η φύση ούτε οι άνθρωποι αλλάζουν. Νομίζω επομένως ότι ακόμα και σήμερα μπορεί να σου φανούν χρήσιμες. Απλά λίγη προσαρμογή χρειάζονται στις δικές σου συνθήκες. Εννοείται ότι οποιαδήποτε ομοιότητα με συγκεκριμένα πρόσωπα είναι τυχαία και σίγουρα μη ηθελημένη. Αν όμως οι καταστάσεις που σου αφηγούμαι κάτι σου θυμίζουν, τότε θα έχω πετύχει το στόχο μου.

Αυτή την εβδομάδα θα σου εξηγήσω γιατί οι κίνδυνοι και οι εχθροί που ήδη γνωρίζεις, και λιγότερο ή περισσότερο μπορείς να ελέγξεις, είναι προτιμότεροι από το άγνωστο εκεί έξω.

~

Η αλκυόνα είναι ένα πουλί που ζει κοντά στη θάλασσα. Επειδή φοβάται τους κυνηγούς γεννάει τα αυγά της σε απόκρημνους βράχους στην ακροθαλασσιά. Μια φορά που ήταν να γεννήσει έκανε τα μικρά της σ’ ένα θαλάσσιο βράχο. Κάποια στιγμή όμως η θάλασσα φουρτούνιασε, τα κύματα ανέβηκαν στη φωλιά κι έπνιξαν τους νεοσσούς. Μόλις γύρισε η αλκυόνα σκέφτηκε: «Αλίμονο μου η δύστυχη! Φυλαγόμουν από τη στεριά και τους ανθρώπους και κατέφυγα στη θάλασσα, που αποδείχτηκε πολύ πιο άπιστη.»

~

Πολλές φορές στη ζωή, ειδικά στην Ελλάδα, γκρινιάζουμε για τα προβλήματα που μας έχουν περικυκλώσει: το Δημόσιο αρνείται να κάνει εκείνα που οφείλει να κάνει, οι τράπεζες δεν δίνουν χρήματα, οι τηλεπικοινωνίες δεν λειτουργούν, όλα τα αεροδρόμια της χώρας είναι για κλάματα. Ακόμα και έξω από τον στενό κύκλο της επιχειρηματικότητας, η παιδεία και η υγεία έχουν παραδοθεί στην τύχη τους χωρίς σκοπό και κατεύθυνση, η ασφάλεια είναι άφαντη – η λίστα θα μπορούσε να καταλάβει όλο αυτό εδώ το κείμενο.

Με αυτά στο μυαλό τους πολλοί startuppers (αλλά και ωριμότεροι επιχειρηματίες) βλέπουν το εξωτερικό σαν πανάκεια. Εκεί είναι η γη της Χαναάν, για να θυμηθούμε και την Αγία Γραφή, όπου ρέει γάλα και μέλι. Εκεί δεν υπάρχουν προβλήματα ίδρυσης και λειτουργίας των εταιρειών, το Δημόσιο είναι οργανωμένο, οι τράπεζες δίνουν φθηνό χρήμα κοκ. Αυτό που ίσως όμως δεν γίνεται αντιληπτό είναι ότι και εκεί υπάρχουν κίνδυνοι. Ούτε εκεί είναι όλα τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου λυμένα (επειδή, απλούστατα, ποτέ δεν μπορεί όλα να λυθούν).

Ομολογουμένως, σε Έλληνες που πρώτη φορά επιχειρούν εκτός Ελλάδας στην αρχή όλα φαίνονται παραδεισένια. Οι διαδικασίες εύκολες και προσβάσιμες, οι απαιτήσεις ελάχιστες σε σχέση με τις αντίστοιχες στην Ελλάδα. Όμως αυτό είναι ότι στην ουσία μια εικονική πραγματικότητα. Τα πράγματα (ίδρυσης νέας εταιρείας, χρηματοδότησης, κλπ.) είναι εύκολα στην αρχή επειδή οι πλούσιες και πιο οργανωμένες οικονομίες από εμάς έχουν αποφασίσει να κάνουν τη ζωή εύκολη σε εισαγωγικό επίπεδο σε όλους. Χρειάζονται νέους επιχειρηματίες, και ντόπιους και ξένους, και διευκολύνουν σε αυτό. Επειδή πρόκειται κατά κανόνα για μικροποσά για τις οικονομίες αυτές, προτιμούν να ασχοληθούν μόνο επιτελικά με αυτά.

Αν όμως καταφέρει κανείς να ανέβει παραπάνω, στο επίπεδο που πραγματικά τις νοιάζει, τότε θα διαπιστώσει ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου λυμένα. Εκεί οι παραδοσιακές αγκυλώσεις που συνάντησε στην Ελλάδα και προσπάθησε να τις αποφύγει ορθώνονται ξαφνικά μπροστά του – συχνά μάλιστα με πολύ πιο απροκάλυπτο τρόπο. Και, επίσης, στο ίδιο πλαίσιο, όταν εκεί δημιουργείται κάποιο πρόβλημα, αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να λυθεί ίσως με μια (ομολογουμένως κουραστική και αποκαρδιωτική) επίσκεψη στην τοπική εφορία…

Στον παραπάνω μύθο ο Αίσωπος δεν μας λέει ότι η αλκυόνα έκανε λάθος. Ήξερε ότι οι κυνηγοί ήταν πρόβλημα για κείνη και τα μικρά της και εφάρμοσε μια έξυπνη, αλλά ριψοκίνδυνη, λύση για να τους αποφύγει. Μάλιστα μπορεί κανείς να υποθέσει ότι, αφού είχε μάθει να γεννάει σε βράχους στη θάλασσα, πιθανότατα τόσο η ίδια όσο και πολλές άλλες αλκυόνες τα είχαν καταφέρει. Το κόλπο τους έπιασε. Όμως, όταν ήρθε η ώρα του προβλήματος, όταν η θάλασσα φουρτούνιασε, το χτύπημα ήταν συντριπτικό – όλα τα παιδιά της χάθηκαν. Ίσως τελικά αν είχε φτιάξει τη φωλιά της αλλού, σε ένα απόμακρο σημείο μακριά από τους κυνηγούς αλλά όχι και πάνω από τη θάλασσα, να είχε καλύτερα αποτελέσματα. Μερικές φορές το πρόβλημα που γνωρίζει κανείς, και κάπως μπορεί να αντιμετωπίσει ή έστω να ποσοτικοποιήσει, είναι προτιμότερο από το άγνωστο.

Το ποντίκι, το λιοντάρι και τα γυρίσματα της ζωής

Δημοσιεύθηκε από τον Βαγγέλη Παπακωνσταντίνου στο startupper.gr, 9.12.2019

Καλέ μου Startupper τις ιστορίες αυτές τις σκέφτηκα παραπάνω από 2500 χρόνια πριν. Όμως, καλώς ή κακώς, ούτε η φύση ούτε οι άνθρωποι αλλάζουν. Νομίζω επομένως ότι ακόμα και σήμερα μπορεί να σου φανούν χρήσιμες. Απλά λίγη προσαρμογή χρειάζονται στις δικές σου συνθήκες. Εννοείται ότι οποιαδήποτε ομοιότητα με συγκεκριμένα πρόσωπα είναι τυχαία και σίγουρα μη ηθελημένη. Αν όμως οι καταστάσεις που σου αφηγούμαι κάτι σου θυμίζουν, τότε θα έχω πετύχει το στόχο μου.

Αυτή την εβδομάδα θα δούμε πως υλοποιείται στην πράξη το «έχει η ζωή γυρίσματα», αλλά και θα πάρεις ένα μάθημα για την ανάγκη να βγεις έξω από τα όρια της καθημερινότητάς σου και να γνωρίσεις ανθρώπους από όλες τις ομάδες και όλους τους χώρους.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ένας ποντικός πέρασε τρέχοντας πάνω από ένα κοιμισμένο λιοντάρι. Εκείνο ξύπνησε, εκνευρισμένο τον έπιασε κι ετοιμαζόταν να τον φάει. Ο ποντικός το παρακάλεσε να μην το κάνει, λέγοντάς του πως, αν του χαρίσει τη ζωή, θα του το ξεπλήρωνε. Το λιοντάρι γέλασε υπεροπτικά και τον ρώτησε, χωρίς να περιμένει απάντηση, πως κάτι τέτοιο θα ήταν ποτέ δυνατό. Τελικά όμως τον άφησε να φύγει. Δεν πέρασε πολύς καιρός και το λιοντάρι έπεσε σε παγίδα κυνηγού. Δεμένο με σκοινί στην παγίδα, στέναζε δυνατά. Μόλις το άκουσε ο ποντικός να στενάζει έτρεξε, ροκάνιζε το σχοινί για ώρα, και τελικά κατάφερε να το απελευθερώσει.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Αν κάτι χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ζωή σε σχέση με ό,τι γνωρίζαμε ακόμα και στο πρόσφατο παρελθόν αυτό είναι η κινητικότητα. Όλοι γύρω μας αλλάζουν συνεχώς θέσεις εργασίας, χώρες κατοικίας, ακόμα και οικογενειακή κατάσταση. Ίσως η κοινωνική κινητικότητα να είναι αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή της οικονομικής κινητικότητας, ίσως πάλι η ανάγκη του ανθρώπου να βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση να είναι έμφυτη και απλά τώρα να έγινε πιο εύκολη η ικανοποίησή της. Όλα αυτά δεν έχουν σημασία όμως εδώ, σημασία έχει η διαπίστωση ότι οι άνθρωποι γύρω σου συνεχώς κινούνται κοινωνικά και επαγγελματικά.

Έκανε λάθος λοιπόν το λιοντάρι που, ευρισκόμενο σε θέση ισχύος σε σχέση με το ποντίκι, του μίλησε υπεροπτικά. Μπορεί πράγματι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή να ήταν πολύ ισχυρότερο από αυτό, όμως πολύ γρήγορα οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Όσο και αν στο λιοντάρι εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή φαινόταν αδιανόητο ότι τα πράγματα θα μπορούσαν ποτέ να αλλάξουν η διάψευση ήρθε γρήγορα και καθοριστικά. Τότε, το μόνο που έσωσε το λιοντάρι ήταν η μεγαλοψυχία που είχε δείξει στο παρελθόν: Αυτός είναι ακριβώς ο ιδανικός τρόπος αντιμετώπισης και από εσένα όσων νομίζεις ότι η ζωή προσωρινά έφερε «κάτω» σου, μείον την υπεροψία φυσικά.

Από την άλλη μεριά δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίσει ότι και το ποντίκι έκανε λάθος που ξύπνησε το λιοντάρι. Ο μύθος άλλωστε με αυτό ξεκινά, είναι λάθος επομένως να μένουμε μόνο στη συμπεριφορά του λιονταριού. Στη ζωή οφείλεις να αναγνωρίσεις ότι σε κάθε χρονική στιγμή και κατάσταση υπάρχουν λιοντάρια και ποντικοί. Αν τυχόν βρεθείς για οποιονδήποτε λόγο στην λάθος μεριά της ζυγαριάς και δεν μπορείς ή δεν θέλεις να προκαλέσεις το λιοντάρι, τότε πρέπει να προσέξεις να μην το ενοχλήσεις ακόμα κι αν νομίζεις ότι κοιμάται. Αλλιώς, το μόνο που θα σε σώσει θα είναι η, τυχόν, μεγαλοψυχία του.

Από κει και πέρα, αν κάτι βγαίνει ακόμα από τον μύθο είναι η ανάγκη να είσαι πολυσυλλεκτικός στους φίλους σου ή έστω στους ανθρώπους που σε γνωρίζουν και είναι πρόθυμοι να σε στηρίξουν. Το λιοντάρι προφανώς θα κάνει παρέα κυρίως με λιοντάρια αφού και κοινά ενδιαφέροντα έχουν και στο κυνήγι βοηθά το ένα το άλλο, όμως να που και ένας ποντικός φάνηκε χρήσιμος. Το ίδιο φυσικά ισχύει και από τη μεριά του ποντικού, είναι καλό να έχει κανείς ισχυρούς φίλους. Συχνά η καθημερινότητα φαίνεται να περιορίζει τους κοινωνικούς σου κύκλους τόσο για λόγους λειτουργικούς όσο και για λόγους κοινωνικής ευκολίας – πιο εύκολα πίνεις καφέ με ανθρώπους οι οποίοι καταλαβαίνουν ακριβώς το αντικείμενό σου. Έτσι όμως αυτό-παγιδεύεσαι, κλεισμένος στην μικρο-κοινότητα των Startuppers ή σε οποιαδήποτε άλλη αντίστοιχη.

Οφείλεις επομένως, τόσο στον εαυτό σου όσο και στο Startup σου, να βγεις εκεί έξω και να ανοίξεις τους ορίζοντές σου – ποτέ δεν ξέρεις αν κάτι εκ πρώτης όψεως εντελώς άσχετο με σένα δεν μπορεί τελικά να σου φανεί όχι μόνο χρήσιμο αλλά και να αλλάξει τη ζωή σου.

Δέκα σκέψεις για τον ν.4624/2019 και τη σχέση του με τον ΓΚΠΔ

Δημοσιεύθηκε από τον Βαγγέλη Παπακωνσταντίνου στο e.themis.gr, 25.11.2019

Δέκα σκέψεις για τον ν.4624/2019, τη σχέση του με τον ΓΚΠΔ, και την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην Ελλάδα εν γένει

Καθώς έχουν ήδη περάσει λίγοι μήνες από την εισαγωγή του ν.4624/2019 και όχι μόνο οι πρώτες κριτικές έχουν ήδη διατυπωθεί (σε αναμονή βέβαια και της σχετικής γνωμοδότησης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων), αλλά και η πρώτη λανθασμένη, κατά τη γνώμη μου, ερμηνεία ήδη δημοσιεύθηκε από την επιστημονική υπηρεσία της Βουλής, παρακάτω μερικές σκέψεις μου σχετικά. Αναλυτικά τις παρέθεσα σε ενημερωτική διημερίδα στο Εφετείο Αθηνών κατά τα μέσα Νοεμβρίου, συνοπτικά τις επαναλαμβάνω και εδώ – και αν παραστεί ανάγκη μπορώ να γίνω αναλυτικότερος, διευκρινίζοντας πρώτα ότι όλα όσα ακολουθούν αποτελούν προσωπική μου άποψη και μόνο:

1)Πως προσεγγίζουμε το νέο νομοθετικό πλαίσιο;

Είναι εντελώς λάθος να ξεκινήσει κανείς από τον ν.4624. Ο ελληνικός νόμος λαμβάνει μόνο (κάποια) μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού. Παρεμβαίνει μόνο σε όσα θέματα του επιτρέπει ο Κανονισμός, επιλύοντας επιμέρους ζητήματα εθνικής σημασίας (ή ιδιαιτερότητας, αν προτιμάτε). Ο ν.4624 δεν έχει αυτοτέλεια σε σχέση με τον Κανονισμό και έτσι δεν διαθέτει δική του εσωτερική ενότητα, δεν διαβάζεται γραμμικά από την αρχή μέχρι το τέλος, επειδή πολύ απλά δεν βγαίνει νόημα έτσι. Διαβάζεται αποσπασματικά, και μόνο στα ειδικά επιμέρους ζητήματα που ενδιαφέρουν κάθε φορά. Ξεκινώντας κανείς από τον νόμο και πηγαίνοντας μετά στον Κανονισμό είναι σαν να ξεκινά την ανάγνωση ενός βιβλίου από το ευρετήριο.

Επομένως, ο εφαρμοστής του νόμου οφείλει να διαβάσει, να παραμείνει και να επιμείνει, (σ)το κείμενο του Κανονισμού. Αυτό δίνει το βασικό ρυθμιστικό πλαίσιο για τα προσωπικά δεδομένα (και) στην Ελλάδα. Από εκεί ξεκινάμε και εκεί ξαναγυρνάμε, ακόμα κι αν χρειαστεί να κοιτάξουμε δίπλα, στον ν.4624 – ή, και σε άλλους νόμους που ελπίζω ότι σύντομα θα ακολουθήσουν. (Υπό αυτό το πλαίσιο, σημαντική υπηρεσία θα προσέφερε κανείς αν έμπαινε στον κόπο να «κωδικοποιήσει» τον Κανονισμό, εισάγοντας, ως σημειώσεις, τα άρθρα του ν.4624 που επηρεάζουν τις διατάξεις του.)

2)Έχει σημασία η δομή του ν.4624/2019;

Μπορεί ο ν.4624 να μην έχει δική του εσωτερική ενότητα όμως η δομή του έχει σημασία, και πολύ μεγάλη μάλιστα. Συγκεκριμένα, το Κεφάλαιο Α («Γενικές Διατάξεις») ισχύει οριζόντια, για όλες τις επεξεργασίες προσωπικών δεδομένων στην Ελλάδα. Ό,τι ακολουθεί (ακόμα και το Κεφάλαιο Δ που ενσωματώνει την Οδηγία 680) ισχύει ως ειδικές διατάξεις έναντι των γενικών του Κεφαλαίου Α.

3)Γιατί επαναλαμβάνουμε διατάξεις του Κανονισμού στο Κεφάλαιο Α του ελληνικού νόμου;

Εκ πρώτης όψεως φαίνεται πράγματι ότι τα άρθρα 2 και 3 του ελληνικού νόμου δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια περιττή άσκηση αντιγραφής-επικόλλησης από το κείμενο του Κανονισμού. Τα φαινόμενα όμως απατούν. Υπάρχει λόγος για την επανάληψη. Για παράδειγμα, ο Κανονισμός εξαιρεί την εθνική ασφάλεια από το πεδίο εφαρμογής του (δεν θα μπορούσε άλλωστε να την ρυθμίζει): Ο εθνικός νόμος, με αυτήν ακριβώς την αντιγραφή-επικόλληση του άρθρου 2, όχι. Έτσι, για τις  επεξεργασίες από  δημόσιους φορείς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (και της Οδηγίας 680/2016) βρίσκουν ανάλογη εφαρμογή ο Κανονισμός και ο νόμος.

4)Γίνεται διαχωρισμός μεταξύ επεξεργασιών του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα;

Όχι. Όπως ήδη σημείωσα, το βασικό ρυθμιστικό πλαίσιο το δίνει ο Κανονισμός. Εκεί διαχωρισμός δεν γίνεται, δεν γίνεται επομένως ούτε και στην ελληνική έννομη τάξη. Ομολογουμένως ο ελληνικός νόμος, ειδικά το Κεφάλαιο Α, διαβάζεται σαν να ήταν γραμμένο αποκλειστικά για το ελληνικό Δημόσιο, σαν να απευθύνεται μόνο σε αυτό. Τα φαινόμενα όμως και πάλι απατούν (βλ. αμέσως παρακάτω) – όσο για την «επιείκεια» ως προς το ύψος των προστίμων, τα Κράτη-Μέλη έχουν τέτοιο δικαίωμα από τον Κανονισμό και θεωρώ ότι 10εκ.ευρώ είναι αρκετά για να επιτευχθούν οι στόχοι του Κανονισμού.

5)Γιατί επομένως τόση έμφαση στους «δημόσιους φορείς» στο Κεφάλαιο Α του ελληνικού νόμου;

Για πρακτικούς (ρεαλιστικούς, ίσως) λόγους. Το ελληνικό Δημόσιο θεωρήθηκε ότι αξίζει μεγαλύτερης προσοχής, επειδή ο Κανονισμός το έφερε αντιμέτωπο με νέες καταστάσεις. Όπως θα παρατηρήσετε, τρία από τα όλα κι όλα οκτώ άρθρα του Κεφαλαίου Α διευκρινίζουν τα του DPO που πλέον οι οργανισμοί του ελληνικού Δημοσίου οφείλουν να διαθέτουν. Ο ιδιωτικός τομέας θεωρήθηκε ότι είναι πιο εξοικειωμένος με τα θέματα της επεξεργασίας δεδομένων – μια σκέψη που η πράξη μόνο θα επιβεβαιώσει ή θα διαψεύσει.

6)Ποια η σημασία του άρθρου 5;

Το άρθρο 5 ισχύει οριζόντια για κάθε επεξεργασία από δημόσιο φορέα, επειδή βρίσκεται στο Κεφάλαιο Α του ν.4624. Ότι απαιτούνταν ένα τέτοιο άρθρο προκύπτει από απευθείας ανάγνωση του Κανονισμού – αν κανείς διαβάσει το άρθρο 6.1(ε)και μετά το άρθρο 6.3 νομίζω του μένει μικρή αμφιβολία ότι για το δημόσιο νόμιμη βάση αποτελεί είτε ενωσιακό δίκαιο είτε εθνικός νόμος. Από μόνο του το άρθρο 6.1(ε) δεν αρκεί. Ο εθνικός αυτός νόμος για την Ελλάδα είναι το άρθρο 5 του ν.4624 – εκτός αν φυσικά άλλος νεότερος νόμος προβλέψει ειδικότερα. Μέχρι όμως κάτι τέτοιο πράγματι να συμβεί, και να καλύψει ειδικά κάθε μια από τις επεξεργασίες του ελληνικού Δημοσίου, αυτό είναι το άρθρο με το οποίο θα εξακολουθούμε να δουλεύουμε, και το οποίο αναμένεται να καλύψει την συντριπτική πλειοψηφία των επεξεργασιών που το δημόσιο κάνει καθημερινά, ώστε να μπορεί νομίμως να συνεχίσει να τις κάνει.

Το άρθρο 5 του ν.4624 αποτελεί αναμφίβολα εθνική νομική βάση, που καλύπτει τόσο τις επεξεργασίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού όσο και του Κεφαλαίου Δ (δηλαδή, της Οδηγίας 680) του νόμου.

7)Έχει σχέση ο ν.4624 και ο Κανονισμός με το 9Α του Συντάγματος;

Όχι. Και σε αυτήν την περίπτωση, όπως στην αμέσως προηγούμενη, αυτό προκύπτει από απλή ανάγνωση των σχετικών διατάξεων. Ο Κανονισμός φέρει τίτλο «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών». Στηρίζεται στο 16 ΣΛΕΕ, στο οποίο επαναλαμβάνονται τα παραπάνω. Ως προς αυτά, ο ν.4624 έχει σκοπό την «λήψη μέτρων εφαρμογής» του Κανονισμού.

Από την άλλη μεριά το 9Α του Συντάγματος λέει ότι «καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει».Επομένως, η ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων λείπει. Ο Κανονισμός δεν έχει σχέση με το 9Α του Συντάγματος.

Τυχόν σύγχυση πηγάζει ενδεχομένως από την μαξιμαλιστική προσέγγιση του Δικαίου Προστασίας Δεδομένων που σημειώθηκε στην Ελλάδα κατά το παρελθόν. Τότε, κατά τη δεκαετία του 1990, υπερτονίστηκε ο προστατευτικός για το άτομο ρόλος του και σχεδόν αγνοήθηκε πλήρως η πράγματι επεξεργασία των δεδομένων και η ελεύθερη κυκλοφορία τους. Η ερμηνεία αυτή ήταν όχι μόνο contralegemαλλά και, ακόμα χειρότερα, δημιούργησε λάθος εντυπώσεις και λάθος προσδοκίες στους απλούς πολίτες στους οποίους άλλωστε τελικά απευθύνεται ο νόμος. Σε μια χώρα μάλιστα που δεν διακρίνεται για τις επιδόσεις της στην ψηφιοποίηση, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, αναρωτιέμαι μήπως δεν την έφερε και πίσω στην παγκόσμια τεχνολογική κούρσα.

8)Και η Οδηγία 680/2016;

Η Οδηγία 680 ενσωματώνεται στο Κεφάλαιο Δ. Αν με ρωτούσατε, προσωπικά θα προτιμούσα χωριστό νόμο ώστε να μην δημιουργείται σύγχυση, όμως φαντάζομαι ότι κάτι τέτοιο θα ήταν πρακτικά αδύνατο. Σε κάθε περίπτωση, το Κεφάλαιο Δ του ν.4624 είναι εντελώς ειδικό, νόμος-μέσα-σε-νόμο. Όχι μόνο έχει ειδικούς αποδέκτες (σε αδρές γραμμές, τις αρχές επιβολής του νόμου:Αστυνομικές κλπ. αρχές, εισαγγελικές αρχές, ποινικά δικαστήρια, δικαστικά συμβούλια, ανακριτές και πταισματοδίκες) αλλά αφορά και σε μέρος μόνο των καθημερινών δραστηριοτήτων αυτών των αποδεκτών. Θέλει επομένως προσοχή κατά την ανάγνωσή του από εκείνους στους οποίους απευθύνεται.

Έχοντας πει τα παραπάνω, υπενθυμίζω ότι το Κεφάλαιο Α συνεχίζει να ισχύει και όσον αφορά το Κεφάλαιο Δ. Πρακτικά, το άρθρο 5 συνεχίζει να ισχύει για τις επεξεργασίες των παραπάνω αποδεκτών, εκτός αν το Κεφάλαιο Δ ειδικά ορίζει (που ορίζει ειδικά μόνο όταν δρουν υπό τις ιδιότητες του Κεφαλαίου Δ) ή, φυσικά, εκτός αν νέος ειδικός νόμος ειδικά ορίσει (ο οποίος θα πρέπει βέβαια να είναι συμβατός με το Κεφάλαιο Δ/Οδηγία 680).

9)Και από δω και πέρα τι γίνεται;

Όπως ανέφερα και πριν λίγους μήνες, βρισκόμαστε μόνο στην αρχή. Ο Κανονισμός δεν κάνει τίποτα λιγότερο από το να επηρεάζει κάθε έναν τομέα της καθημερινότητάς μας (αφού πλέον η αυτοματοποίηση πρέπει να θεωρείται δεδομένη στο ψηφιακό περιβάλλον που ζούμε). Οι αλλαγές που επιφέρει αυτή η φιλοδοξία του ενωσιακού νομοθέτη θεωρώ ότι ακόμα δεν έχουν γίνει κατανοητές σε όλη τους την έκταση στην Ελλάδα. Σε μεγάλο βαθμό είναι πρόβλημα συνηθειών (κουλτούρας) και όχι νομοθετικού πλαισίου – θα πάρει καιρό μέχρι να εμπεδώσει ο μέσος Έλληνας ότι οφείλει να σέβεται τα προσωπικά δεδομένα τρίτων. Μέχρι τότε έχουμε δύο λύσεις, νομίζω: Είτε να αφήσουμε την Αρχή και τα δικαστήρια να σηκώσουν το έργο της αλλαγής εθνικής κουλτούρας, μέσω προστίμων, adhocνομολογίας και εκπαίδευσης όπου και όπως είναι εφικτό, είτε να φτιάξουμε νέους, ειδικούς νόμους (τομεακές νομοθετικές ρυθμίσεις) που θα λύνουν ειδικά τα προβλήματα. Αν και νομίζω ότι το προτιμότερο της δεύτερης λύσης είναι εμφανές σε όλους, αν το παρελθόν χρησιμεύει καθόλου ως ένδειξη για το μέλλον προβλέπω ότι η χώρα θα περάσει μια μακρά περίοδο ενδιαφέρουσας νομολογίας και κάθετων παρεμβάσεων από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων.